Ποια είναι η επίδραση της μουσικής στον κινηματογράφο;

The-Artist-1
The-Artist-1

Η μουσική συχνά συνοδεύει κινηματογραφήσεις κάθε είδους, βίντεο και άλλων ηλεκτρονικών μέσων, και θεωρείται ένας πολύ σημαντικός παράγοντας που συμβάλλει στο νοηματικό περιεχόμενο της κάθε παραγωγής. Η μουσική είναι πολυσήμαντη και υποδηλωτική.

Ο Robert Stam παρομοίασε τη μουσική ως το τονικό αντίστοιχο του συναισθήματος που αιχμαλωτίζει την ψυχή, υποκαθιστώντας την κυριολεκτική, οπτική μίμηση με το ρεαλισμό της υποκειμενικότητας και τον αισθαντικό χαρακτήρα της σκέψης.

Ο κινηματογράφος είναι ένα οπτικοακουστικό θέαμα, στην υλοποίηση του οποίου συμβάλλουν πολλές τέχνες και τεχνολογίες. Ο λόγος, η εικόνα, ο ήχος και η μουσική συνθέτουν ένα σύμπαν αλληλεπιδράσεων και ισορροπιών, μεταξύ διαφορετικών νόμων.

Ένα σύμπαν με πολλαπλά επίπεδα νοημάτων και αισθητικές λειτουργίες. Η χημεία των τεχνών, αρχικά ανεξάρτητων, αλλά στη συνέχεια διαμορφωμένων στο κινηματογραφικό περιβάλλον, συντελεί στην κατάκτηση της συνολικής φιλμικής εμπειρίας.

Κατά συνέπεια, η κινηματογραφική μουσική δεν μπορεί να απομονωθεί από το περιβάλλον το οποίο εξυπηρετεί και να αντιμετωπισθεί με κριτήρια απόλυτης μουσικής, που προορίζεται αποκλειστικά για ακρόαση. Πλέον, δεν αναφερόμαστε απλώς σε σύνθεση μουσικής, αλλά σε σύνθεση μουσικής για εικόνα.

Η μουσική πρέπει να είναι κατάλληλη και πρέπει να επιτυγχάνει αυτό που έχει κατά νου ο σκηνοθέτης.

Πρέπει, δηλαδή, να παίζει το ρόλο της σαν ένα αναπόσπαστο κομμάτι του συνόλου που βιώνει ο θεατής. Υπάρχουν, βέβαια, και μουσικά έργα που χρησιμοποιήθηκαν ως soundtracks. Υπάρχουν όμως και soundtracks, ειδικά συντεθειμένα για ένα κινηματογραφικό έργο, που μπορούν αυτούσια να είναι υλικό ακρόασης.

Επομένως, η μουσική για τον κινηματογράφο λειτουργεί ως αναπόσπαστο στοιχείο μιας ταινίας, χωρίς όμως να αποκλείεται η πιθανότητα να λειτουργεί και αυτόνομα.

UntitledΟ όρος film score δηλώνει την μουσική επένδυση που είναι αποκλειστικά η μουσική που χρησιμοποιείται σε μια κινηματογραφική ταινία ξεχωριστή από τα τραγούδια που χρησιμοποιούνται. Μια κινηματογραφική μουσική υπόκρουση είναι γραμμένη από τον συνθέτη ειδικά για να συνοδεύει μια συγκεκριμένη ταινία.

Ο όρος soundtrack δηλώνει την ηχητική επένδυση, επειδή περιλαμβάνει τα πάντα που ακούγονται στην ταινία, συμπεριλαμβανομένων των ηχητικών εφέ και των διάλογων. Το soundtrack μπορεί να περιλαμβάνει επίσης τα τραγούδια που εμφανίζονται στην ταινία, καθώς και μουσική άλλων καλλιτεχνών που έχει κυκλοφορήσει προηγουμένως.

