Pink Floyd – The Final Cut: Ένα αντιπολεμικό μανιφέστο

Pink Floyd - The Final Cut
Pink Floyd - The Final Cut

Βρισκόμαστε στις 21 Μαρτίου 1983 και ο τελευταίος δίσκος των Pink Floyd με τον Roger Waters στο τιμόνι, είναι διαθέσιμος στα βρετανικά δισκοπωλεία.

Το ‘The Final Cut’ είναι ένα πόνημα που φέρει την υπογραφή του, με τον Richard Wright να αποτελεί παρελθόν για την μπάντα από το 1979 και με τα άλλα δύο μέλη να παίζουν καθαρά διαδικαστικό ρόλο και να μην έχουν λόγο στις συνθέσεις.

Ο τίτλος του άλμπουμ είναι μία αναφορά στον στίχο του William Shakspeare: «This was the most unkindest cut of all», από το έργο ‘Ιούλιος Καίσαρας’ και η συσκευασία του έχει σχεδιαστεί από τον ίδιο τον Waters.

Pink Floyd - The Final Cut
Pink Floyd – The Final Cut

Για πολλούς, είναι η φυσική συνέχεια του ‘The Wall’, μια παραδοχή που κάποιος μπορεί να κάνει πολύ εύκολα αν ακούσει έστω μια φορά τον δίσκο, και προφανώς αν γνωρίζει την ιστορία του. Από την άλλη όμως, θα ήταν ακόμα πιο εύστοχο αν λέγαμε πως είναι ο προπομπός ή μάλλον η έναρξη της σόλο καριέρας του Roger Waters. Πάμε λοιπόν να εξετάσουμε ενδελεχώς έναν δίσκο των Pink Floyd από τους πλέον υποτιμημένους.

Pink Floyd – The Wall: Η ιστορία πίσω από κάθε κομμάτι

Μετά την περιοδεία για το ‘The Wall’, ο τότε «αρχηγός» των Floyd, έχοντας κάποιο υλικό στην κατοχή του από τις συνθέσεις του επιτυχημένου δίσκου, είχε σκοπό να κυκλοφορήσει το ‘Spare Bricks’, που θα αποτελούσε soundtrack για την ταινία ‘The Wall’ η οποία θα κυκλοφορούσε μέσα στο έτος (1982).

Τα σχέδια του όμως άλλαξαν όταν ξέσπασε ο πόλεμος των Falkland, ένας πόλεμος δέκα εβδομάδων μεταξύ της Αργεντινής και του Ηνωμένου Βασιλείου με αντικείμενο δύο Βρετανικά εδάφη στον Νότιο Ατλαντικό, τις «Falkland Islands» και «South Georgia και South Sandwich Islands».

Η απόφασή του να αλλάξει τροπή και ύφος στο νέο του εγχείρημα, επισφραγίστηκε από την αντίδραση της Μάργκαρετ Θάτσερ, τότε πρωθυπουργού της Βρετανίας, στην εισβολή της Αργεντινής στα νησιά.

Το πρότζεκτ που θα είχε όνομα ‘Requiem for a Post-War Dream’, απαρτίζεται πλέον από νέες συνθέσεις, αλλά και από μερικά τραγούδια που έμειναν έκτος του ‘The Wall’ (κάτι με το οποίο διαφωνούσαν τα υπόλοιπα μέλη). Ο David Gilmour είχε δηλώσει σχετικά:

Είμαι σίγουρα ένοχος γιατί ήμουν τεμπέλης ανά περιόδους και ήρθε η στιγμή που ο Roger είπε:

«Λοιπόν, τι έχετε;» και ήμουν σε φάση: «Λοιπόν, δεν έχω κάτι τώρα, χρειάζομαι λίγο χρόνο για να βάλω κάποιες ιδέες σε κασέτα».

Υπάρχουν στοιχεία από όλα αυτά τα πράγματα που, χρόνια αργότερα, μπορείς να κοιτάξεις ξανά και να πεις: «Λοιπόν, είχε δίκιο εκεί…».

Αλλά δεν ήταν σωστό να θέλει να βάλει κάποια κομμάτια που είχαν προηγουμένως απορριφθεί στο ‘The Final Cut’.

Εγώ είπα στον Roger: «Αν αυτά τα τραγούδια δεν ήταν αρκετά καλά για το ‘The Wall’, γιατί είναι αρκετά καλά τώρα;».

Αφιερωμένος στον πατέρα του Waters, Eric Fletcher Waters, ο οποίος σκοτώθηκε το 1944, κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, πρόκειται για ένα μανιφέστο κατά του πολέμου, για μία ιστορία που επικεντρώνεται στους πεσόντες Βρετανούς στρατιώτες, συνδυάζοντας το παρελθόν με τα τότε τρέχοντα πολιτικά τεκταινόμενα.

Παρά την έντονη πολιτική κριτική που ασκούσε το ‘The Wall’, το ‘The Final Cut’ είναι πολύ πιο επιθετικό.

Ο Waters εδώ ασχολείται με ένα θέμα το οποίο μοιάζει κάπως παρωχημένο, αφού το αντιπολεμικό κίνημα και η έκφρασή του μέσω της μουσικής μεσουράνησε την δεκαετία του ’60, κυρίως λόγω του πολέμου στο Βιετνάμ και του κινήματος των hippies, παρόλα αυτά για κανένα λόγο δεν μπορείς να χαρακτηρίσεις τον δίσκο «παλιακό».

Τα μηνύματα είναι άμεσα, ασκεί κριτική με ονοματεπώνυμο χωρίς να κρύβει την αντιπάθειά που τρέφει στους εμπλεκόμενους πολιτικούς.

