Nightfall in Middle-Earth: Υπάρχουν ακόμα βάρδοι

Πολλές είναι οι μπάντες που, όταν επιχείρησαν να αλλάξουν το μουσικό τους ύφος, ήρθαν αντιμέτωπες με τη δυσαρέσκεια οπαδών και κριτικών.

Όχι όμως οι Blind Guardian. Η αλλαγή στον ήχο τους ευνόησε όσο λίγα συγκροτήματα. Η speed metal που έπαιζαν στις απαρχές τους έδωσε τη θέση της σε πιο power και epic στοιχεία, και οι οπαδοί άρχισαν να πληθύνονται.

Ξεκινώντας με το ‘Tales From the Twilight World’ το 1990 και συνεχίζοντας με το επικό ‘Somewhere Far Beyond’ και το μνημειώδες ‘Imaginations From the Other Side’ οι Guardian είχαν δικαίως αποκτήσει τον τίτλο των βάρδων του metal. Tolkien, Moorcock και ο βασιλιάς Αρθούρος έπαιρναν ζωή μέσα από τη μουσική της μπάντας. Σε αυτό το σημείο ήταν που μπήκαν στο στούντιο για να ηχογραφήσουν ένα εξαιρετικά φιλόδοξο εγχείρημα. Ένα δίσκο εμπνευσμένο από το Silmarillion. Και το όνομα αυτού ‘Nightfall in Middle-Earth’.

Όσοι έχουν διαβάσει Tolkien γνωρίζουν πολύ καλά τον όγκο της δουλειάς του και τη λεπτομέρεια που περιέχει. Ονόματα, οικογένειες, τοποθεσίες, θεοί και δαίμονες, δεκάδες ήρωες και μάχες, ένας ολόκληρος κόσμος ξεπηδά από τις σελίδες του Άγγλου συγγραφέα. Ειδικά το Silmarillion είναι ένα συνονθύλευμα γενεαλογικών δέντρων, μεγάλων μαχών και σημαντικών ή ασήμαντων τοποθεσιών, μια συλλογή ιστοριών με περισσότερες πληροφορίες από βιβλίο ιστορίας του λυκείου, δύσκολο στην ανάγνωση και την παρακολούθηση και ακόμα δυσκολότερο στην απομνημόνευση.

Η αίσθηση του επικού, χαρακτηριστική των έργων του Tolkien, συχνά περνά απαρατήρητη εδώ, καθώς ο αναγνώστης παρασύρεται από ιστορία σε ιστορία και εποχή σε εποχή, παλεύοντας να συγκρατήσει όσο το δυνατόν περισσότερα. Η μαγεία και η μεγαλοπρέπεια καιροφυλακτούν πάντα, αλλά δεν τους δίνεται συχνά η δυνατότητα να σηκώσουν το κεφάλι τους. Πνίγονται στον κυκεώνα των οίκων ξωτικών και των ανθρώπων.

Σε αντίθεση με τα Lord of the Rings και Hobbit, το Silmarillion δεν έχει ποτέ καταλήξει στην οθόνη, μικρή ή μεγάλη, παρά τις όποιες προσπάθειες και ιδέες. Αποθαρρύνει μεταφορές του, όπως αποθαρρύνει πολλούς από τους αναγνώστες και οπαδούς του συγγραφέα του.

Αυτό το βιβλίο επέλεξαν το 1998 οι Blind Guardian ως το θέμα του επόμενου δίσκου τους, και συγκεκριμένα το κομμάτι που αναφέρεται στον Πόλεμο των Πετραδιών (War of the Jewels). Ο Hansi Kürsch παρέδωσε το μπάσο του στον Oliver Holzwarth προκειμένου να επικεντρωθεί πλήρως στα φωνητικά, και η μπάντα έκανε τις λέξεις του Tolkien νότες για άλλη μια φορά. Ο γνωστός, γεμάτος ήχος των Blind Guardian επιστρέφει, ένας μουσικός καταρράκτης που διακόπτεται κάθε τόσο από μικρές αφηγήσεις, καθώς το συγκρότημα επιχειρεί να αποδώσει τη μεγαλειώδη αλλά και περίπλοκη ιστορία μέσα από το παίξιμό της.

