Judas Priest – British Steel: Σφυρηλατώντας το ατσάλι

Judas Priest - British Steel / Εξώφυλλο
Judas Priest - British Steel / Εξώφυλλο

Οι Judas Priest είναι, από πολλές απόψεις, ο ορισμός της κλασικής metal μπάντας.

Judas Priest σημαίνει δερμάτινα μπουφάν, περικάρπια με καρφιά και Harley Davidson. Σημαίνει μηχανικά εφιαλτικά θηρία στα εξώφυλλα και επέλαση του μετάλλου στους στίχους. Σημαίνει δίδυμες κιθάρες, τσιρίδες και Metal God.

Κατ’επέκταση, σημαίνει επίσης έναν «κλασικό» ήχο. Οι Judas Priest καταστάλαξαν στη γνωστή τους αισθητική στα τέλη της δεκαετίας του ’70, και έκτοτε το ζητούμενο για την εκάστοτε κυκλοφορία τους ήταν το κατά πόσο διατηρούσε τη μαγκιά και τη «μεταλλικότητά» της και απέφευγε να γίνει υπερβολικά εμπορική.

Δεν ήταν η μπάντα των πειραματισμών και των εκπλήξεων, ήταν η μπάντα από την οποία περίμενες το επόμενο headbanger.

Πιο απλά, οι Judas Priest ήταν και είναι το συγκρότημα που στοχεύει στο να καλύψει κάθε οπαδό. Metal για όλους, χωρίς ταμπέλες.

Αυτή η Priest ηχητική και αισθητική γίνεται σαφής και συμπαγής στο ‘Killing Machine/Hell Bent for Leather’. Αλλά εκεί που αναδεικνύεται, που περνάει σε μεγάλη μερίδα του κοινού και αρχίζει να γίνεται συνώνυμη της metal κουλτούρας είναι στο ‘British Steel’.

Πρόκειται για άλλη μια περίπτωση πριν και μετά. Πριν το ‘British Steel’, οι Judas Priest δεν ήταν άγνωστοι, αλλά δεν ήταν και αναγνωρισμένοι.

Το ‘Killing Machine/Hell Bent for Leather’ ήταν ένα βήμα προς αυτήν την αναγνώριση, αλλά συνολικά η πορεία της μπάντας κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70 είναι μια διαφορετική ιστορία, μια διαφορετική πραγματικότητα. Μια σαφώς πιο ρευστή κατάσταση.

Μετά το ‘British Steel’ έχουμε για πρώτη φορά την εικόνα των Judas Priest όπως τους βλέπει σήμερα σημαντικό μέρος της metal κοινότητας. Τα metal πρότυπα που αναφέρθηκαν νωρίτερα.

Να ξεκαθαρίσω κάτι. Θεωρώ ότι οι Judas Priest έχουν καλύτερες κυκλοφορίες. Το ‘British Steel’ δεν είναι ούτε ‘Sad Wings of Destiny’ ούτε ‘Painkiller’, οι κατά τη γνώμη μου καλύτεροι δίσκοι που έχει βγάλει η μπάντα (και από τους πλέον χαρακτηριστικούς metal δίσκους στην περίπτωση του δεύτερου). Μάλλον δεν είναι ούτε σε επίπεδο ‘Defenders of the Faith’.

Υπάρχει η ρετσινιά της εμπορικής κυκλοφορίας, που για πολλούς οπαδούς της σκηνής είναι το μεγαλύτερο αμάρτημα που μπορεί να διαπράξει μια μπάντα. Υπάρχουν σημεία που όντως φαίνεται να είναι γραμμένα μόνο για ραδιόφωνο, τραγούδια που «κολλάνε» μεν, αλλά για όλους τους λάθος λόγους.

Το ‘United’ είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική περίπτωση αυτού, όπως και το ‘Living After Midnight’ σε μεγάλο βαθμό (μην πετάτε τις ντομάτες, είναι ακριβές). Δεν είναι τυχαία τα δύο από τα τρία single του δίσκου.

Αλλά δεν μπορεί να αρνηθεί κανείς το πόσο metal είναι ο δίσκος στο μεγαλύτερο μέρος του. Το φωνάζει κατευθείαν από τις πρώτες νότες του ταιριαστά ονομασμένου ‘Rapid Fire’, το δηλώνει απειλητικά και πειστικά στο ‘Grinder’, το διατρανώνει στο ‘Steeler’.

Και ναι, το ‘Breaking the Law’ μπορεί να είναι και αυτό «εμπορικό», αλλά με τέτοιο ύφος, ενέργεια και διάθεση, ποιος νοιάζεται; Ούτε το τρίτο single είναι τυχαίο, αλλά για όλους τους σωστούς λόγους αυτήν τη φορά.

Είναι 1980. Είναι η χρονιά του NWOBHM. Είναι η χρονιά του ‘Ace of Spades’, του ‘Angel Witch’, του ‘Wheels of Steel’, του ‘Iron Maiden’.

Είναι η χρονιά του ‘British Steel’, του δίσκου που έκανε τους Judas Priest θεματοφύλακες του metal κόσμου.

Όχι, οι Judas Priest δεν παίζουν την πιο περίπλοκη ή πρωτοπόρο μουσική. Δεν είναι συγκρότημα εκπλήξεων. Δεν είναι συγκρότημα χωρίς αδύναμες στιγμές.

Αλλά δεν έχει σημασία. Γιατί οι Judas Priest αντιπροσωπεύουν για πολλούς το attitude της metal, τη στάση της απέναντι στον κόσμο. Είναι οι Metal Gods, με το βρετανικό ατσάλι στο χέρι, έτοιμοι να το μοιραστούν με όποιον τους ακολουθήσει.

Στους Judas Priest όπως τους έμαθαν από το ‘British Steel’ ανατρέχουν, καλώς ή κακώς, πολλοί, οπαδοί και μουσικοί, όταν θέλουν να δείξουν πως πρέπει να ακούγεται η metal μουσική, πως πρέπει να δείχνει και να φέρεται ο metal οπαδός.

Στο ‘British Steel’ αναδείχθηκαν. Στο ‘British Steel’ αναδείχθηκε μια ολόκληρη κουλτούρα.