Αν και ο τομέας της πειραματικής ψυχολογίας μετρά πάνω από έναν αιώνα ύπαρξης, ο τομέας της ψυχομουσικολογίας είναι πολύ πιο πρόσφατος και η συνεισφορά του εστιάζει πρωτίστως στις διεργασίες που υποβόσκουν στα δομικά συστατικά στοιχεία της μουσικής, όπως η τονικότητα και ο ρυθμός.

Κι όμως, όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν ειδικοί, δεν είναι αυτά τα δομικά χαρακτηριστικά που ορίζουν την ακουστική εμπειρία της μουσικής, αλλά είναι το νόημα και η συγκίνηση που θεωρούνται πιο σημαντικά. Ακριβώς επειδή το νόημα και η συγκίνηση χαρακτηρίζουν την κινηματογραφική εμπειρία, η κινηματογραφική μουσική παρέχει μια οδό για να ερευνήσουμε τις σχέσεις μεταξύ μουσικής και συγκίνησης. Έτσι, η μελέτη της ψυχολογίας της μουσικής μας βοηθά να εξετάσουμε τη δύσκολη, μα σημαντική πτυχή της μουσικής αντίληψης.

Στα πρώτα βήματα του κινηματογράφου, τέλος 19ου και αρχές 20ού αιώνα, η μουσική, έχοντας ήδη βαθιά σχέση με τα θεάματα που προηγήθηκαν, συνεχίζει να προσφέρει τις υπηρεσίες της, συνοδεύοντας τις κινούμενες, με μηχανικό τρόπο, φωτογραφικές εικόνες. Η μουσική συνοδεία από πιανίστα, ορχήστρα ή κάποιο μηχανικό μέσο, αποτελούσε μάλλον στοιχείο της προβολής παρά μέρος της ταινίας. Τα ποικίλα προγράμματα από μελωδίες, τραγούδια, αποσπάσματα κλασικών έργων ή οτιδήποτε ήταν διαθέσιμο την εποχή αυτή, αντικαθίστανται σταδιακά από ειδικά, για κάθε ταινία, διαμορφωμένα προγράμματα ή πρωτότυπες συνθέσεις.

Δεν είναι σαφές σε ποιο ακριβώς χρονικό σημείο η μουσική στον κινηματογράφο έγινε μουσική για τον κινηματογράφο. Ένα από τα παλαιότερα έργα που έχουν συντεθεί για τον κινηματογράφο, είναι πιθανότατα η μουσική του Camille Saint-Saëns για την ταινία ‘Η Δολοφονία του Δούκα ντε Γκουίς’ που κυκλοφόρησε το 1908.

Η δεκαετία του ’30, όπου ο βωβός κινηματογράφος μετατρέπεται σε ομιλούντα, είναι αποκαλυπτική για τις αισθητικές αναζητήσεις και τα τεχνολογικά επιτεύγματα που θα αξιοποιηθούν δημιουργικά στη συνέχεια. Η μουσική για τον κινηματογράφο πρέπει να εξετάζεται ως ένα τελείως διαφορετικό είδος από αυτό που ονομάζουμε μουσική.

Το μόνο κοινό τους στοιχείο είναι ίσως οι μελωδικές γραμμές και το συχνό φαινόμενο ότι οι ίδιοι δημιουργοί γράφουν μουσική και μουσική για τον κινηματογράφο. Η κινηματογραφική μουσική αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της κινηματογραφικής αφήγησης – είναι ένα από τα πολλά στοιχεία που την συνθέτουν. Πιο συγκεκριμένα, η κινηματογραφική μουσική, μαζί με τους υπόλοιπους ήχους, συνθέτουν την ηχητική μπάντα μιας ταινίας και δεν θα έπρεπε να εξετάζονται ξεχωριστά.

Στη δεκαετία του ’50, υπό την απειλή της εξάπλωσης της τηλεόρασης, η μουσική jazz παίρνει στον κινηματογράφο και αυτή το κομμάτι που της αναλογεί, προετοιμάζοντας το έδαφος για τις επερχόμενες pop φόρμες των επόμενων δεκαετιών. Το ’70 και το ’80 εισβάλλουν τα ηλεκτρονικά μέσα μουσικής παραγωγής, όπως οι συνθετητές. Σήμερα, η μουσική για τον κινηματογράφο συνδυάζει τεχνικές σύνθεσης από όλες τις εποχές, στοχεύοντας κυρίως στο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα που θα δημιουργήσει τις κατάλληλες εντυπώσεις στο θεατή.

