Arcade Fire – The Suburbs: Μια βόλτα στα προάστια

Γεννιόμαστε, μεγαλώνουμε και εν τέλει γινόμαστε οι άνθρωποι που είμαστε την κάθε δεδομένη στιγμή. Οι αναμνήσεις που έχουμε λειτουργούν σαν θεμέλιοι λίθοι για την προσωπικότητα που θα χτίσουμε όσο ζούμε.

Οι αναμνήσεις όμως είναι και ζωντανές, αλλάζουν μορφή με το πέρασμα του καιρού, μία εμπειρία γίνεται στιγμιαία ανάμνηση, θα χρειαστεί καιρός όμως για να κατανοήσουμε αν ήταν σημαντική, ασήμαντη, διδακτική και το αρχικό πόρισμα ενδεχομένως να αλλάξει ξανά μετά από κάποια χρόνια αφού επιστρέψουμε στην ίδια ανάμνηση από κάποια διαφορετική οπτική γωνία.

Μία παρόμοια περίπτωση στάθηκε αφορμή για να γεννηθεί η ιδέα ενός νέου μουσικού δίσκου από τους Arcade Fire (τον τρίτο τότε) που θα ονομαζόταν ‘The Suburbs’ και θα κυκλοφορούσε στις 2 Αυγούστου του 2010.

Μία απλή φωτογραφία ενός παλιού φίλου που βρίσκεται με το παιδί του σε ένα γνώριμο μέρος ανάγκασε τον Win Butler να γυρίσει πίσω και να προσπαθήσει να θυμηθεί:

Ο συνδυασμός του να βλέπω αυτό το γνώριμο μέρος μαζί με τον παλιό μου φίλο και το παιδί του μου θύμισε πολλά συναισθήματα από εκείνη την εποχή. Βρήκα τον εαυτό μου να προσπαθεί να θυμηθεί την πόλη όπου μεγαλώσαμε και να ανασύρει όσες περισσότερες αναμνήσεις μπορούσα.

Έχοντας ήδη δύο εξαιρετικά άλμπουμς (‘Funeral’ και ‘Neon Bible’), οι Arcade Fire είχαν αποχτήσει ένα αξιοσέβαστο κοινό, η νοσταλγική τους αυτή ματιά όμως θα τους γνώριζε σε ακόμα περισσότερο κόσμο.

Το ‘The Suburbs’ κέρδισε ένα σωρό βραβεία με το σημαντικότερο (όχι λόγω κύρους αλλά περισσότερο λόγω της έκπληξης που προκάλεσε) να ήταν αυτό του Grammy για άλμπουμ της χρονιάς. Μερικοί μουσικοί από τον Καναδά που ξεκίνησαν με χαμηλές βλέψεις είχαν φτάσει να κατακτούν την μουσική κορυφή του κόσμου και να αναγνωρίζονται ακόμα και σε βραβεία που παραδοσιακά εδώ και αρκετά χρόνια κοιτούν αλλού.

Τι ήταν λοιπόν αυτό που έκανε πραγματικά ξεχωριστό το ‘The Suburbs’;

Θα μπορούσαμε με ευκολία να πούμε πως το βασικό θέμα του είναι αυτό της ενηλικίωσης, από ποια πλευρά όμως; Μέσα στα 16 τραγούδια του δίσκου η ηλικία του εκάστοτε πρωταγωνιστή μοιάζει να αλλάζει ακόμα και από στροφή σε στροφή, με την συνειδητοποίηση των ευθυνών της ενήλικης ζωής να ακολουθείτε από μία τρυφερή παιδική ανάμνηση.

Όλο το άλμπουμ παίζει συνεχώς με αυτήν την απότομη εναλλαγή συναισθημάτων, σαν ένα τρένο σκέψης που βγήκε ξαφνικά από την πορεία του με νέο προορισμό την ονειροπόληση. Η φαινομενικά χαρωπή μελωδία του πρώτου τραγουδιού αντισταθμίζεται από στίχους που μιλάνε για όλες αυτές τις στιγμές που περνάνε κυριολεκτικά μπροστά από τα μάτια μας, ενώ εμείς μένουμε ανήμποροι απέναντι στο ανελέητο πέρασμα του χρόνου.

Οι χαρακτήρες του ‘The Suburbs’, μικροί-μεγάλοι, είναι άνθρωποι απλοί, βαριούνται, σκοτώνουν ώρες χαζεύοντας έξω από το παράθυρο, περιμένουν στην ατελείωτη ουρά για… κάτι (‘Modern Man’) και μερικές φορές (ή και πάντα) είναι οι ίδιοι οι Arcade Fire (‘Ready to Start’). Η νορμάλ καθημερινότητά τους τοποθετείται σε ένα σχεδόν αποκαλυπτικό σκηνικό κουρασμένο από τις μάχες, τους πολέμους, τις αλλαγές και τον αναπόφευκτο θάνατο της αθωότητας.