 

War of Wrath/Into the Storm/Lammoth

Blind Guardian: War of Wrath/ Into the Storm

Γνωστός μου, φανατικός οπαδός των Blind Guardian, έχει δηλώσει ότι η εισαγωγή ‘War of Wrath’ ακολουθούμενη από το ‘Into the Storm’ είναι το καλύτερο άνοιγμα για δίσκο ή συναυλία, και παρ’όλο που θα αποφύγω να είμαι τόσο απόλυτος, πρέπει να παραδεχτώ ότι σίγουρα είναι από τα κορυφαία.

Η ιστορία ξεκινά από το τέλος, με μια συνομιλία μεταξύ Morgoth και Sauron, λίγο πριν την ολοκληρωτική ήττα του πρώτου στο War of Wrath, τον Πόλεμο της Οργής. Ο δίσκος έχει πολλά τέτοια αφηγηματικά κομμάτια, που ομολογουμένως αποβαίνουν προβληματικά για τον ειρμό και το ρυθμό του δίσκου σε άλλες περιπτώσεις. Όχι εδώ όμως, καθώς οι αναπολήσεις του Morgoth οδηγούν στη δυναμική εισαγωγή του ‘Into the Storm’.

Το τραγούδι είναι άμεσο και επιθετικό, το είδος που οδηγεί ένα club ή ένα live σε υψωμένες γροθιές και sing-alongs. Ρεσιτάλ κιθάρας, και ο Kürsch προκαλεί θαρρείς τον ακροατή να ορμήσει και αυτός στη μάχη, καθώς διηγείται τη διαφωνία και την πάλη του Morgoth, του Μαύρου Εχθρού, και της Ungoliant, της Αράχνης του Σκότους, μετά την κλοπή των Silmarils. “We are following the will of the one/Through the dark age and into the storm”, και αν αυτό δεν είναι αρκετό για να βάλει κάποιον στο κλίμα, τότε πρέπει να χειροκροτήσω τον αυτοέλεγχό του.

Μικρή παύση για το ‘Lammoth’, την κραυγή του Morgoth που καλεί τους Balrogs ενάντια στην Ungoliant, πριν οι Guardian αλλάξουν τη σκηνή και την ατμόσφαιρα.

Nightfall

Το συγκρότημα επιστρέφει πίσω στο Aman, σπίτι των Valar, με τα ξωτικά του οίκου των Ñoldor να θρηνούν την καταστροφή των Δίδυμων Δέντρων, την κλοπή των Silmarils και το θάνατο του βασιλιά τους Finwë. Ο κόσμος σκοτεινιάζει, και η τραγωδία των Eldar ξεκινάει. Ο τρομερός όρκος του διαδόχου του Finwë και δημιουργού των Silmarils, Fëanor, και των εφτά γιων του, και η εξορία των Ñoldor που αντιμετωπίζουν ένα μέλλον σπουδαίο αλλά και τραγικό είναι η βάση για μεγάλο μέρος του Silmarillion, και το ‘Nightfall’ στέκεται στο ύψος της ιστορίας που διηγείται.

Από τα καλύτερα τραγούδια του δίσκου και των Blind Guardian γενικότερα, περνάει από το θρήνο στην οργή για να καταλήξει σε ψυχρή αποφασιστικότητα. Ατμοσφαιρικό αλλά και ηρωικό, έχει ότι μπορεί να ζητήσει κανείς από ένα επικό κομμάτι. Παθιασμένα και συναισθηματικά φωνητικά, riffs αργά και γρήγορα που γεμίζουν κάθε δευτερόλεπτο χωρίς να κουράζουν, ρεφραίν που σηκώνει νεκρούς και μια διάχυτη αίσθηση δόξας αλλά και υποβόσκοντος πόνου που δένουν εξαιρετικά με τη θεματολογία. Quietly it crept in and changed us all…

Ακολουθεί η μάλλον άκυρη παρέμβαση του αφηγηματικού ‘The Minstrel’ (αναφέρεται στο γιο του Fëanor, Maglor), ένα λίγο περίεργο διάλειμμα πριν η μπάντα ρίξει μια πιο διεισδυτική ματιά στον όρκο του Fëanor.

