Hey! Wait! I’ve got a new complaint!

Kurt Cobain (art by Dee-java@DeviantArt.com)
Kurt Cobain (art by Dee-java@DeviantArt.com)

Δεν υπάρχει άλλος στίχος που θα μπορούσε να συμπεριλάβει περισσότερο Kurt Cobain μέσα του.

27 χρόνια βυθισμένα στη βαρεμάρα, το παράπονο, την γκρίνια, τον ψυχολογικό και σωματικό πόνο, ήταν αρκετά για τον Cobain, που γεννιόταν στις 20 Φεβρουαρίου του 1967, σε κάποιο νοσοκομείο στην Ουάσινγκτον.

27 χρόνια που έκλεισαν με έναν στίχο του Neil Young, «Είναι καλύτερα να σβήσεις παρά να ξεθωριάσεις», στο σημείωμα της αυτοκτονίας του.

27 χρόνια που χάρισαν στη μουσική βιομηχανία έναν από τους τελευταίους μεγάλους rockstars, τον τύπο που χαρακτήρισε απόλυτα τη δεκαετία των ’90s, τον μουσικό με τα κόκκινα All-Star και το παραμελημένο στυλ που κατάφερε να κάνει mainstream έναν πλήρως αντιεμπορικό ήχο και να εκφράσει τις σκέψεις και τους προβληματισμούς μιας ολόκληρης γενιάς.

Μια αντιφατική, πλήρως αντισυμβατική προσωπικότητα, με ένα έμφυτο παράπονο και μια υπερευαισθησία προς τα συναισθήματα των άλλων («Ευχαριστώ για την τραγωδία σας. Με βοηθά στην τέχνη μου») που λειτουργούσε πάντα ως οδηγός κατά τη συγγραφή των κομματιών του.

Βαθύτατα επηρεασμένος ψυχολογικά από τα 8 του κιόλας, όταν χώρισαν οι γονείς του, ο Kurt είχε δηλώσει πως αρχικά ντρεπόταν ακόμα και να αντικρίσει τους συμμαθητές του, γιατί αυτός δεν είχε πια κανονική οικογένεια.

Από τότε μίσησε τους ανθρώπους… επειδή τους αγαπούσε και τους νοιαζόταν υπερβολικά. Αλλά αυτός απέκτησε κανονική οικογένεια, απέκτησε και παιδί. Κι όμως, δεν μπορούσε να το ευχαριστηθεί.

Γιατί έβλεπε τον παλιό εαυτό του στα μάτια της πολυαγαπημένης του κόρης, Frances, και δεν μπορούσε να ζήσει με τη σκέψη ότι θα κατέληγε να γίνει μια μίζερη rockstar όπως αυτός.

Τόσο μίζερος τύπος ήταν, που το Smells Like Teen Spirit’ έκανε παγκόσμια επιτυχία, αλλά αυτός το μίσησε.

Το μίσησε γιατί σιχαινόταν να έρχονται άτομα στις συναυλίες για να ακούσουν ένα μόνο πασίγνωστο κομμάτι, το μίσησε γιατί είχε αλλοιωθεί ο πυρήνας των fans από άτομα που δεν ταίριαζαν ιδεολογικά με τη φιλοσοφία της μπάντας, αλλά ακολουθούσαν απλά τη μόδα.

Γι’ αυτόν το λόγο το διέλυε σε πολλά live και διασκέδαζε με το ξενερωμένο κοινό που δεν το απολάμβανε.

Ο Kurt δεν ήταν και ούτε ήθελε να γίνει ο κλασικός rockstar που τρέφεται από την αγάπη του κοινού.

Όπως γράφει στο τελευταίο του γράμμα, θα ήταν άδικο προς όλους να υποκρίνεται πως το απολαμβάνει όπως ο Freddie Mercury…

Μπορεί να ξόδευε με την Courtney Love τεράστια ποσά σε ταξίδια και άσκοπα ψώνια, αλλά το σπίτι τους ήταν ένα ακόμα σπίτι ναρκoμανών.

