Death – The Sound of Perseverance: Και ο κύκλος έκλεισε

Από τα ωραία των Death είναι η έλλειψη διχασμών και διαφωνιών αναφορικά με το μεγαλύτερο μέρος της καριέρας τους. Ναι, σαφώς υπάρχουν αντίθετες απόψεις, αλλά σε σύνολο σπάνιο για συγκρότημα του ακραίου ήχου η κοινότητα φαίνεται να συμφωνεί.

Οι Death την ίδρυσαν. Οι Death την έπαιξαν. Οι Death την τελειοποίησαν. Σε όλα τα επίπεδα και την εξέλιξή της death metal, οι Death έχουν, αν όχι τον πρώτο λόγο, μεγάλη συμβολή.

Μπορεί άραγε να ειπωθεί για μια τέτοια μπάντα η βαρύγδουπη, σχεδόν πάντα υπερβολική και γενικά σαφώς υποκειμενική δήλωση ότι «δεν έχουν βγάλει κακό δίσκο»;

Μάλλον. Προφανώς, στους επτά δίσκους που κυκλοφόρησε ο Chuck Schuldiner με το εκάστοτε line-up που επέλεγε κάθε φορά υπάρχουν και πιο μέτριες στιγμές. Αλλά κακός δίσκος; Εδώ μάλλον το βαρύγδουπο της δήλωσης φαίνεται να αντιστρέφεται, το περίεργο να γίνεται το φυσιολογικό. Το μόνο σημείο που φαίνεται να εμφανίζει μικρές ρωγμές είναι το φινάλε. Το ‘The Sound of Perseverance’.

Η τάση του Schuldiner για διαρκείς αλλαγές και εξελίξεις στη μουσική που έπαιζε εντυπωσίαζαν και εντυπωσιάζουν. Δεν αμφισβητούνται οι ικανότητές του ως μουσικού, ούτε αυτές των πολλών συνεργατών του.

Το ‘The Sound of Perseverance’, το κύκνειο άσμα των Death, συνεχίζει αυτήν την τάση, και εδώ βρίσκεται για μερικούς μια διάσταση απόψεων. Ο κορυφαίος Death δίσκος, ή το σημείο που η μπάντα μάλλον το παράκανε;

Υποκειμενικά όλα αυτά, αλλά δε νομίζω να ξενίσει πολλούς το να πω ότι αυτός δεν είναι ο καλύτερος δίσκος των Death. Είναι ο χειρότερος; Μπορεί, μπορεί και όχι. Αλλά πιστεύω ότι τελικά επισφραγίζει την προαναφερθείσα δήλωση.

Οι έξι προηγούμενοι δίσκοι ήταν καλοί. Ή εξαιρετικοί, ή απίστευτοι. Τα επίθετα ας τα προσθέσει μόνος του ο καθένας. Το ‘The Sound of Perseverance’ είναι επίσης καλό. Το τέλος της ιστορίας τη δικαιώνει. Δε χρειάζεται να είναι το καλύτερο ή το χειρότερο κεφάλαιο για να είναι άξιο αναφοράς το σύνολο.

Ο δίσκος δεν είναι ο πιο επαναστατικός των Death, αλλά στέκεται σταθερά.

Εδώ, περισσότερο ίσως από οποιαδήποτε άλλη δουλειά του συγκροτήματος, το λόγο έχουν, πρώτα απ’όλα, τα ντραμς. Ο μοναδικός δίσκος της μπάντας με τον Richard Christy είναι, κατά τον ίδιο τον ντράμερ, ο δίσκος που τον κάνει περισσότερο περήφανο ανάμεσα στις πολυάριθμες συνεργασίες και κυκλοφορίες του, και δικαίως.

Τα περάσματά του σε όλο το άλμπουμ είναι εξαιρετικά. Ταχύτητα, τεχνική και δύναμη, απόλυτα ταιριαστός με τον ακραίο αλλά και προοδευτικό ταυτόχρονα ήχο της μπάντας. Σε κομμάτια όπως το ‘Spirit Crusher’ κοιτάζει στα ίσια τη φοβερή απόδοση του Gene Hoglan στο ‘Symbolic’, και γενικά δίνει από μόνος του άλλο επίπεδο στο δίσκο.

Ο Richard Christy δεν παίζει μόνος του βέβαια. Ο Chuck Schuldiner δεν παύει ποτέ να είναι ο Chuck Schuldiner, η συνεργασία του με το Shannon Hamm αποδίδει πολύ καλά και οι κιθάρες των Death ηχούν, όπως πάντα, ποιοτικότατες.

Τα φωνητικά του μεγάλου μουσικού σίγουρα έχουν δει και καλύτερες στιγμές, και ο δίσκος δεν έχει τόσες ιδέες όσο παλιότερες δουλειές, αλλά δεν παύει να είναι ακόμα ένα βήμα παραπέρα.

Ένα βήμα που κάποιοι θεωρούν ότι οδηγούσε στην έξοδο από την death metal, μια καινούργια εποχή για τον Chuck Schuldiner που δυστυχώς ποτέ δεν κατάφερε να υλοποιήσει.

Είτε αληθεύουν τέτοιες φήμες είτε όχι, παραμένει το γεγονός ότι ένα από τα καλύτερα (αν όχι το καλύτερο) τραγούδια του δίσκου είναι ένα instrumental τραγούδι, χωρίς τη συνεισφορά του Christy, ατμοσφαιρικό και με… ακουστική κιθάρα. Το ‘Voice of the Soul’, παρά το παράταιρο του είδους του, είναι μια κορυφαία στιγμή του σχήματος.

Όχι, δε νομίζω ότι το ‘The Sound of Perseverance’ είναι ο καλύτερος δίσκος των Death. Αλλά όταν μιλάμε για μια τέτοια μπάντα αυτό δεν έχει και τόση σημασία. Οι Death άλλαξαν τα δεδομένα της metal, άφησαν μια τεράστια κληρονομιά στο χώρο, και επηρέασαν όσο ελάχιστοι σύγχρονους και μεταγενέστερους μουσικούς.

Για μια τέτοια μπάντα, σημασία έχει κάθε δουλειά της να έχει μια θέση, να στέκεται στο ύψος του συνόλου, να μπορεί να σηκώσει το βάρος του ονόματος και της ιστορίας που κουβαλάει.

Το ‘The Sound of Perseverance’, που έμελλε να αποτελέσει το κλείσιμο του κύκλου που είχε ξεκινήσει έντεκα χρόνια πριν, είναι ένας Death δίσκος. Είναι ένας καλός δίσκος. Και αυτό είναι που μετράει.