The Curse of Fëanor

Τα πάντα για τον όρκο εναντίον του Morgoth, για τα Silmarils, το έργο της ζωής του. Ο Fëanor επαναστάτησε εναντίον των Valar, σκότωσε άλλα ξωτικά και εξορίστηκε μαζί με το λαό του από το Aman, και η κατάρα του δεν έχει καν αρχίσει το μακάβριο έργο της. Αλλά δεν κοιτάει πίσω, δεν έχει χρόνο να μετανιώσει.

I will take part in your damned fate! Οι τόνοι ανεβαίνουν ξανά εδώ, και η μουσική ηχεί απελπισμένη αλλά και οργισμένη, με γρήγορα και κοφτά περάσματα να εναλλάσσονται με πιο αργό και ογκώδη ήχο, και τη φωνή του Kürsch να παίζει σε ύψη και σε βάθη καθώς ο Fëanor απειλεί και υπόσχεται εκδίκηση εναντίον του Morgoth.

Captured/Blood Tears

Blind Guardian – Blood Tears

Captured… Ο Maedhros, γιος του Fëanor, έχει αιχμαλωτιστεί από το Morgoth, ο οποίος τον ειρωνεύεται. Η σωτηρία του θα έρθει από τον ετεροθαλή αδερφό του, Fingon. H αιχμαλωσία του είναι το θέμα του ‘Blood Tears’. Μια αρκετά απότομη αλλαγή στην ιστορία, προχωράει μπροστά στη χρονολογία. Ο Fëanor είναι ήδη νεκρός, αλλά το βάρος του όρκου του εξακολουθεί να στοιχειώνει τους Ñoldor, και οι γιοι του είναι τώρα οι πρωταγωνιστές της τραγωδίας.

Πρόκειται για ένα αρκετά συναισθηματικό τραγούδι, με λίγα γρήγορα σημεία αλλά κυρίως πιο αργά περάσματα. Αξιοπρεπές κομμάτι, αν και όχι τόσο αξιομνημόνευτο όσο άλλα του συγκροτήματος.

Mirror Mirror

Blind Guardian- Mirror Mirror

Tο ‘Mirror Mirror’ μιλάει για την ίδρυση της Gondolin. The Lord of Water spoke. Ο Ulmo καλεί τον Turgon, αδελφό του Fingon, να χτίσει μια πόλη κρυμμένη από τον κόσμο, όπου τα ξωτικά θα είναι ασφαλή από τη δύναμη του Morgoth.

Το τραγούδι που δεν μπορεί να λείπει από καμία συναυλία, που είτε live είτε από τα ηχεία του σπιτιού τρελαίνει τον κόσμο, είναι άξιο της φήμης του. Καταιγιστικό και επικό, το ‘Mirror Mirror’ είναι η συμπύκνωση όλης της ουσίας των Blind Guardian. Η κιθάρα είναι ασταμάτητη, ο ρυθμός χειμαρρώδης, τα φωνητικά μεγαλοπρεπή. Τα ορχηστρικά στοιχεία απλά προσθέτουν στο μεγαλείο του κομματιού. Από τις κορυφαίες στιγμές της μπάντας. Και εκατό φορές να το ακούσει κάποιος πιθανότατα θα χτυπιέται σε κάθε μία. Όσοι το έχουν ακούσει ζωντανά μάλλον είναι ακόμα βραχνιασμένοι. Όσοι δεν είχαν την ευκαιρία, ελπίζω να την έχουν μια μέρα.

