Diamanda Galás – All Τhe Way

Diamanda Galás - All The Way / Εξώφυλλο
Diamanda Galás - All The Way / Εξώφυλλο

Πέρασαν εννέα ολόκληρα χρόνια από τον τελευταίο δίσκο της αυτοκράτειρας της avant-garde σκηνής, Diamanda Galás, και το ‘Guilty Guilty Guilty’ του 2008, και έφτασε πλέον η ώρα για την αντισυμβατική και καλλιτεχνικά ιδιόρρυθμη καλλιτέχνιδα να επιστρέψει στο προσκήνιο με δύο παράλληλες κυκλοφορίες, τα ‘All The Way’ και ‘At Saint Thomas the Apostle Harlem’.

Και ενώ το ‘At Saint Thomas the Apostle Harlem’ αποτελεί μία αμιγώς ζωντανή ηχογράφηση από το Harlem της Νέας Υόρκης το Μάιο του 2016, το ‘All The Way’ είναι ένα υβρίδιο στούντιο και ζωντανών ηχογραφήσεων από παραδοσιακές και jazz συνθέσεις, περασμένες πάντα από το καλλιτεχνικό φίλτρο της Diamanda. Λόγω της μεγαλύτερης ποικιλομορφίας στη μουσική και στην ατμόσφαιρα, στο παρόν άρθρο παρουσιάζεται ο δίσκος ‘All The Way’, η πρώτη στούντιο δουλειά της Αμερικανής μετά από το 1994 και το αριστουργηματικό ‘The Sporting Life’ που συνυπέγραψε ο John Paul Jones των Led Zeppelin.

Ο δίσκος ανοίγει με το ‘All The Way’, ένα pop κομμάτι της δεκαετίας του ’50 που έγινε γνωστό από τον Frank Sinatra το 1957, έχει βραβευτεί με Όσκαρ και έχει διασκευαστεί αμέτρητες φορές από διάφορους καλλιτέχνες. Η Diamanda, όμως, όπως μας έχει συνηθίσει στα σχεδόν 40 χρόνια δισκογραφικής της παρουσίας, επεμβαίνει στο τραγούδι σε τέτοιο βαθμό που ως και ο ίδιος ο δημιουργός του δύσκολα θα αναγνώριζε. Έτσι, φαίνεται να έχει αποσυναρμολογήσει πλήρως το ‘All The Way’ και να το έχει ξαναφτιάξει από το μηδέν στα δικά της μέτρα, διατηρώντας απλά τους στίχους και τον χαρακτήρα του. Με το πιάνο της να τη συνοδεύει παίζοντας παράλληλες συγχορδίες – σαν μία σκοτεινή μετενσάρκωση του Claude Debussy, η Diamanda χρησιμοποιεί ως κύριο όργανο την εντυπωσιακή soprano φωνή της, ενισχύοντάς την ανά διαστήματα με echo, δημιουργώντας έτσι μία ζοφερή και απόκοσμη ατμόσφαιρα, αποδεικνύοντας πως μπορεί να «ντύσει» με σκοτάδι οποιαδήποτε σύνθεση.

Ακολουθεί το ‘You Don’t Know What Love Is’ με μία εξαιρετική ερμηνεία, γεμάτη συναίσθημα και με το παράπονο ευδιάκριτο στη φωνή της Αμερικανής. Πρόκειται για ένα τραγούδι που έχει ερμηνευτεί από τις πιο δυνατές φωνές στην ιστορία της μουσικής, όπως αυτές των Billie Holiday, Chet Baker, Ella Fitzgerald και Etta James, η ερμηνεία της Diamanda όμως καταφέρνει να ξεχωρίσει λόγω συναισθήματος και εκφραστικότητας. Η φωνή της Diamanda, άλλοτε σε οπερατικά ύψη και άλλοτε σε χαμηλότερες νότες, είναι τόσο εκφραστική που μπορείς σχεδόν να τη δεις, σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, η εκφραστικότητα αυτή αγγίζει την υπερβολή. Η ακρόαση του συγκεκριμένου τραγουδιού απαιτεί την ταυτόχρονη ανάγνωση των στίχων του για να συνειδητοποιήσει κανείς πως η υπερβολή στην ερμηνεία και το παράπονο στη φωνή της Galás υπηρετούν έναν πολύ συγκεκριμένο σκοπό…

