Arctic Monkeys – AM: Το μεγαλύτερο ρίσκο την κατάλληλη στιγμή

Όταν οι Arctic Monkeys επαναπροσδιόρισαν τον τρόπο που βλέπουμε την εμπορική απήχηση της rock

Arctic Monkeys - AM / Εξώφυλλο
Arctic Monkeys - AM / Εξώφυλλο

To 2012 βρίσκει τους Arctic Monkeys σε ένα περίεργο σημείο.

Η τελευταία τους δισκογραφική απόπειρα με τίτλο ‘Suck It And See’ (2011) αν και συνέχισε να σαρώνει στο Ηνωμένο Βασίλειο, δεν φάνηκε αρκετή για να αλλάξει την ταπεινή αλλά αξιοθαύμαστη πορεία που είχαν μέχρι τότε στην άλλη μεριά του Ατλαντικού.

Παράλληλα, η κλασική indie rock συνταγή με τους γρήγορους ρυθμούς και τη γνωστή θεματολογία (την εκάστοτε μούσα του Alex Turner) είχε σταματήσει να συναρπάζει τα μέλη του συγκροτήματος, που έψαχναν για μία αλλαγή.

Τότε ήταν που πήραν την καθοριστικότερη απόφαση της καριέρας τους, ξεκινώντας την ηχογράφηση του επόμενού τους δίσκου, ενός πολύ διαφορετικού εγχειρήματος σε σχέση με ό,τι μας είχαν συνηθίσει.

Το αποτέλεσμα ήρθε ένα χρόνο αργότερα με την μορφή του ΑΜ.

Ένα άλμπουμ με hip hop επιρροές, που μπορούσε να παιχτεί σε μπαρ αλλά και σε αρένες ταυτόχρονα.

Ένα άλμπουμ που ευελπιστούσε να δείξει μία πιο ώριμη εκδοχή του συγκροτήματος, τόσο μουσικά όσο και αισθητικά, αφού προσπάθησε να αλλάξει τον τρόπο που βλέπαμε αυτή την παρέα από το Sheffield.

7 χρόνια μετά, μπορούμε με ασφάλεια να πούμε ότι τα κατάφερε.

Στο στούντιο

Arctic Monkeys Live

Για την δημιουργία του δίσκου, οι μαϊμούδες έπρεπε να αναθεωρήσουν τον τρόπο που έγραφαν τα μέχρι τότε τραγούδια τους.

Το ‘AM’ αποτελεί ένα κράμα από φαινομενικά αταίριαστες μουσικές επιρροές των μελών τους, και κυρίως του Turner.

Ο ίδιος δηλώνει ότι ο δίσκος αντλεί ταυτόχρονα στοιχεία από τους Outkast και τους Black Sabbath. Φυσικό επόμενο ήταν η διαδικασία παραγωγής του άλμπουμ να είναι πολύ διαφορετική από τα τέσσερα προηγούμενα.

Οι ρυθμοί πέφτουν, βλέπουμε την χρήση περισσότερων ειδικών εφέ και πλήκτρων, ενώ τα ντραμς αποκτούν έναν διαφορετικό ρόλο, θυμίζοντας ενίοτε blues ή ακόμη και hip hop beats. Μπορούμε να βρούμε βέβαια και κομμάτια τα όποια θα χαρακτήριζε κανείς ως πιο “βαριά”, όπως το δεύτερο single του δίσκου, ‘R U Mine?’.

Στα φωνητικά, εκτός από τη διαχρονική συνεισφορά όλων των μελών -ακόμη και του Matt Helders πίσω από τα ντραμς- βλέπουμε και μία από της σπάνιες συνεργασίες του συγκροτήματος με τον Josh Homme των Queens of The Stone Age.

Αν κάτι έμεινε ίδιο και απαράλλακτο, είναι μάλλον η κλασική πλέον θεματολογία που επιλέγουν οι Arctic Monkeys για τον στίχο.

Ο Alex συχνά βάσιζε την μουσική του σε μία γυναίκα, και αυτό συνεχίζεται και στο ‘AM’. Από την Ciggarette smoker Fiona στην αρχή του συγκροτήματος μέχρι την Arabella ο πρωταγωνιστής των τραγουδιών παραμένει γένος θηλυκού.

Εξερευνώντας το AM

Και όμως, παρά όλες τις παράτυπες προσμίξεις μουσικών ειδών, το ‘AM’ καταφέρνει να έχει συνοχή. Ίσως επειδή στοχεύει περισσότερο στο να μεταδώσει συναισθήματα και λιγότερο στο να πει μία ιστορία.

Το βασικό στοιχείο που δένει όλα τα κομμάτια μεταξύ τους είναι αυτή η απαράμιλλη αισθητική που χαρακτηρίζει θεματικά το άλμπουμ.

Αισθητική που γίνεται ξεκάθαρη από το πρώτο εικοσάλεπτο και έχει έναν τρόπο να σε κάνει κολλάς με όλο το εγχείρημα, χωρίς να μένεις σε μεμονωμένα κομμάτια.

Τα μπάσα από το θρυλικό πλέον ‘Do I Wanna Know?’ δίνουν εξ αρχής την κατεύθυνση που θα ακολουθήσει ο δίσκος.

Την σκυτάλη παίρνει το εκρηκτικό ‘R U Mine?’ και πριν το καταλάβεις αρχίζεις να χτυπάς ρυθμικά τα πόδια σου στον ρυθμό του ‘One For The Road’.

Και κάπου εκεί, φτάνουμε και στην ‘Arabella’.

Για εμένα η καλύτερη περίληψη του δίσκου και κατά γενική ομολογία ένας  μεγάλος ύμνος στην γυναικεία γοητεία, μέσα από τα μάτια του Alex Turner.

It’s much less picturesque without her catching the light
The horizon tries but it’s just not as kind on the eyes

 

Όποιος δεν ενθουσιαστεί από αυτό το σύντομο μουσικό ταξίδι μάλλον δεν θα μπορέσει να απολαύσει ούτε τον υπόλοιπο δίσκο.

H συνέχεια

Arctic Monkeys Live
Live των Arctic Monkeys το 2018. Φωτογραφία του Zackery Michael.

Το Tranquility Base Hotel And Casino (2018) που ακολούθησε δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί εμπορικά στον προκάτοχό του, παρά την καλή αποδοχή που είχε από κοινό και κριτικούς.

Λογικό εν μέρει, αφού σπάνια θα καταφέρει μία μπάντα να βρει την συνταγή της επιτυχίας δύο φορές στη σειρά.

Μπορεί το ‘AM’ να μην ήταν για όλα τα γούστα, αλλά εντυπωσίασε αρκετούς ώστε να περάσει στην σφαίρα της ‘pop’ χωρίς να αποξενώσει τους μέχρι τότε ακόλουθους των μαϊμούδων.

Δεν είναι τυχαία ένα από τα πιο εμπορικά βινύλια της δεκαετίας που μας πέρασε.

Και ακόμα και 7 χρόνια μετά την επίσημη κυκλοφορία του, έχει ακόμα μία θέση στα ακουστικά πολλών, ενώ μάλλον θα συνεχίζει να ταυτίζεται με τους Arctic Monkeys στα μάτια των περισσότερων ακροατών.

Ή τουλάχιστον μέχρι να μας δώσουν τον επόμενο…