3_028-029_frwl_opt-7e46b255c056ad98ddadaaf87600e3423b954977-s6-c30Ποιος όμως είναι καλύτερος να μιλήσει για τη μουσική, τον κινηματογράφο και το ιδιαίτερο πάντρεμα που προκύπτει όταν οι δυο αυτές μορφές τέχνης και έκφρασης ενώνονται; Κανένας άλλος πέρα από έναν άξιο, ενημερωμένο και ειδικό σε αυτό το ζήτημα. Έναν κριτικό κινηματογράφου… Για αυτό το λόγο, το StraightOnMusic ζήτησε τη γνώμη όχι ενός, αλλά τεσσάρων σύγχρονων κριτικών κινηματογράφου.

Κυρίες και κύριοι, με χαρά σας παρουσιάζω τον Δημήτρη Δανίκα, τον Τάσο Θεοδωρόπουλο, τον Θοδωρή Κουτσογιαννόπουλο και τον Παναγιώτη Τιμογιαννάκη.

Δημήτρης Δανίκας

dimitris-danikas-Τι σημαίνει για σας η μουσική;
Η μουσική είναι για μένα είναι η μισή μου ζωή. Ειδικά η rock και η ηλεκτρονική που τις ακούω φανατικά. Τη μουσική την αγαπώ πιο πολύ και από τον κινηματογράφο.

-Τι συναισθήματα σας δημιουργεί;
Με ηρεμεί και με ταξιδεύει. Με κάνει να χαλαρώνω και να αποβάλλω ό,τι αρνητικό κουβαλάω εκείνη τη στιγμή μέσα μου.

-Τι καινοτομίες δημιούργησε ο ερχομός του ήχου αρχικά και της μουσικής ύστερα, στη δημιουργία μιας ταινίας;
Ο ερχομός του ήχου και της μουσικής ήταν ταυτόχρονα ευλογία και κατάρα για τις ταινίες. Από τη μία έδωσε τρομακτική ώθηση στον κινηματογράφο και από την άλλη τον καθήλωσε. Ανάλογα φυσικά από το πώς το διαχειρίστηκαν οι σκηνοθέτες. Κάποιοι διαχειρίστηκαν τη μουσική ως όπλο για να εντυπωσιάσουν και να κάνουν τη ταινία αντιληπτή στον θεατή και κάποιοι άλλοι τη χρησιμοποίησαν εις βάθος, ως αναπόσπαστο κομμάτι των σκηνών της ταινίας. Τέτοιο παράδειγμα είναι ‘Ο Τελευταίος Των Μοϊκανών, σε σκηνοθεσία Michael Mann και μουσική από κοινού των Trevor Jones και Randy Edelman.

-Ποιες συνεργασίες συνθετών-σκηνοθετών στον ξένο σινεμά ξεχωρίζετε;
Ξεχωρίζω τη συνεργασία του Sergei Eisenstein με τον Sergei Prokofiev, του Federico Fellini με τον Nino Rota και του Sergio Leone με τον Ennio Morricone. Βέβαια, υπάρχουν και ορισμένοι σκηνοθέτες που δεν συνεργάζονται με συνθέτες με τη λογική των παραπάνω παραδειγμάτων αλλά λειτουργούν ως συλλέκτες. Δηλαδή, επιλέγουν τραγούδια ή μελωδίες και ντύνουν τις σκηνές των ταινιών τους. Τέτοιοι σκηνοθέτες είναι ο Quentin Tarantino, ο David Lynch και ο Woody Allen.

-Στο εγχώριο σινεμά;
Κορυφαία συνεργασία είναι αυτή του Θόδωρου Αγγελόπουλου με την Ελένη Καραΐνδρου. Οι μουσικές και οι μελωδίες της Καραΐνδρου είναι ένα με την ταινίες του Αγγελόπουλου.