Μιλάει για τον άνθρωπο, για εκείνον που πολέμησε και σκοτώθηκε, για τα συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων και δεν αναλώνεται σε γενικολογίες και «ειρηνιστικά τσιτάτα».

Το άλμπουμ ξεκινάει σαν γροθιά στο στομάχι με τους εναρκτήριους στίχους του ‘The Post War Dream’:

Tell me true tell me why was Jesus crucified
Is it for this that daddy died?

Ένα ακόμα παράδειγμα στο οποίο αποτυπώνονται όλα τα παραπάνω είναι το ‘The Fletcher Memorial Home’ (for Incurable Tyrants and Kings), στο οποίο πέραν του ονόματος του πατέρα του, αναφέρεται και το όνομα της Θάτσερ και άλλων πολιτικών «τιτάνων» της εποχής.

Όλα αυτά φυσικά φαίνονται και στα υπόλοιπα κομμάτια αφού, όπως προαναφέρθηκε έχουμε να κάνουμε με μία αφήγηση σε έναν δίσκο που πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ολότητα, και όχι ως ξεχωριστά κομμάτια.

Μουσικά, το ‘The Final Cut’, δεν θυμίζει και πολύ «κλασσικούς Pink Floyd».

Είναι σίγουρα πιο πειραματικός, τα κιθαριστικά σόλο είναι περιορισμένα και οι μελωδίες πιο «περίπλοκες». Όλα αυτά θα γίνουν αργότερα χαρακτηριστικά της σόλο καριέρας του Roger Waters, αλλά για την εποχή εκείνη, ήταν απλά ένας δίσκος των Pink Floyd που δεν ήταν «Pink Floyd».

Κάτι αντίστοιχο μπορεί κάποιος να πει και για τους επόμενος δίσκους (με τον Gilmour στο τιμόνι) αφού ο συνδυασμός της αμεσότητας του Waters και της bluesy αισθητικής του Gilmour ήταν αυτό που έδινε στην μπάντα τον μοναδικό της χαρακτήρα.

Εδώ όμως λείπει και κάτι ακόμα από την «πατροπαράδοτη συνταγή» (που μετέπειτα είναι παρόν), τα μαγικά πλήκτρα του Richard Wright.

To ‘Not Now John’, είναι μια ιδιάζουσα περίπτωση στο άλμπουμ αφού είναι το μόνο κομμάτι που συμμετέχει στα φωνητικά ο David Gilmour.

Σίγουρα είναι ένα από τα κομμάτια που βοηθάει στη σύνδεση του ‘The Final Cut’ με τις προηγούμενες δουλειές του συγκροτήματος, και μαζί με το σόλο του ‘Your Possible Pasts’, γεφυρώνει το κενό με τις επόμενες δισκογραφικές δουλειές τους.

Τα 10 σκληρότερα κομμάτια των Pink Floyd

Συνοψίζοντας όλα τα παραπάνω, αντιλαμβανόμαστε πως έχουμε να κάνουμε με έναν δίσκο γεμάτο δυναμικότητα. Ο Roger Waters, κάνοντας το όραμά του για τους Pink Floyd πραγματικότητα, με τον προκάτοχο της συγκεκριμένης κυκλοφορίας, δεν επαναπαύθηκε στην βοήθεια των συμπαικτών του και θέλησε να εκφράσει τις ανησυχίες του και να ξετυλίξει για μία ακόμα φορά την «ποιητική» του δεινότητα, αγγίζοντας θέματα που, στιχουργικά, κανείς πια δεν είχε σκοπό να αγγίξει και λίγοι το είχαν κάνει τόσο άμεσα ως τότε.

Μιλάμε για ένα πόνημα που έμελλε να κυκλοφορήσει μετά το ‘The Wall’, όπου η επιτυχία της ταινίας, του άλμπουμ αλλά και η επιβλητικότητα των σόου της περιοδείας έχουν γραφτεί στην ιστορία της μουσικής με χρυσά γράμματα.

Γι’ αυτόν τον λόγο ο δίσκος αλλά και η 19-λεπτη ταινία που τον πλαισίωσε, δυστυχώς δεν έκαναν μεγάλη εμπορική επιτυχία, με τον Waters να δηλώνει πως αν είχε την ευχέρεια να γυρίσει τον χρόνο πίσω θα έκανε κάποια πράγματα διαφορετικά:

Λοιπόν, υπήρχαν κάποια τραγούδια στο ‘The Final Cut’, και υπάρχουν κάποια πράγματα στην παραγωγή αυτού του άλμπουμ, που νομίζω ότι είναι λίγο αδέξια και χοντροκομμένα.

Δεν μου αρέσει ο ήχος του τυμπάνου και αν μπορούσα να το κάνω και πάλι, θα ήμουν πολύ πιο φυσικός από την άποψη του τρόπου κατασκευής των πραγμάτων.

Δεν θα προσπαθούσα να κάνω αυτό το πράγμα να έχει τόσο μεγάλη δυναμική.

Κάποιος μπορεί να πει πως το ‘The Final Cut’ είναι μια μεταβατική κυκλοφορία που έχει μια μεγάλη δόση Roger Waters αλλά και λίγη από την μαγεία των μέχρι τότε Pink Floyd.

Είναι ένας δίσκος που πρέπει να ληφθεί πιο σοβαρά υπ’ όψη από τους απανταχού φίλους της ροκ αλλά και γενικότερα της μουσικής, και είναι άδικο να μένει στην αφάνεια αφού πρόκειται για ένα επιβλητικό έργο γεμάτο αγωνία, δημιουργικότητα και εξαιρετικές μουσικές στιγμές.