Face the Truth/Noldor (Dead Winter Reigns)

Αλλά ας μην ξεχνάμε ότι το Silmarillion είναι κατά κύριο λόγο μια τραγική ιστορία. Και ο Fingolfin, πατέρας των Turgon και Fingon, το ξέρει. Φριχτή η πορεία των Ñoldor μέσα από το παγωμένο πέρασμα Helcaraxë, μήνες αν όχι χρόνια απελπισίας. Πολλοί οι νεκροί, ζοφερό το μέλλον. Οι Ñoldor δεν θα ξεφύγουν ποτέ από τον όρκο που έγινε κατάρα. You will shet and dwell in pain. Ο Fingolfin ξέρει.

Το ‘Noldor (Dead Winter Reigns)’ πατάει απότομα φρένο, κάνοντας έντονη αντίθεση με το ξέφρενο ‘Mirror Mirror’. Αργό και βαρύ, σίγουρα έχει ατμόσφαιρα, αλλά ίσως λόγω αυτού ακριβώς φαίνεται κατά καιρούς λίγο παράταιρο, καθώς και το προηγούμενο αλλά και τα επόμενα τραγούδια το επισκιάζουν.

The Battle of Sudden Flame/Time Stands Still (At the Iron Hill)

Blind Guardian – Time Stands Still (At The Iron Hill)

Οι Ñoldor του Fingolfin θα επιβιώσουν από τους πάγους και θα φτάσουν στη Μέση-Γη. Εκεί θα περιορίσουν το στρατό του Morgoth στο φρούριο Angband για τέσσερις αιώνες. Είναι μια ήσυχη και ειρηνική περίοδος, που θα διακοπεί απότομα όταν ο Morgoth, εξαπολύσει την επίθεσή του. Στην Dagor Braggolach, τη Μάχη της Ξαφνικής Φλόγας, τα ξωτικά εξαναγκάζονται σε υποχώρηση, και η πολιορκία της Angband, μαζί με την ειρήνη, φτάνουν στο τέλος τους. Ένας από τους άρχοντες των ξωτικών, ο Finrod Felagund, σώζεται από τον άνθρωπο Barahir, και ορκίζεται φιλία και βοήθεια στη γενιά του.

Ο ίδιος ο Fingolfin λαμβάνει νέα για ολοκληρωτική καταστροφή του λαού του, και τρελός από οργή επιστρέφει μόνος στην Angband. Τρομερός στο θυμό του, προκαλεί τον ίδιο το Morgoth σε μονομαχία. Come out, you coward! Ακόμα και ο Μαύρος Εχθρός νιώθει φόβο στη θέα του βασιλιά των ξωτικών, αλλά θα δεχτεί, προκειμένου να μη φανεί δειλός μπροστά στο στρατό του. Εφτά φορές θα χτυπήσει ο Fingolfin, και κάθε φορά ο Morgoth θα ουρλιάξει από πόνο και αγωνία. Οι πληγές του δεν θα θεραπευτούν ποτέ. Αλλά τελικά ο βασιλιάς πέφτει, γιατί ποτέ ξωτικό δεν θα μπορέσει να σκοτώσει έναν από τους Valar, ακόμα και αν είναι εκπεσών.

Το ‘Time Stands Still (At the Iron Hill)’ είναι ένα ηρωικό τραγούδι ανδρείας. Η μουσική καλπάζει μαζί με το Fingolfin, γρήγορη αλλά και σκληρή. Heavy κομμάτι για τα δεδομένα του δίσκου, με οργιαστικά ντραμς που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στη μάχη στρατούς και τον Kürsch να μεταμορφώνεται αβίαστα από ηρωικό βασιλιά σε σκοτεινό άρχοντα σε μια εξαιρετική εκτέλεση. Tαιριαστό για την τελευταία μάχη ενός βασιλιά.

The Dark Elf/Thorn

O Eöl, το Σκοτεινό Ξωτικό, θα βρεθεί στο δρόμο του Turgon και της Gondolin, και ο απόγονός του, Maeglin, θα είναι αυτός που θα βάλει τέλος στην κρυμμένη πόλη. Άλλη μια κατάρα, από τον πατέρα στο γιο.

