Eloy – The Vision, The Sword And The Pyre (Part 1)

Eloy - The Vision, The Sword And The Pyre (Part 1) / Εξώφυλλο
Eloy - The Vision, The Sword And The Pyre (Part 1) / Εξώφυλλο

Οι Γερμανοί Eloy δε χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις, καθώς πρόκειται για ένα συγκρότημα με περισσότερα από 45 χρόνια στο χώρο του προοδευτικού ήχου, ενώ είναι αναμφίβολα οι μεγαλύτεροι εκπρόσωποι του symphonic rock είδους εκτός Ηνωμένου Βασιλείου, ανθίζοντας, μάλιστα, σε μία περίοδο, όπου στη γενέτειρά τους κυριαρχούσε το Krautrock ιδίωμα. Πίσω από τους θρυλικούς Eloy βρίσκεται ο μόνιμα ανήσυχος Frank Bornemann (εκτός των άλλων παραγωγός του πιο ψυχεδελικού δίσκου των Scorpions, ‘Fly To The Rainbow’ του 1974), ο οποίος είναι η φωνή, η κιθάρα και η συνθετική κινητήριος δύναμη του συγκροτήματος.

Έχοντας κυκλοφορήσει το αξιοπρεπές αλλά όχι αξιομνημόνευτο ‘Visionary’ το 2009, οι Eloy έμοιαζαν ανενεργοί, τουλάχιστον σε δισκογραφικό επίπεδο, μέχρι που ο Bornemann γνωστοποίησε το περασμένο έτος πως είχε ξεκινήσει να δουλεύει -επιτέλους- πάνω στο πιο μεγαλόπνοο έργο της καριέρας του: έναν concept δίσκο αφιερωμένο στη Jeanne d’Arc (ή «Ιωάννα της Λωραίνης» στην ελληνική βιβλιογραφία), τον οποίο οραματιζόταν επί δεκαετίες, ποτέ όμως δεν βρήκε τον χρόνο να υλοποιήσει… ως τώρα! Όντας μεγάλος λάτρης της ιστορίας, o Bornemann είχε αναπτύξει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ηρωίδα – σύμβολο της Γαλλίας, η οποία αποτέλεσε έμπνευση και για μεμονωμένα τραγούδια της δισκογραφίας των Eloy στο παρελθόν, όπως τα ‘Jeanne d’Arc’ στο ‘Destination’ (1992) ή το ‘Company of Angels’ στο ‘The Tides Return Forever’ (1994) και έτσι αποφάσισε να μελοποιήσει την εντυπωσιακή της ιστορία, αλλά και το τραγικό της τέλος στην πρώτη rock opera της καριέρας του, η οποία θα κυκλοφορήσει σε δύο μέρη (το δεύτερο μέρος θα κυκλοφορήσει μέσα στο 2018). Μετά από αρκετούς μήνες αναμονής, μιας και η κυκλοφορία του δίσκου αναβλήθηκε λόγω τεχνικών προβλημάτων, οι απανταχού οπαδοί των Eloy μπορούν πλέον να απολαύσουν το πρώτο μέρος του έργου που επί χρόνια οραματιζόταν ο ιδιοφυής μουσικός.

Ο δίσκος έχει ορισμένες ιδιαιτερότητες που προκύπτουν από τη rock opera φύση του, όπως την ασυνήθιστη ύπαρξη γυναικείων φωνητικών ή χορωδιακών μερών, όμως στη βάση του είναι προϊόν Eloy και αυτό θα το διακρίνουν οι οπαδοί τους από τις πρώτες κιόλας νότες του δίσκου. Τα συμφωνικά περάσματα, το πομπώδες ύφος και η χαρακτηριστική φωνή του Bornemann είναι στοιχεία που έχουν ταυτιστεί με τους Γερμανούς και δεν θα μπορούσαν να λείπουν ούτε από ένα έργο φαινομενικά διαφορετικό από την ως τώρα δισκογραφία τους. Παρόλα αυτα, ορισμένα από τα νέα στοιχεία, όπως τα πιο ατμοσφαιρικά χορωδιακά μέρη ή οι folk νότες που παρεμβάλλονται ανά διαστήματα δίνουν μία νέα πνοή και μία αίσθηση εξέλιξης στη μουσική των Γερμανών, ενώ η παραγωγή είναι προσεγμένη όσο σε κανέναν άλλον δίσκο τους.

