Clive Burr: Εν αρχήν ην…

Clive Burr

Οι Iron Maiden φαίνονται σχετικά σταθεροί στη σύνθεσή τους αν αναλογιστεί κανείς τη μακρόχρονη πορεία τους στα μουσικά δρώμενα.

Οι Βρετανοί είναι ίδιοι εν έτει 1985 και 2020, έχοντας προσθέσει και ένα μέλος, με τη δεκαετία του ’90 και τις, προσωρινές όπως αποδείχτηκε, αποχωρήσεις των Adrian Smith και Bruce Dickinson να αποτελούν ιστορία που είναι απίθανο να επαναληφθεί.

Εν αντιθέσει, τα πρώτα χρόνια της μπάντας ήταν συνεχώς ρευστά όσον αφορά τα μέλη, με το Steve Harris να αλλάζει μουσικούς ασταμάτητα στην πεισμωμένη προσπάθειά του να κάνει το όραμά του για τους Iron Maiden πραγματικότητα.

Θύματα αυτού του κυκεώνα αλλαγών ήταν ο φίλος του Harris Doug Sampson, ο Dave Murray (ευτυχώς για λίγο) και φυσικά, προς το τέλος αυτής της πρώτης φάσης, η πολύκροτη αποχώρηση του Paul Di’Anno.

Δεν σήμανε βέβαια τη σταθεροποίηση της σύνθεσης. Αυτή ήρθε μετά από μία ακόμα αποχώρηση, που μπορεί να μην έκανε τον ίδιο θόρυβο αλλά σίγουρα αφορούσε έναν από τους κορυφαίους μουσικούς που είχαν ποτέ στις τάξεις τους οι Iron Maiden.

Ο Clive Burr δεν είναι σε καμία περίπτωση ξεχασμένος από τους οπαδούς της μπάντας, αλλά ουδέποτε οδήγησε σε διαφωνίες και διχασμούς επιπέδου αναλόγου του αειθαλούς «Paul ή Bruce» ερωτήματος. Κάτι που ίσως δεν είναι κακό, όσο θυμάται κανείς να τον εκτιμά.

Γιατί πρόκειται για τον ντράμερ των τριών πρώτων δίσκων των Iron Maiden, της πρώτης γραμμής του NWOBHM και μέλλοντος μεγαλύτερου metal συγκροτήματος της δεκαετίας.

Πρόκειται για τον ντράμερ που συμμετείχε σε μερικά από τα σημαντικότερα και επιδραστικότερα άλμπουμ της metal μουσικής, τον ντράμερ ενός εκ των σπουδαιότερων ντεμπούτων του σκληρού ήχου, του συχνά υποτιμημένου αλλά δυναμικού ‘Killers’ και του οροσήμου ‘The Number of the Beast’.

Ορμώμενος εκ Samson (όπως κάποιος άλλος γνωστός), ο Clive Burr κατέφτασε στους Iron Maiden ακριβώς την κατάλληλη στιγμή. Το ‘The Soundhouse Tapes’ είχε κυκλοφορήσει, η συμφωνία με την EMI είχε κλείσει, και το μόνο που έμενε ήταν να ηχογραφηθεί τελικά ο πολυπόθητος δίσκος.

Με το Harris να διώχνει, με βαριά καρδιά, τον Doug Sampson λόγω προβλημάτων υγείας, ο Burr βρέθηκε πίσω από τα ντραμς των Iron Maiden στις 26 Δεκεμβρίου του 1979 και, λιγότερο από ένα μήνα μετά, στο στούντιο προς απόδειξη της αξίας του.

Το ‘Iron Maiden’ έκανε θραύση, το σχήμα πήρε ηγετικό ρόλο στο νέο κίνημα του σκληρού ήχου που σάρωνε τη χώρα, και τα υπόλοιπα είναι ιστορία.

Δύο χρόνια μετά ο ηγετικός τους ρόλος είχε επεκταθεί σε όλο το φάσμα της metal, καθώς το NWOBHM έπνεε ήδη τα λοίσθια, αλλά οι Iron Maiden στέκονταν ήδη πολύ πέρα από αυτό.

Μπορεί να μην είχε ποτέ την τεχνική του Nicko McBrain, αλλά δεν είναι δυνατό να περιφρονήσει κανείς το άτομο πίσω από τα τύμπανα σε τέτοιες κυκλοφορίες.

Ο Clive Burr είχε το δικό του αμίμητο ύφος, μαζί με ένα αλήτικο στυλ που αποτελεί ιδιομορφία των πρώτων δίσκων του βρετανικού συγκροτήματος.

Ένας ήχος λίγο πιο ακατέργαστος, πιο του δρόμου, τραχύτερος από αυτόν μελλοντικών κυκλοφοριών της μπάντας, στον οποίο συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό.

Και έχοντας εμφανιστεί σε τρεις δίσκους τέτοιου βεληνεκούς, το στυλ αυτό βρήκε πολλούς αποδέκτες τα επόμενα χρόνια, που ξεκίνησαν να παίζουν μουσική γεμίζοντας τους τοίχους τους με αφίσες Iron Maiden και λιώνοντας τις πρώτες τους κυκλοφορίες.

Δεν αποδείχτηκε τελικά αρκετά σταθερός. Για λόγους ασαφείς, που παραμένουν ανεπιβεβαίωτοι, ο Steve Harris αποφάσισε ότι ο Clive Burr δεν μπορούσε να συνεχίσει με τους Iron Maiden, που γίνονταν όλο και πιο μεγάλοι.

Έκανε την τελευταία αλλαγή, κλείνοντας την πόρτα που έμενε ανοιχτή από τη γέννηση της μπάντας και σταθεροποιώντας τη σύνθεση για το υπόλοιπο της δεκαετίας.

Ο Clive Burr δεν έγινε κομμάτι της ανεπανάληπτης επιτυχίας που γνώρισαν οι Iron Maiden στη συνέχεια του ’80. Συνέχισε για κάποια χρόνια να παίζει, αλλά ποτέ δεν καταστάλαξε κάπου, και τελικά η σκλήρυνση κατά πλάκας έβαλε τέλος στην καριέρα του.

Του έμεινε η πρώτη τριάδα. Του έμεινε το ‘Running Free’, το ‘Murders in the Rue Morgue’ και το ‘Run to the Hills’. Και είναι αρκετά για να τον βάλουν στην καρδιά των απανταχού οπαδών.

Παρών στο ξεκίνημα της ανόδου, έβαλε τα θεμέλια για το ναό του Θηρίου. Θεμέλια τόσο γερά ώστε στέκουν μέχρι και σήμερα, σταθερότερα από ποτέ.

Ο θάνατός του, παρά τα τριάντα χρόνια που μεσολάβησαν από την αποχώρησή του, έγινε ημέρα θλίψης για τον Maiden κόσμο.

Ο Clive Burr είναι για πολλούς ο πρώτος ντράμερ των Iron Maiden που έμαθαν. Και εκεί που συμμετείχε, μέτρησε.

Δεν ήταν απλά ένας ακόμα περαστικός μουσικός στη Maiden μηχανή. Ήταν, έστω και για λίγο, σημαντικό μέρος της.