Στο ‘Thorn’ περιγράφεται αυτή η μεταστροφή του Maeglin, που οι απειλές αλλά και οι ψεύτικες υποσχέσεις του Morgoth οδήγησαν στην προδοσία και την αποκάλυψη της εισόδου της Gondolin, πίσω από τους αγκαθωτούς θάμνους που την προστάτευαν από το βλέμμα των εχθρών της.

Πιο αργό από το ‘Time Stands Still (At the Iron Hill)’ αλλά σαφώς πιο έντονο από τις μπαλάντες στο πρώτο μισό του δίσκου, το ‘Thorn’ είναι ένα αρκετά ιδιαίτερο τραγούδι, με πιο σκοτεινούς τόνους. Ορχηστρικό, με μια κρυμμένη ενέργεια η οποία ξεπηδάει στις εναλλαγές ανάμεσα σε πολλούς στίχους αλλά και στο ενδιάμεσο instrumental κομμάτι.

The Eldar/Nom the Wise

Ένα ξωτικό που έσωσε έναν άνθρωπο, θυσιάζοντας τη ζωή του. Ένας από τους μεγάλους των Ñoldor, ο Finrod Felagund, γνωστός ανάμεσα στις φυλές των ανθρώπων που τον αγάπησαν ως Nóm, ο Σοφός. Ξεπλήρωσε τον όρκο φιλίας που είχε δώσει στην Dagor Bragollach, σώζοντας τον Beren, γιο του Barahir, από έναν λυκάνθρωπο, αλλά τραυματίστηκε και ο ίδιος θανάσιμα. Στο ‘The Eldar’ ο Finrod αποχαιρετάει τους δικούς του, αφήνοντας τον Beren να τον θρηνήσει στο αφηγηματικό ‘Nom the Wise’.

Το ‘The Eldar’ είναι το πιο αργό και συναισθηματικό τραγούδι του δίσκου, και μάλλον η καλύτερη από τις μπαλάντες του. Έχει σχεδόν οπερατική αίσθηση, με όμορφα κομμάτια πιάνου και έναν Hansi Kürsch που έχει εδώ και εκεί μια κορώνα, αλλά στο μεγαλύτερο μέρος τραγουδάει ήρεμα και συγκρατημένα. Ένα στυλ που δεν συνηθίζει, αλλά και πάλι κάνει περίφημη δουλειά.

When Sorrow Sang/Out on the Water

Blind Guardian – When Sorrow Sang

Δεν υπάρχει Silmarillion χωρίς Beren και Lúthien, και προφανώς δεν υπάρχει μεταφορά του σε οποιαδήποτε μορφή χωρίς αυτούς. Ο χορός και το τραγούδι της Lúthien, που κοίμισε το Morgoth και επέτρεψε στον Beren να κλέψει ένα Silmaril είναι εξάλλου το εξώφυλλο του δίσκου. Στo ‘When Sorrow Sang’ o Beren τραγουδά την αγάπη του για τη Lúthien και το θάνατό του στη μάχη εναντίον του λύκου Carcharoth, που τον παίρνει μακριά της.

Ένας καταραμένος, θνητός άνθρωπος, και η αγάπη του για την ωραιότερη των αθάνατων ξωτικών. Στο κλείσιμο ο Mandos, ο Κριτής των Νεκρών, ακούει το τραγούδι της Lúthien, που καταφέρνει να συγκινήσει ακόμα και αυτόν. Η Lúthien θυσιάζει την αθανασία της, η μόνη από τα ξωτικά που θα μοιραστεί τη μοίρα των ανθρώπων. Αυτή και ο Beren θα επιστρέψουν στη ζωή και θα ζήσουν όσα χρόνια τους δοθούν, σαν θνητό ζευγάρι. Και η υπόλοιπη ζωή τους θα περάσει στο νησί Tol Galen, τη Γη των Νεκρών που Έζησαν, ‘Out on the Water’.