Θα έλεγε κανείς πως η ενηλικίωση στον κόσμο του δίσκου μοιάζει σαν την επόμενη ημέρα από έναν πόλεμο που άφησε πίσω του μόνο ηττημένους, άτομα που θα πρέπει να βρουν τρόπο να συνεχίσουν τις ζωές του βρίσκοντας παράλληλα τρόπο όχι ακριβώς να αφήσουν πίσω το παρελθόν τους αλλά να μάθουν να ζουν με αυτό.

Ο χρόνος διχάζει και μετατρέπει τις φιλίες σε έχθρες (‘Suburban War’) και με τα συναισθήματα που περικυκλώνουν τον δίσκο να μοιάζουν αμφιλεγόμενα, είναι σε σημεία λίγο δύσκολο να αποκρυπτογραφήσει κανείς πού ακριβώς στέκονται οι Arcade Fire σχετικά το ίδιο θέμα που διάλεξαν να ασχοληθούν. Σύμφωνα με τον Win Butler τα πράγματα είναι σχετικά απλά:

Δεν είναι ούτε ένας φόρος τιμής, ούτε ένα κατηγορώ προς τα προάστια – είναι ένα γράμμα από τα προάστια.

Κάτι που μου έκανε εντύπωση την πρώτη φορά μετά από καιρό που άκουσα ολόκληρο το άλμπουμ, ήταν το ότι μοιάζει να κορυφώνεται με έναν πολύ φυσικό τρόπο στο 9ο κιόλας τραγούδι του, το ‘Suburban War’ (το οποίο για κάποιον λόγο που δεν γνωρίζω, στην έκδοση του βινυλίου βρίσκεται στην προτελευταία θέση της λίστας).

Τόσο θεματικά, όσο και μουσικά, τουλάχιστον στα αυτιά μου, φαινόταν πως αν η βόλτα αυτή στα προάστια του παρελθόντος ολοκληρωνόταν στη μέση του τελικού αποτελέσματος, δεν θα έχανε κάτι από την ταυτότητά του.

Θα μπορούσε αυτό να σημαίνει πως στα 64 λεπτά που διαρκεί αυτή η ανάμνηση ίσως μερικές φορές να καταλήγουμε σε κύκλους; Ενδεχομένως, αν κι αυτό μάλλον εξαρτάται και από την κρίση του καθενός, δύσκολα όμως θα μπορούσε να αρνηθεί κάποιος τον ισχυρισμό πως το δεύτερο μισό του ‘The Suburbs’ περιέχει κάποια από τα καλύτερα τραγούδια του συγκροτήματος.

Προς τιμήν της μπάντας πάντως, χρησιμοποιούν τον εξτρά αυτόν χρόνο για να δοκιμάσουν κάποια διαφορετικά πράγματα, δίνοντας έτσι χώρο στον αγχωτικό punk-rock ήχο του ‘Month of May’ που ταράζει για λίγο το ηχόχρωμα του δίσκου για να μεταφέρει στον ακροατή το άγχος που ένιωθαν τα μέλη του συγκροτήματος μία ημέρα που λόγω δυνατών ανέμων δεν μπορούσαν να κάνουν πρόβα.

Καθ’ όλη τη διάρκεια του ‘The Suburbs’, οι Arcade Fire παρατηρούν τον κόσμο που πέρασε και με βάση αυτές τις πληροφορίες και αυτά τα συναισθήματα, ρίχνουν μια κλεφτή ματιά σε αυτόν που έρχεται. Οι ημέρες φέρνουν τις νύχτες, οι νύχτες φέρνουν νέες ημέρες και αυτό το ανελέητο μοντάζ αφήνει τους πάντες λίγο πιο κουρασμένους, λίγο πιο φθαρμένους, ενώ δεν λείπουν και οι αναφορές στην μεγάλη οικονομική κρίση του 2008 που σηματοδότησε με βίαιο τρόπο το τέλος μιας εποχής και την αρχή μιας νέας.

Αυτό το ταξίδι επιστροφής στις αναμνήσεις άλλοτε λειτουργεί σαν λιμάνι ησυχίας και ηρεμίας από τον όλο θόρυβο, κρύβει όμως την τρομακτική προοπτική του να μείνει κανείς κολλημένος σε μια εποχή που πέρασε ανεπιστρεπτί. Υπό αυτό το πρίσμα, ακόμα και μία αθώα βόλτα στα μέρη που κάποτε ήταν γεμάτα ζωντάνια μετατρέπεται στην πιο μοναχική ημέρα που έχει βιώσει ποτέ του ο πρωταγωνιστής του ‘Sprawl I (Flatland)’. Τα πράγματα όμως δεν μπορούν να μην αλλάξουν, δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική.

