Gothenburg: Η γέννηση της μελωδίας του θανάτου

Η δεκαετία του ‘90 είναι περίοδος παρακμής στο μυαλό πολλών ακροατών του σκληρού ήχου.

Όλοι έχουμε ακούσει κάποιον να υποστηρίζει ότι η grunge σκότωσε το metal, και η γενική άποψη, ειδικά των παλαιότερων, ότι τα ‘80s ήταν η χρυσή εποχή, αναπόφευκτα οδηγεί στην πεποίθηση ότι τα χρόνια που ακολούθησαν απλά δεν μπορούν να συγκριθούν. Αλλά ας είμαστε ειλικρινείς, η νοσταλγία δεν είναι γνωστή για τη σχέση της με την αντικειμενικότητα.

Είναι αλήθεια ότι το ξεκίνημα των ‘90s ήταν δύσκολη περίοδος για τη metal. Το thrash, ύστερα από μια ξέφρενη πορεία, είχε αρχίσει να ξεφτίζει στη συνείδηση του κόσμου, μεγάλα ονόματα της προηγούμενης δεκαετίας ξεχάστηκαν, διαλύθηκαν ή πέρασαν κρίσεις με αλλαγές στο lineup και στο στυλ ενώ η άνοδος του grunge και άλλων μουσικών ειδών οδήγησε συγκροτήματα να προσαρμόσουν τον ήχο τους σε μια πιο εμπορική κατεύθυνση, κάτι που ξένισε πιο σκληροπυρηνικούς οπαδούς. Η metal είχε αρχίσει να δείχνει σημάδια ηλικίας, και η ανάγκη ανανέωσης ήταν φανερή.

Dream Theater, Paradise Lost, Pantera, Machine Head, Nevermore είναι όλα ονόματα που εμφανίστηκαν στα τέλη του ‘80 ή αρχές του ‘90 και που η δισκογραφική τους δουλειά μέσα στη δεκαετία έδειξε ότι ο ήχος είχε ακόμα πολλά να δώσει. Παράλληλα, η πτώση του thrash και η άνοδος ενός ήχου σαφώς πιο pop οδήγησε την extreme metal σε νέες πορείες, καθώς η αντιδραστική, underground και μη, σκηνή άρχισε να καθιερώνεται στο μυαλό των οπαδών ως αντίπαλο δέος στο ρεύμα της εποχής.

Πολεμώντας την κουλτούρα που αντιπροσώπευε το grunge, το glam, το hair, παλιοί και νέοι ακροατές στράφηκαν σε ακόμα πιο ακραίες εκφάνσεις του ήχου, ψάχνοντας για το νέο πρόσωπο που χρειαζόταν η metal, προκειμένου να ξαναγίνει αυτό που πάντα τη θεωρούσαν οι οπαδοί της. Η σκληρή μουσική, που δε νοιαζόταν για κανόνες και το mainstream κοινό, αλλά γκρέμιζε και παρέσερνε.

Οι βάσεις είχαν τεθεί ήδη από τα μέσα του ’80. Πρωτοποριακά συγκροτήματα όπως οι Celtic Frost, οι Mercyful Fate, οι Death και οι Bathory έφεραν το θάνατο και τη μαυρίλα, και μέχρι το τέλος της δεκαετίας η death και η black metal είχαν εξαπλωθεί σε όλον τον κόσμο. Οι εκπρόσωποί τους συχνά έμεναν στο underground, αλλά δεν θα αργούσε η στιγμή που θα αναδεικνύονταν.

Στη Σκανδιναβία των αρχών του ’90 τα δύο κύρια ρεύματα ήταν η νορβηγική black και η σουηδική death metal. Η αυτοκαταστροφική πορεία της πρώτης, με αποκορύφωμα τη δολοφονία του Euronymous, είναι από τις γνωστότερες ιστορίες του χώρου.

Η σουηδική σκηνή ωστόσο ακολούθησε διαφορετική κατεύθυνση, όχι μόνο στο image αλλά και μουσικά, εξελίσσοντας το death και προσθέτοντας πιο heavy και μελωδικά στοιχεία. Επίκεντρο της σκηνής ήταν η πόλη Gothenburg, με παρέες νεαρών να σχηματίζουν τις δικές τους μπάντες.

Μπάντες που ξεκίνησαν με κύριες επιρροές τους Death αλλά και το απερχόμενο (στη συνείδηση του κόσμου) thrash, και συνέχισαν με έμπνευση από σχήματα του NWOBHM, «παντρεύοντας» την death metal με τις κιθάρες των Iron Maiden και τις δικές τους καινοτομίες. Η νεολαία της πόλης ήταν έτοιμη να πάρει τη σκυτάλη.

Εδώ αξίζει μια αναφορά σε έναν πρόγονο από τη Μεγάλη Βρεταννία. Οι Carcass στο ‘Necroticism-Descanting the Insalubrious’ του 1991 αλλά κυρίως στο ‘Heartworκ’ δύο χρόνια μετά έδωσαν έμφαση στις κιθάρες και απομακρύνθηκαν κάπως από τα στεγανά και τα στεγνά της κλασικής death. Όχι ξεκάθαρα melodic, θεωρούνται ωστόσο από τους πρώτους που κοίταξαν προς τα εκεί.

Την ίδια περίοδο, τα πρώτα βήματα είχαν αρχίσει να γίνονται και στη Σουηδία. Μπάντες όπως οι Eucharist και οι Ceremonial Oath ήταν από τους πρωτοπόρους, αλλά αυτοί και άλλοι σύγχρονοί τους σύντομα διαλύθηκαν ή απορροφήθηκαν από τα σχήματα που έμελλε να αναδειχθούν ως οι ισχυρότεροι εκπρόσωποι του νέου ήχου.

