Oasis – Supersonic: «Από τις εργατικές κατοικίες, στο Knebworth»

Oasis

Όπου και αν κατατάσσει κανείς τους Oasis στο πάνθεον των μεγάλων συγκροτημάτων, δεν χωράει καμία αμφιβολία ότι ο κιθαρίστας και φυσικός ηγέτης της μπάντας, Noel Gallagher, είναι ένας από λίγους rock stars των οποίων οι δηλώσεις και τα σχόλια έχουν αναπαραχθεί σε τόσο μεγάλο βαθμό.

«Ευλογημένος» με τον ασυνήθη συνδυασμό κωμικά υπερμεγέθους ναρκισσισμού και πικρόχολης, πνευματώδους αυτογνωσίας, ο Noel Gallagher συνοψίζει το συγκρότημά του τόσο σαν ένα group ανθρώπων που γράψανε ιστορία, όσο και σαν μια μανιακή συμμορία ηλιθίων μέσα στην ίδια πρόταση.

Έτσι, το νέο ντοκιμαντέρ του Mat Whitecross, ‘Oasis: Supersonic’, υιοθετώντας σε μεγάλο βαθμό αυτήν την άποψη, αποτελεί ένα ταραχωδώς απολαυστικό και ένα, όπως του αρμόζει, εκκωφαντικό flashback σε μία από τις τελευταίες στιγμές στην παγκόσμια μουσική ιστορία όπου ένα τσούρμο ηλιθίων με κιθάρες μπόρεσαν να κατακτήσουν όλο τον πλανήτη με την αναίδειά τους.

Με υπεύθυνο παραγωγής τον Asif Kapadia, ο οποίος βραβεύτηκε και με Oscar για το ντοκιμαντέρ ‘Amy’, το ‘Supersonic’ ανοίγει με εναέρια πλάνα του πλήθους που περίμενε το συγκρότημα για την πρώτη συναυλία του στο Knebworth, στις 10 Αυγούστου, 1996.

Εκείνο το βράδυ, σε συνδυασμό με το ακριβώς επόμενο, η πενταμελής μπάντα από το Manchester θα έπαιζε μπροστά σε 250.000 άτομα, με πάνω από 2.6 εκατομμύρια οπαδών τους να έχουν κάνει αίτηση για ένα εισιτήριο.

Καθώς το film φτάνει στο τέλος του, ο Whitecross δείχνει αποσπάσματα από την ίδια τη συναυλία, αλλά και ιχνηλατεί τα τρία πρώτα χρόνια της μπάντας, καθώς φτάνουν στο απόγειό τους, από τις εργατικές κατοικίες του Burnage, στα μεγαλύτερα Rock’n’Roll λόμπι.

Μετά τα πλάνα του Knebworth, το film γυρνάει πίσω, δείχνοντας το συγκρότημα να κάνει πρόβα σε ένα παρακμιακό studio, ακριβώς τρία χρόνια πριν, πολύ πριν ο Τύπος και τα tabloids ήταν μέρος της ζωής των αδερφών Gallagher.

Αλλά ακόμα και τότε, πριν την κυκλοφορία του πρώτου τους δίσκου-ορόσημου, ‘Definitely Maybe’, δεν απείχαν πολύ από το πώς είναι τώρα, και όπως σχολίασε και ο ίδιος ο Noel Gallagher“And that’s why we’ll be the best band in the world”.

Έτσι, ως σημείο αναφοράς δεν θα μπορούσε να είναι κανένα άλλο από την ανήσυχη, πολλές φορές βίαιη, σχέση μεταξύ του Noel Gallagher, και το αδερφού του, και frontman του συγκροτήματος, Liam.

Είναι ξεκάθαρο από την αρχή ότι οι Oasis είχαν προθέσεις να συγκλονίσουν και να καταπλήξουν, με δηλώσεις που πλέον δεν ακούς πλέον από μουσικούς (πέραν του Kanye West(!) ίσως).

Εξάλλου, πολλές από τις πράξεις τους θα ήταν αρκετές για να σταυρώσουν μία νέα μπάντα το 2016, όπως όταν οι Βρετανοί συλλήφθηκαν και απελάθηκαν από την Ολλανδία, το 1994, καθώς πηγαίνανε για το πρώτο τους διεθνές show, εξαιτίας των ευτράπελων μεταξύ αυτών και άλλων ποδοσφαιρικών οπαδών πάνω στο ferry που τους μετέφερε.

Έτσι, ακόμα και οι πιο συναισθηματικές και έντονες σκηνές, μετά από λίγο δίνουν χώρο και για διασκεδαστικές ευφυολογίες από το στρατόπεδο των Oasis, με τον Whitecross να διατηρεί την αίσθηση του χιούμορ του, δείχνοντας αποσπάσματα από τα backstage και τα μεθυσμένα live shows της μπάντας, που θα μπορούσαν να παραπέμπουν σε σκηνές του ‘Trainspotting’!

Ωστόσο, ένα από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία του ‘Supersonic’ είναι τα πλάνα από τα πρώτα shows των Oasis (ειδικά αυτά από το King Tut’s Wah Wah Hut, το 1993, όπου ο Alan McGee τους ανακάλυψε και τους έκλεισε για τη δισκογραφική του), αλλά και τα πλάνα των ηχογραφήσεων τις περιόδους των ‘Definitely Maybe’ και ‘(What’s the Story) Morning Glory’.