Στο ‘Deep Blue’ τα αστέρια του νυχτερινού ουρανού αντικαθίστανται από τα τεχνολογικά φωτάκια που κατέκτησαν τον κόσμο τον 21ο αιώνα και οι μηχανές νικούν ακόμα και τα λαμπρότερα μυαλά της ανθρωπότητας, με το συγκρότημα να φέρνει στο προσκήνιο την μάχη μεταξύ του σπουδαίου σκακιστή Kasparov με τον υπολογιστή Deep Blue. Αυτή η διαμάχη είναι ένα ζήτημα που βρίσκεται στην καρδιά του άλμπουμ (αλλά και γενικότερα του συγκροτήματος), σπανίως όμως τυλίγεται με τόσο ωραία μελωδία όσο βρίσκουμε σε αυτό το τραγούδι, τραγούδι που βρήκε μία τέλεια κινηματογραφική στέγη στους τίτλους τέλους του ‘Boyhood’.

Γνώριμοι με τον κινηματογράφο βέβαια οι Arcade Fire, επιστράτευσαν τον Spike Jonse (‘Her’) για να τους φτιάξει μία ταινία μικρού μήκους βασισμένη στις ιδέες του δίσκου, ενώ δημιούργησαν κι ένα site, το The Wilderness Downtown όπου μπορείτε να ρίξετε μια ματιά στην οδό όπου μεγαλώσατε (με την βοήθεια του Google Maps), σε ένα ψηφιακό περιβάλλον όσο Arcade Fire θα περίμενε κανείς.

Τα δυστοπικά σκηνικά καθημερινής φύσεως συνεχίζονται, με το άλμπουμ να μεταπηδά σε έναν άδειο αυτοκινητόδρομο με το ‘We Used to Wait’ για να θυμηθεί την χαμένη αρετή της υπομονής και όλες εκείνες τις ημέρες που περνούσε ο κόσμος κάποτε απλώς περιμένοντας κάτι μικρό και ασήμαντο όπως ένα γράμμα. Κολλημένοι πλέον σε μία ατελείωτη αναμονή για το επόμενο ρεφρέν, προχωράμε συνεχώς λίγο παρακάτω και λίγο πιο γρήγορα.

Η νύχτα στο ‘The Suburbs’ συμβολίζει την άγνοια που έχουμε όλοι σαν παιδιά, την ανικανότητα να κατανοήσουμε τους αρχαίους και τους μοντέρνους μηχανισμούς που κάνουν αυτόν τον κόσμο να γυρνά, την απόλυτη απαξίωση για όλα όσα συμβαίνουν πέρα από την μύτη μας. Όσο μεγαλώνουμε όμως όλο και περισσότερο φως μπαίνει στις ζωές μας. Μπορεί να μην είναι λυτρωτικό, είναι όμως κομμάτι της ζωής.

Έχοντας όλα αυτά κατά νου, είναι απολύτως ταιριαστό το να γράφεται το φινάλε του δίσκου με μία χορευτική έκρηξη που μοιάζει να καίει όλες τις ασφάλειες, να ρίχνει τον κόσμο στο σκοτάδι και να μετατρέπει το φεγγάρι σε μία τεράστια ντισκόμπαλα και τους επαρχιακούς δρόμους σε ατελείωτα dancefloors, πλημμυρισμένους με αυθόρμητες χορευτικές κινήσεις από ανθρώπους που μόλις θυμήθηκαν ξανά πως είναι ζωντανοί.

Το ‘Sprawl II (Mountains Beyond Mountains)’ δεν είναι τίποτα άλλο πέρα από την επιθυμία αυτή του ανθρώπου να πάει αντίθετα στο ρεύμα, να αναδειχθεί νικητής και να αποδειχθεί πως όλα του τα πιστεύω, όλες του οι θυσίες, όλα του τα όνειρα άξιζαν κάτι.

Ο synth pop ήχος του τραγουδιού (παράλληλα κι ένας ξεκάθαρος πρόλογος γι’αυτό που θα ακολουθούσε στο ‘Reflektor’), μοιάζει να προκαλεί ένα ατελείωτο κυνηγητό και να μεταμορφώνει απλές βόλτες με τα ποδήλατα σε ζητήματα ζωής ή θανάτου ενώ η θαυμάσια Régine Chassagne ορκίζεται πως δε θα σταματήσει ποτέ να τραγουδά για όλα αυτά τα πράγματα που της φαίνονται τόσο σημαντικά, ακόμα κι αν μοιάζουν τόσο ασήμαντα στα μάτια άλλων.

Το ‘The Suburbs (Continued)’ κλείνει τον κύκλο του δίσκου επιστρέφοντας στην αρχή και θυμίζοντας πως όλο αυτό, στην τελική, ήταν μονάχα μια στιγμή. Σημαντική, ασήμαντη, δεν έχει σημασία. Έχει ήδη περάσει.