It Chapter Two / Κριτική ταινίας

Όταν επανήλθε το ‘It’ στους κινηματογράφους το 2017 επανέφερε στη μόδα κόκκινα μπαλόνια και κίτρινα αδιάβροχα και κόλλησε τέλεια με την 80’s αισθητική που λατρεύεται αυτές τις μέρες.

Φαινομενικά επηρεασμένο για τη νέα εποχή από το ‘Stranger Things’, το οποίο με τη σειρά του είναι επηρεασμένο από το ίδιο το ‘It’ (και άλλα πολλά πράγματα), η χημεία των πρωταγωνιστών του και η παρουσία του κλόουν Pennywise ήταν αρκετά για να πείσουν το κοινό πως υπήρχε λόγος ύπαρξης της ιστορίας αυτής.

Το σημαντικότερο απ’όλα ήταν πως έφερε πάρα πολλά κέρδη, με το sequel (ή το ‘δεύτερο μισό’ όπως θέλει να το αποκαλεί ο Stephen King) να ήταν σίγουρη υπόθεση. Έτσι, δύο (real-time) χρόνια μετά, ο σκηνοθέτης Andy Muschietti επιστρέφει πίσω από την κάμερα για να φέρει ξανά στο Maine τους χαρακτήρες, 27 (στο σύμπαν της ταινίας) χρόνια αργότερα.

Το νέο cast της ταινίας και οι σχέσεις μεταξύ τους είναι αυτό που τραβάει κατευθείαν την προσοχή και όχι άδικα, μιας και είναι ο βασικός παράγοντας που λειτούργησε καλά στο πρώτο μέρος. Στα χαρτιά λοιπόν τα πράγματα είναι εξαιρετικά.

Οι επιλογές για τις ενήλικες εκδοχές των χαρακτήρων είναι εξαιρετικές με ένα ρόστερ ηθοποιών που περιλαμβάνει την Jessica Chastain (Beverly Marsh) και τους James McAvoy (Bill Denbrough), Bill Hader (Richie Tozier), Isaiah Mustafa (Mike Hanlon), Jay Ryan (Ben Hanscom), James Ransone (Eddie Kaspbrak) και Andy Bean (Stanley Uris), ενώ φυσικά επιστρέφει και ο Bill Skarsgård ως ο τρομαχτικός κλόουν Pennywise.

Είναι σίγουρα δύσκολο να μπορέσεις να κουμαντάρεις τόσους χαρακτήρες μέσα σε μία ταινία που θα έχει περιορισμένη διάρκεια και η απάντηση ίσως να βρισκόταν ακριβώς εκεί: στη διάρκεια.

Το ‘It Chapter Two’ είναι μια ταινία μεγάλων διαστάσεων που κοντεύει να ξεπεράσει τις τρεις ώρες σε διάρκεια (2 ώρες και 49 λεπτά είναι η επίσημη διάρκεια), αν εξαιρέσει κανείς όμως την εναρκτήρια ώρα του που σωστά φέρνει όλους χαρακτήρες μαζί για ένα ευχάριστο reunion, λίγες είναι οι στιγμές που οι πρωταγωνιστές βρίσκονται στον ίδιο χώρο μαζί και ακόμα λιγότερες αυτές που απλώς συζητάνε, δίνοντας μας να καταλάβουμε κάτι παραπάνω γι’αυτούς.

Με το που επιστρέψουν στην πόλη όπου μεγάλωσαν, κάθε χαρακτήρας θα κληθεί να ολοκληρώσει ένα προσωπικό side-quest το οποίο θα τους δώσει στη συνέχεια τη δυνατότητα να αντιμετωπίσουν το τελικό boss.

Αυτό από τη μία δίνει την ευκαιρία στην ταινία να δοκιμάσει διαφορετικά πράγματα για κάθε έναν χαρακτήρα, να εμβαθύνει προσωπικά στον κάθε ένα από αυτούς, με τις αναζητήσεις τους να συνδέονται άμεσα με το παρελθόν τους, γρήγορα όμως το μοτίβο γίνεται επαναλαμβανόμενο, γεμάτο με φθηνά jump scares και ανέμπνευστο CGI.