Εκεί είναι, τελικά, που βλέπουμε το πόσο ταλαντούχα ήταν αυτή η συμμορία, πείθοντας ακόμα μέχρι και αυτούς που δεν τους συμπάθησαν ποτέ, με τον Liam Gallagher να καταφέρνει να τελειώσει τα φωνητικά για το ‘Champagne Supernova’ μέσα σε μόλις λίγες προσπάθειες, και με τον Noel Gallagher να υποστηρίζει ότι το έγραψε το ‘Supersonic’μέσα σε τόση ώρα όση χρειάζονται έξι τύποι για να φάνε Κινέζικο.

Με πλάνα σαν και αυτά, δεν εκπλήσσει κανέναν η δήλωση του Whitecross ότι το ντοκιμαντέρ θα μπορούσε να διαρκέσει εφτά ώρες.

Όσο διασκεδαστικό και αν είναι το film (και η αλήθεια είναι ότι είναι πολύ), υπάρχει μία αίσθηση ότι το ‘Supersonic’ θα μπορούσε να έχει σκάψει ακόμα πιο βαθιά, μιας και υπάρχουν καταφανείς ελλείψεις στην ιστορία.

H πολυπροβληθείσα από τα media αντιπαλότητα με τους Blur, η οποία κάνει την έχθρα μεταξύ των Drake και Meek Mill να μοιάζει με μία ευγενική διαφωνία, δεν βρίσκεται πουθενά, και ακόμα και αν ο Whitecross αφιερώνει μία ολόκληρη σκηνή στην ισοπεδωτική νίκη της μπάντας στα Brit Awards του 1996, σε κανένα σημείο δεν γίνεται λόγος για την ερμηνεία του ‘Shitelife’ από τους Βόρειους στα βραβεία.

Η μάχη τους στα charts τον Αύγουστο του 1995, η οποία κορυφώθηκε όταν και οι δύο μπάντες κυκλοφόρησαν τα singles τους την ίδια μέρα (‘Roll With It’ και ‘Country House’), ήταν μία από τις μεγαλύτερες μουσικές ιστορίες της δεκαετίας στον βρετανικό, και όχι μόνο, Τύπο.

Εξάλλου, ποιος θα μπορούσε να ξεχάσει τη σοκαριστική δήλωση του Noel Gallagher, “Μισώ αυτόν τον Damon και αυτόν τον Alex. Ελπίζω να κολλήσουν AIDS και να πεθάνουν μέσα στον ίδιο τους τον εμετό”;

Επιπλέον, καθώς η ταινία τελειώνει με τα shows στο Knebworth και την μπάντα στο απόγειό της, κανένας λόγος δεν γίνεται για την μεταγενέστερη πτωτική πορεία μετά την κυκλοφορία του ‘Be Here Now’, το οποίο και επανακυκλοφόρησε μόλις μία εβδομάδα μετά την προβολή του film στις κινηματογραφικές αίθουσες τις Βρετανίας.

Ακόμα πιο παράξενο είναι ότι η ούτε η ενδεχόμενη διάλυση του συγκροτήματος το 2009 συμπεριλήφθηκε. Όμως όλα αυτά ποτέ δεν ήταν μέρος της αποστολής του Whitecross.

Ευχάριστα απαλλαγμένος από φιλοδοξίες καλλιτεχνικού μεγαλείου και πολιτικών μηνυμάτων, ο σκηνοθέτης του ‘Supersonic’ ήθελε να δημιουργήσει ένα ντοκιμαντέρ για το πώς μία παρέα ηδονιστικών, μεθυσμένων Mancunian hooligans, βρέθηκαν να είναι ένα απ’ τα μεγαλύτερα συγκροτήματα στον πλανήτη.

Το τελικό αποτέλεσμα είναι ένα real-life ‘This Is Spinal Tap’, γεμάτο από ξεκαρδιστικές ιστορίες απέλασης, ρόπαλα του cricket και πυροσβεστήρες.

Τα αδέρφια Gallagher δεν παρουσιάζονται ποτέ on-camera, και η αλήθεια είναι ότι δεν χρειάζεται. Οι φωνές τους είναι αρκετές.

Σίγουρα, το ντοκιμαντέρ αφήνει εκτός αρκετά πράγματα, αλλά σαν σύνολο το ‘Supersonic’ είναι μια απίστευτα διασκεδαστική, νοσταλγική αφήγηση μίας περασμένης εποχής, γεμάτης Rock’n’Roll υπερβολής.

Σε μία εποχή όπου τα μουσικά ντοκιμαντέρ παίρνουν τον εαυτό τους τόσο, μα τόσο σοβαρά, το ‘Supersonic’ κάνει το ακριβώς αντίθετο. Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι η πιο αστεία κωμωδία που βγήκε μέσα στο 2016. Μετά τα Brit Awards του 1996, ο Noel Gallagher είπε:

 Ήμασταν η μεγαλύτερη μπάντα στη χώρα και δεν μας καιγόταν καρφί.

Ο Mat Whitecross κατάφερε να δημιουργήσει ένα δίωρο ντοκιμαντέρ που αιχμαλωτίζει τέλεια αυτό το πνεύμα.