Παρά τα μεγαλεπίβολα, όμως, σχέδια του δημιουργού του και τις εμφανώς ειλικρινείς προθέσεις του για έναν δίσκο-μνημείο στη Jeanne d’ Arc, το έργο χωλαίνει, παρουσιάζοντας εμφανείς αδυναμίες. Η καλογυαλισμένη παραγωγή καταντά κατά διαστήματα… πλαστική, τα πομπώδη συμφωνικά περάσματα καταντούν… γραφικά, ιδιώς μετά από 46 χρόνια καριέρας, όπου η έμπνευση είναι περιορισμένη, ενώ πολλές από τις συνθέσεις και τις ενορχηστρώσεις είναι νωθρές, ιδίως στη μέση του δίσκου. Επίσης, υπάρχει μία επιπλέον αδυναμία κατά τον γράφοντα, η οποία όμως είναι πρωτίστως θέμα γούστου: η φωνή του Bornemann, η οποία ανέκαθεν δίχαζε το κοινό των Γερμανών, ακούγεται πιο χτυπητά ανεπαρκής από ποτέ. Και ενώ ο ίδιος κατάφερνε πάντα με τη συνθετική του μαεστρία να συγκαλύψει το πρόβλημα ή ακόμα και να το μετατρέψει σε αβαντάζ (μεγαλύτερο παράδειγμα το ‘Poseidon’s Creation’ από το αριστουργηματικό ‘Ocean’ (1977) όπου η νωχελική ερμηνεία του χάνεται αρμονικά μέσα στην ψυχεδελική ατμόσφαιρα του τραγουδιού), αυτή τη φορά η rock opera φύση του δίσκου, ειδικά στα spoken-word μέρη εκθέτει τον Bornemann.

Στον αντίποδα, τα γυναικεία φωνητικά του δίσκου από την Anke Renner, τα αφηγηματικά μέρη της Alice Merton στον ρόλο της Jeanne, το ελεγειακό πέρασμα της Isgaard στο τραγούδι ‘The Prophecy’, αλλά και η εντυπωσιακή ερμηνεία της Jessy Martens στο ‘Why?’ που κλείνει το δίσκο, κρατούν ψηλά τον πήχη σε έναν δίσκο όπου εξ ορισμού τα φωνητικά μέρη πρωταγωνιστούν, ενώ η γλυκύτητα της εισαγωγής του ‘Early Signs… From a Longed-For Miracle’ αλλά και η progressive εξελιξή του αποτελεί μία από τις πιο εντυπωσιακές σύγχρονες στιγμές των Eloy, αφήνοντας υποσχέσεις για το μέλλον των «γερόλυκων».

Εν τέλει, παρά τις αδυναμίες του, ο δίσκος είναι μία ευχάριστη επιστροφή των Eloy στο προσκήνιο, θυμίζοντας ανά διαστήματα τη χρυσή περίοδο 1977-1982, ενώ υστερεί μονάχα στη σύγκριση με τον εαυτό του. Ή καλύτερα σε σύγκριση με τις προσδοκίες που δημιούργησε ο ίδιος ο Bornemann μιλώντας για το πιο φιλόδοξο έργο του, κάτι που αδικεί κατάφορα τον ίδιο αλλά και μία δισκογραφία που περιέχει έπη όπως το ‘Ocean’ ή το ‘Silent Cries & Mighty Echoes’. Και μιας και ο δίσκος παρουσιάζει τις καλύτερες στιγμές του προς το τέλος του (με τα ‘Chinon’, ‘Les Tourelles’ και ‘Why?’ να ξεχωρίζουν μουσικά), το δεύτερο μέρος αναμένεται με μεγάλη ανυπομονησία…