Υπάρχουν στιγμές που νομίζεις πως η ταινία θα κάνει κάτι πιο ενδιαφέρον, θα βάλει λίγο περισσότερο χρώμα (μεταφορικά και κυριολεκτικά) και θα στηριχθεί στην ικανότητα του Pennywise να παίξει με το μυαλό των θυμάτων του προσφέροντας έτσι μία πιο εγκεφαλική horror κατεύθυνση, αλλά αυτό δεν γίνεται ποτέ.

O Skarsgård ωστόσο κλέβει ξανά την παράσταση ως ο iconic κλόουν που έχει τρομοκρατήσει τόσες γενιές, με τα τρελά του μάτια να συνδυάζονται τέλεια με το λευκό makeup που κρύβει το πρόσωπό του και είναι λίγο κρίμα που αναλώνεται σε κοινότυπες σκηνές που έχουμε ξαναδεί σε τόσα θρίλερ.

Πέραν αυτού όμως, ο Muschietti μοιάζει να μην είναι σίγουρος και για το ύφος της ταινίας, μένοντας κολλημένος ανάμεσα στις τακτικές των mainstream horror της γενιάς μας και μίας cult αισθητικής που, προς όφελός της, προσφέρει μερικές από τις πιο απολαυστικές, αλλά και παράλληλα αχρείαστες σκηνές της ταινίας (υπάρχει ένα ολόκληρο storyline βασισμένο σε έναν χαρακτήρα που αν έβγαινε εντελώς δε θα ενοχλούσε κανέναν και ίσως και να βοηθούσε περισσότερο τον ρυθμό της ταινίας).

Δυστυχώς καμία προσπάθεια δε γίνεται ώστε να επιτραπεί μία βαθύτερη ψυχολογική ανάλυση της ταινίας αλλά και όλων όσων αντιπροσωπεύει ο Pennywise, με το κοινό τραύμα των Losers να τους επηρεάζει τόσο όσο χρειάζεται ώστε να φτάσουν στο επόμενο σκοτεινό δωμάτιο όπου τα φώτα τρεμοπαίζουν και το κακό βρίσκεται ελάχιστα δευτερόλεπτα μακριά από την απόλυτη ησυχία και την αγχωτική κίνηση της κάμερας. Όλοι ξέρουμε αυτή τη σκηνή και, κυρίως, όλοι ξέρουμε την κατάληξή της.

Οι ηθοποιοί της πρώτης ταινίας εμφανίζονται κι εδώ μέσω πολλαπλών flashbacks που είναι μεν καλοδεχούμενα, φτάνουν όμως στο σημείο να σου θυμίζουν πως περνούσες καλύτερα με αυτές τις εκδοχές των χαρακτήρων, ενώ οι ενήλικες μορφές τους, παρά το ταλέντο που τις ενσαρκώνει, μένουν κάπως κενές, με μοναδική ίσως εξαίρεση να αποτελεί ο Bill Hader, ο οποίος ξεχωρίζει ίσως επειδή, παραδόξως, η ταινία τα καταφέρνει καλύτερα στο κωμικό της κομμάτι, πάρα σε αυτό του τρόμου.

Αφού οι τίτλοι τέλους θα σημάνουν την έξοδο του κοινού από το Maine και την σκοτεινή αίθουσα τρεις ώρες αργότερα, είναι δύσκολο να αρνηθείς την αίσθηση πως μια τόσο μεγάλη ταινία καταλήγει κάπως κούφια. Βέβαια όλα αυτά έχουν να κάνουν και με τις απαιτήσεις που έχει κάποιος από την εκάστοτε ταινία.

Το ‘It Chapter Two’ μπορεί να μη προσφέρει γενναίες κινηματογραφικές πρωτοτυπίες, είναι όμως μία ωραία ταινία για να περάσεις το βράδυ σε ένα σινεμά όπου η κάθε εμφάνιση του Pennywise συνοδεύεται από ένα μπάσο ικανό να κάνει όλη την αίθουσα να τρέμει ενώ ο θεατής τρώει το ποπ-κορν του και μερικές φορές, όχι πάντα, αλλά μερικές φορές, αυτό ίσως να είναι και αρκετό.