Το ‘The Thrill Is Gone’, το γνωστό αργόσυρτο blues κομμάτι των Roy Hawkins και Rick Darnell που έγινε επιτυχία από τον B.B. King, είχε κάνει την πρώτη του εμφάνιση στο ‘Malediction & Prayer’ (1998), όμως σε αυτόν τον δίσκο αποκτά μια εντελώς διαφορετική διάσταση στα χέρια -ή καλύτερα στις φωνητικές χορδές- της Diamanda, σε συνδυασμό με τον μελαγχολικό τόνο του πιάνου της. Πρόκειται για τη μουσικά πιο δυσπρόσιτη περιοχή του δίσκου, με μία παραληρηματική ερμηνεία και με την υπερβολή διάχυτη μέσα στο τραγούδι. Η αποδοχή ή απόρριψη αυτής της καλλιτεχνικής προσέγγισης του τραγουδιού εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ιδιοσυγκρασία του ακροατή και από το κατά πόσο αντιλαμβάνεται κανείς την υπερβολή ως μέσο καλλιτεχνικής έκφρασης ή ως έλλειψη μέτρου στην ερμηνεία. Σίγουρα, πάντως, δεν πρόκειται για κάτι πρωτόγνωρο στο ιδίωμα της avant-garde, ούτε φυσικά στη δισκογραφία της Galás.

Με το instrumental ‘Round Midnight’ του Thelonious Monk να παρεμβάλλεται κατευναστικά ως μία ατμοσφαιρική, low-tempo jazz σύνθεση, ο δίσκος συνεχίζει με το ‘O Death’, ένα παραδοσιακό αμερικανικό τραγούδι – ύμνο στον θάνατο. Η ατμόσφαιρα του τραγουδιού είναι απόλυτα συμβατή με την καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία της Galás, η οποία το ερμηνεύει με έναν τόσο τρομακτικό τρόπο, λες και βρίσκεται στα έγκατα του Άδη παρέα με το πιάνο της. Στα σχεδόν 11 λεπτά του τραγουδιού, επιδεικνύει μοναδικά τις φωνητικές της ικανότητες, ανεβοκατεβαίνοντας οκτάβες, από τις χαμηλές νότες της bluesy εισαγωγής ως τις αγωνιώδεις, σχεδόν σχιζοφρενικές κραυγές στη μέση του τραγουδιού.

https://youtu.be/rhUvwMWT_oE

Το τελευταίο μέρος της ακρόασης επιφυλάσσει μία συμβατική για τα δεδομένα της Diamanda ερμηνεία, το ‘(Pardon Me), I’ve Got Someone To Kill’ σε blues ρυθμούς, με την ερμηνεύτρια να εξερευνεί μία ακόμα πτυχή της εντυπωσιακής φωνής της και με το παίξιμό της στο πιάνο να ακούγεται πιο κοντά στη blues παράδοση της Νέας Ορλεάνης, παρά στην αυθεντική honky-tonk έμπνευση του Johnny Paycheck.

https://youtu.be/t9YYv-oZfsk

Ο δίσκος στο σύνολό του είναι αντιπροσωπευτικός για το καλλιτεχνικό έργο της σκοτεινής diva, όντας αντισυμβατικός προς τις αποδεκτές φόρμες της μουσικής βιομηχανίας, την ίδια όμως στιγμή περιέχει απλές blues στιγμές και προσιτές μελωδικές εκφράσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να δελεάσουν και τους λιγότερο εξοικειωμένους ακροατές. Η ζοφερή ατμόσφαιρα που περιβάλλει το δίσκο, αλλά και η γενικότερη αισθητική της μουσικής της Diamanda δικαιώνουν τον εύστοχο χαρακτηρισμό «H.R. Giger της μουσικής», ενώ η περίφημη soprano φωνή της μεγάλης έκτασης και των σπουδών bel canto της νιότης της παραμένει εντυπωσιακή παρά τα 61 χρόνια της.

Το ‘All The Way’ δεν είναι ο δίσκος που ακούς στο αυτοκίνητο ή βάζεις στο πικάπ κάποιο κυριακάτικο πρωινό για να σε ξεκουράσει, όμως το όνομα στο εξώφυλλο φροντίζει να σε προϊδεάσει εξ αρχής γι’αυτό. Άλλωστε, ένας δίσκος που απαιτεί προσήλωση και πνευματική επεξεργασία δεν είναι για κάθε ώρα ούτε για κάθε ακροατήριο…

Δείτε ακόμα: 

Η Diamanda Galás στην Ελλάδα!