Η σκηνή του Gothenburg άρχισε να δείχνει τις διαθέσεις της το 1993, με δύο σημαντικά άλμπουμ.

Τον Ιούλιο οι At the Gates, έχοντας ήδη δύο δίσκους στο δυναμικό τους, κυκλοφόρησαν το ‘Terminal Spirit Disease’, έναν δίσκο που υιοθετούσε πιο μελωδικά στοιχεία σε σύγκριση με τις προηγούμενες δουλειές της μπάντας. Ένα μήνα μετά εμφανίστηκε στα ράφια το ‘Skydancer’, το ντεμπούτο των Dark Tranquillity. Το συγκρότημα μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε γράψει μόνο demos με σαφώς πιο thrash καταβολές, και η μελωδικότητα του δίσκου, αν και ακόμα σε πρώιμο στάδιο, προϊδέαζε για το μέλλον.

Λιγότερο από ένα χρόνο μετά ο κιθαρίστας των Dark Tranquillity Mikael Stanne ανέλαβε χρέη session τραγουδιστή για ακόμα ένα ντεμπούτο, το ‘Lunar Strain’ των In Flames, δίσκο με παρόμοια φιλοσοφία. Η πρώτη πράξη της σουηδικής παράστασης είχε ολοκληρωθεί.

Τα επόμενα δύο χρόνια περιλαμβάνουν μερικούς από τους καλύτερους δίσκους της δεκαετίας και της metal γενικότερα.

Η «βόμβα» έσκασε τον Οκτώβριο του 1995, όταν οι At the Gates κυκλοφόρησαν το καταπληκτικό ‘Slaughter of the Soul’. Περισσότερο Slayer παρά Iron Maiden, αλλά η εξάχορδη αφήνει ανεξίτηλο στίγμα, με κορυφαίο παράδειγμα το ‘Cold’, όπου o guest Andy LaRocque (King Diamond) παίζει ίσως την καλύτερη κιθάρα της καριέρας του. Για πολλούς ο κορυφαίος δίσκος του είδους, για τους At the Gates παραμένει μια μάλλον αξεπέραστη δουλειά, ενώ για τον υπόλοιπο κόσμο ήταν ηχηρή απόδειξη ότι το Gothenburg άνοιγε καινούργια μονοπάτια καθώς η metal επέστρεφε στο προσκήνιο.

Ένα μήνα μετά ακολούθησε το ‘The Gallery’ των Dark Tranquillity, με τον Mikael Stanne στo μικρόφωνο αυτή τη φορά, καθώς ο τραγουδιστής στο ντεμπούτο τους Anders Fridén είχε αποχωρήσει. Εδώ οι δύο κιθάρες και τα growls που για πολλούς χαρακτηρίζουν τη σκηνή εμφανίζονται σε όλο τους το μεγαλείο. Ο Anders με τη σειρά του προσχώρησε στους In Flames, και το Φεβρουάριο του 1996 το συγκρότημα κυκλοφόρησε το ‘The Jester Race’. Μελωδικό και heavy, το άλμπουμ ουσιαστικά σφράγισε τον ήχο.

Τα riffs, ο συνδυασμός growls και καθαρών φωνητικών και η χρήση ακουστικών κομματιών σε death βάσεις έγιναν κατηγορία από μόνα τους και η σκηνή του Gothenburg καθιερώθηκε ως μία από τις σημαντικότερες παγκοσμίως. Η melodic death metal ήταν πραγματικότητα του χώρου, και είχε έρθει για να μείνει.

Τα τρία συγκροτήματα-πυλώνες του είδους έχουν ακολουθήσει διαφορετικές πορείες από τότε.

Οι At the Gates διαλύθηκαν με την αποχώρηση των αδερφών Björler το 1996, και πέρασαν πολλά χρόνια για να επανενωθούν και να δισκογραφήσουν ξανά.

Οι Dark Tranquillity συνέχισαν να απολαμβάνουν επιτυχία στα ‘90s, και με διάφορες αλλαγές μελών και τροποποιήσεις στο στυλ συνεχίζουν μέχρι και σήμερα, ενώ το ίδιο έκαναν και οι In Flames, παρ’όλο που μια αλλαγή στο μουσικό τους ύφους στις αρχές του ‘00 κόστισε πολύ στα μάτια (και αυτιά) των οπαδών.

Μέλη των συγκροτημάτων έχουν συμμετοχή σε άλλα γνωστά σχήματα, όπως οι The Haunted, Cradle of Filth και HammerFall.

Η melodic death metal είναι πλέον κλασική για τον ακραίο ήχο, και μπάντες όπως οι Arch Enemy (ο Michael Amott μεταξύ άλλων είχε παίξει και στους Carcass) και οι Amon Amarth απολαμβάνουν επιτυχία και αποδοχή.

Έχει επίσης συνδυαστεί και επηρεάσει άλλα είδη, όπως το metalcore και την black metal, με συγκροτήματα όπως τους As I Lay Dying, Killswitch Engage και Dissection.

Στη δύσκολη για τη metal δεκαετία του ‘90, η σκηνή του Gothenburg άνθισε, εξελίχθηκε και πήγε πέρα από τα καθιερωμένα και στεγανά, δημιουργώντας ένα από τα σημαντικότερα κινήματα στο χώρο. Δείχνοντας ότι η metal δεν ήταν απομεινάρι της περασμένης δεκαετίας και ξεχασμένη μόδα, αλλά μουσική που ακόμα είχε να δώσει πολλά. Όπως υπενθυμίζουν και οι At the Gates στο ‘Slaughter’:

Men must be free from
boundaries, patterns and
consistencies in order to be free
to think, feel and create in new ways