Manowar – Battle Hymns: Οι απαρχές ενός κτήνους

Κάποιοι τους λατρεύουν. Άλλοι δεν θέλουν ούτε να ακούνε γι’αυτούς. Όπως και να τους αντιμετωπίζει κανείς πάντως, οι Manowar είναι περίπτωση.

Η… βαρβαρομπαρόκ αισθητική τους, η metal warriors θεματολογία τους και ο power ήχος τους τους καθιστούν θεματοφύλακες της “αυθεντικότητας” του σκληρού ήχου στα μάτια των οπαδών τους, μπροστάρηδες στην επέλαση της metal εναντίον των απανταχού posers και απίστων. Αν το βλέπετε έτσι βέβαια…

Δεν μπορεί ωστόσο να αρνηθεί κανείς την ένταση και τη δύναμη που βγάζουν τα τραγούδια τους. Ειδικά στις πρώτες τους μέρες, οι Manowar, υιοθετώντας ένα απλό αλλά δυναμικό στυλ, έδωσαν μερικές από τις πρώτες και καλύτερες power δουλειές στην ιστορία του χώρου και ξεκίνησαν ένα κίνημα και μια φιλοσοφία, που, καλώς ή κακώς, αποτελεί από τις πιο διακριτές και χαρακτηριστικές εκφάνσεις της metal.

Και η αρχή έγινε στις 7 Ιουνίου 1982, όταν κυκλοφόρησε στα ράφια των δισκοπωλείων το ‘Battle Hymns’.

Ένα κάπως ακατέργαστο, αλλά βροντερό ξεκίνημα. Σύντομο, αλλά και περιεκτικό. Όλα τα στοιχεία που καθορίζουν τους Manowar είναι εδώ. Η ταυτότητα του συγκροτήματος, ο λόγος ύπαρξής τους από την πρώτη στιγμή. Το ‘Battle Hymns’ τα έχει όλα.

Έχει το ‘Death Tone’ και το Fast Taker’, αλλά και το ‘Shell Shock’. Οι σύγχρονοι πόλεμοι, η μαγκιά των βετεράνων, οι σκληροί τύποι και οι μηχανόβιοι. Ο κόσμος τους ανήκει, τα κορίτσια τους θέλουν, και όσοι τους προκαλούν δεν έχουν καμία ελπίδα.

Έχει το ‘Metal Daze’. Τον πρώτο ύμνο που έγραψαν οι Manowar για τη metal, περισσότερο θρησκεία παρά απλά μουσική γι’αυτούς. Ζουν για τη metal, με κιθάρες για όπλα, ατσάλι στην καρδιά και φωτιά στο αίμα.

Έχει το ‘Manowar’. Κυριολεκτικά το μανιφέστο του συγκροτήματος. Η παρέα Αμερικάνων που συναντήθηκε στην Αγγλία και αποφάσισε να κατακτήσει τον κόσμο στο όνομα της metal.

Έχει το ‘Dark Avenger’ και το ‘Battle Hymns’. Τα πρώτα μεγάλα πολεμικά έπη των Manowar, υποδείγματα power metal. Υπερφυσικοί πολεμιστές και μάχες γενναίων, οι ρίζες της μυθιστορηματικής αφήγησης και της sword and sorcery υπόστασης διαφόρων genres του μέλλοντος.

Άγουρος και όχι απόλυτα ισορροπημένος δίσκος. Σίγουρα όχι τέλειος. Η παραγωγή του θα μπορούσε να είναι καλύτερη, ορισμένα κομμάτια είναι αρκετά απλοϊκά ως αδιάφορα (Fast Taker’, ‘Manowar’) και τραγούδια όπως τα ‘Death Tone’ και ‘Metal Daze’, χωρίς να είναι σε καμία περίπτωση κακά, δεν φτάνουν σε δύναμη τις συνθέσεις των δίσκων που ακολούθησαν τα επόμενα δύο χρόνια.

Αλλά η ουσία είναι εκεί, η δυναμική των Manowar που μπορεί, έστω και για λίγο, να παρασύρει και τον πιο ψυχρό. Το ‘Dark Avenger’ ρίχνει τη μαύρη σκιά του μέχρι και σήμερα, επιβλητικό στην αρχή και οργιαστικό στη συνέχεια, με τον Orson Welles (Christopher Lee στην επανακυκλοφορία του 2011) να αφηγείται στη μετάβαση την ανάσταση ενός ανελέητου εκδικητή.

Όσο για το ομώνυμο τραγούδι, επιτρέψτε μου μια πλήρως υποκειμενική, αντιεπαγγελματική άποψη. Είναι από τα κορυφαία κομμάτια των Manowar, από τα κορυφαία κομμάτια της δεκαετίας, από τα κορυφαία κομμάτια της power και της metal γενικότερα. Επικό και μεγαλειώδες, αν κλείσει κάποιος τα μάτια του μάλλον μπορεί να δει τους δέκα χιλιάδες να ορμούν στη μάχη…

Το ‘Battle Hymns’ δεν είναι ο καλύτερος δίσκος των Manowar. Αλλά εξακολουθεί να είναι ένας καλός δίσκος. Είναι η αφετηρία και οι ρίζες μιας ολόκληρης ιδεολογίας, η βάση του στυλ και της προσωπικότητας ενός συγκροτήματος που έχει αφήσει το δικό του στίγμα στο χώρο της metal.