Παρόλα αυτά, δήλωνε για τα ναρκωτικά: «Τα ναρκωτικά είναι χάσιμο χρόνου. Καταστρέφουν τη μνήμη και τον αυτοσεβασμό σου κι οτιδήποτε πάει μαζί με την αυτοεκτίμησή σου».

«Το καθήκον της νέας γενιάς είναι να πατάξει τη διαφθορά» είχε πει, μα “σιχαινόταν” αυτή τη γενιά, όπως και τον εαυτό του:

Σιχαίνομαι την απάθεια της γενιάς μου.

Σιχαίνομαι την απάθεια τη δική μου, ότι είμαι δειλός, ότι δεν μπορώ να υπερασπιστώ αυτά για τα οποία η εναλλακτική κουλτούρα γκρινιάζει χρόνια.

Κι όμως, μέσα από τη μουσική του κατάφερε να δώσει καταφύγιο σε πολλούς περιθωριακούς και αντισυμβατικούς τύπους που έψαχναν ενδεχομένως έναν τρόπο έκφρασης.

Ήταν ένας περιθωριακός τύπος και δεν ήθελε να το αλλάξει. Ήθελε να μείνει στην αφάνεια, μαζί με τα προβλήματα και τους φανταστικούς του φίλους.

Ο καλύτερός του φίλος ήταν ο Boddah, το άτομο προς το οποίο γράφτηκε το αποχαιρετιστήριο γράμμα του Cobain, και ο Boddah δεν ήταν τίποτα άλλο από ένα δημιούργημα της φαντασίας του (“I’m so happy ’cause today / I’ve found my friends / They’re in my head”‘Lithium’).

Η αυτοκτονία ήταν νομοτέλεια αν ήσουν σε στενή επαφή με τον Cobain. Λίγες μέρες πριν τον θάνατό του είχε πραγματοποιήσει κι άλλη απόπειρα, ενώ ο Dave Grohl, ντράμερ των Nirvana τότε, δήλωσε μετέπειτα:

Στη ζωή συναντάς μερικά άτομα που ξέρεις πως δεν θα ζήσουν 100 χρόνια.

Και προετοιμάζεις ψυχολογικά τον εαυτό σου για τη στιγμή που αυτό θα γίνει πραγματικότητα.

Καμιά φορά, δεν μπορείς να προστατέψεις μερικά άτομα από τον ίδιο τους τον εαυτό.

Κατάφερε τα πάντα στη ζωή του, αλλά ποτέ δεν κατάφερε να τα απολαύσει. Και το ήξερε, αλλά δεν μπορούσε ή δεν ήθελε να κάνει τίποτα γι’ αυτό.

Η ζωή μου δεν είναι συναρπαστική.

Υπάρχουν τόσα που θα μπορούσα να κάνω αντί να κάθομαι να διαμαρτύρομαι ότι η ζωή μου είναι βαρετή.

Μ’ αρέσει να παραπονιέμαι και να μην κάνω τίποτα για να βελτιωθούν τα πράγματα.

Αυτή η αντιφατικότητα, το παράπονο, η γκρίνια, είναι οι λόγοι που ο Kurt άφησε πίσω του τον απόλυτο μύθο. Γιατί ήταν ένας μυστήριος τύπος που δεν έδειχνε ευχαριστημένος με τίποτα, ένας τύπος που θα μπορούσε να ξεκινήσει μια ολόκληρη επανάσταση, αλλά στο τέλος μάλλον θα έλεγε «Βαριέμαι».

Ο Kurt δεν ξεθώριασε, απλά έσβησε.

Έσβησε πάνω στο απόγειο της καριέρας του, στην κορυφή του κόσμου, όπου και παραμένει, 20 και βάλε χρόνια μετά το θάνατό του, γιατί πολύ απλά κράτησε την ροκ ζωντανή και την επηρεάζει ακόμα και σήμερα.

Και ήταν πολύ συνεπής, αφού στα 14 του είχε πει σε έναν συμμαθητή του:

Θα γίνω μουσικός σουπερστάρ, πλούσιος και διάσημος, και θα πεθάνω ένδοξα όπως ο Jimi Hendrix.