Το ‘When Sorrow Sang’ δεν είναι η αργή ερωτική μπαλάντα που θα περίμενε κανείς ακούγοντας το θέμα της, αλλά ένα γρήγορο κομμάτι με την κιθάρα και τα ντραμς να γεμίζουν κάθε δευτερόλεπτο. Παθιασμένα φωνητικά και μερικά πιο “ήσυχα” περάσματα θυμίζουν ότι ναι, είναι ένα ερωτικό τραγούδι… αλλά είναι και μια επική ιστορία ανδρείων κατορθωμάτων και αψηφισιάς απέναντι στη μοίρα.

Καυχησιά και απαιτήσεις του Morgoth εναντίον του φυλακισμένου Húrin στο ‘The Steadfast’, και η ιστορία περνάει στο τελευταίο μέρος της.

A Dark Passage/Final Chapter (Thus ends…)

Blind Guardian – A Dark Passage

Nirnaeth Arnoediad. Αμέτρητα Δάκρυα. Η τελευταία μεγάλη μάχη του Morgoth και των ξωτικών, με την προδοσία των ανθρώπων να οδηγεί στη νίκη του Μαύρου Εχθρού. Αλλά αυτό δεν είναι το τέλος. Νέες ημέρες θα έρθουν, και ποιος ξέρει τι επιφυλάσσει το μέλλον…

To ‘A Dark Passage’ είναι ένα heavy κομμάτι, με βαρείς τόνους και σκοτεινό ήχο. Είναι η νίκη αλλά και οι ανησυχίες ενός σκοτεινού άρχοντα, της ενσάρκωσης του κακού του κόσμου. Ένα ιδανικό κλείσιμο στο δίσκο, με το outro ‘Slowly marching on/still we’re marching on’ να σβήνει σταδιακά, αφήνοντας πίσω το τεράστιο έπος που προηγήθηκε. Η τελευταία μικρή αφήγηση του ‘Final Chapter’ μάλλον χαλάει λίγο το κλίμα…

Το ‘Nightfall in Middle-Earth’ είναι μεγάλο και επικό, μια εξαιρετική μουσική μεταφορά ενός δύσκολου βιβλίου. Στέκεται στο ύψος του πρωτοτύπου, αν δεν το ξεπερνάει κιόλας. Το Silmarillion δεν είναι ακριβώς το είδος του αναγνώσματος που σε προκαλεί να το διαβάσεις ξανά και ξανά. Αλλά το ‘Nightfall’ μπορεί άνετα να παίζει κάθε μέρα για μερικές εβδομάδες.

Υπάρχουν σημεία στα οποία φαίνεται να σκοντάφτει. Τα αφηγηματικά μέρη είναι εμπνευσμένη πινελιά, σχεδόν απαραίτητη αν σκεφτεί κανείς πόσο περίπλοκη είναι η ιστορία, και πολλές φορές προσθέτουν στην ατμόσφαιρα (βλέπε ‘War of Wrath’, ‘Nom the Wise’), αλλά συχνά φαίνεται να διαταράσσουν τον ειρμό των τραγουδιών (‘The Minstrel’, ‘Final Chapter’) και είναι πολλά στον αριθμό. Η ροπή προς τις μπαλάντες έχει κάποιες φορές αντίστοιχο αποτέλεσμα. Γρήγορα τραγούδια και επικές ιστορίες κόβονται απότομα από αργά κομμάτια, ξενίζοντας μερικούς. Αλλά τίποτα δεν είναι τέλειο.

Το ‘Nightfall in Middle-Earth’ είναι αδιαμφισβήτητα από τους κορυφαίους δίσκους των Blind Guardian. Είναι φιλόδοξο, μερικές φορές παρασύρεται από τον ίδιο του τον όγκο, αλλά τελικά πετυχαίνει, και δίνει μερικά από τα καλύτερα τραγούδια του συγκροτήματος στην πορεία. Mια ηρωική ιστορία που κάθε βάρδος και ραψωδός θα ήθελε να πει.