-Υπάρχουν κάποια αγαπημένα σας μουσικά θέματα από κινηματογραφικές ταινίες;
Μου αρέσει το μουσικό θέμα του Wojciech Kilar από τονΔράκουλα’ του Francis Ford Coppola, αλλά το αγαπημένο μου είναι το θέμα των Jones και Edelman από τον ‘Τελευταίο Των Μοϊκανών’ του Michael Mann. Απίστευτη μελωδία…


Τάσος Θεοδωρόπουλος

tasos 21422982602-Τι σημαίνει για σένα η μουσική;Ίσως η πιο δύσκολη ερώτηση που μπορεί να μου κάνει κάποιος. Θα αρκεστώ στο να σου πω ότι πιτσιρικάς, όταν έβλεπα μια ταινία που με είχε διαλύσει συναισθηματικά, μέχρι να πάω στο σπίτι μου, έπαιζα συνέχεια στο μυαλό μου την μουσική από τους τίτλους τέλους της ταινίας για να μην ξεχάσω τη μελωδία και μέσα από αυτήν να αναπαράγω τα συναισθήματα που μου γέννησε η ταινία. Για αυτό και ποτέ μου δεν φεύγω πριν πέσουν όλοι οι τίτλοι τέλους. Με βλέπουν οι ταξιθέτες 1 το ξημέρωμα, καρφιτσωμένο στην καρέκλα και σκέφτονται «Κανένας μεθυσμένος θα είναι που τον πήρε ο ύπνος». Μου έχει τύχει. Θέλω να πω με το παραπάνω, πως η μουσική για μένα είναι ο συνδετικός κρίκος, ή μάλλον ο αγωγός που με συνδέει με τα πάντα όσον αφορά το συναίσθημα και την έκφραση του. Από το σινεμά μέχρι τα κείμενά μου. Μου έχει τύχει πολλές φορές να μην μπορώ να βρω συγκεκριμένο θέμα για να γράψω, να βάζω μουσική και να την αφήνω να καθοδηγεί τα δάχτυλα μου στο πληκτρολόγιο σαν να είναι τα χέρια μου μαριονέτες που η μουσική τα ελέγχει.

-Τι καινοτομίες δημιούργησε ο ερχομός του ήχου αρχικά και της μουσικής ύστερα στη δημιουργία μιας ταινίας;

Άπειρες. Τόσο στο ίδιο το  χτίσιμο μιας ταινίας, όσο στο παίξιμο των ηθοποιών και, φυσικά, στη σχέση του θεατή με το σινεμά. Υπήρξαν σταρ του βωβού που οι καριέρες τους εξαφανίστηκαν σε μια μέρα. Κυρίως λόγω του ήχου της φωνής τους και της ανικανότητάς τους να προσαρμοστούν στο  νέο τρόπο παιξίματος.

Οι ηθοποιοί του βωβού αντικαθιστούσαν την έλλειψη διαλόγων με θεατράλε, υπερβολικές εκφράσεις, κάτι σαν παντομίμα. Οι σκηνοθέτες έστηναν τις σκηνές τους επίσης με διαφορετικό τρόπο, ώστε να γίνει κατανοητή η πλοκή ή να επικοινωνήσουν τα συναισθήματα των ηρώων στον κόσμο, εφ’ όσον δεν υπήρχε ούτε ο λόγος ούτε η μουσική.

Μεγάλες προσωπικότητες όπως ο Charlie Chaplin ήταν στην αρχή πολέμιοι του ήχου στον κινηματογράφο. Λογικό, αν σκεφτεί κανείς ότι ο Σαρλό σαν φιγούρα δεν θα μπορούσε να υπάρξει στον κινηματογράφο της εποχής του ήχου. Με τον ήχο ο κινηματογράφος διεύρυνε σε πολλά πεδία το καλλιτεχνικό του εύρος, θυσιάζοντας, βέβαια, όπως πάντα συμβαίνει στις ριζικές αλλαγές, κάτι από τη μαγεία της αφήγησης μόνο μέσω της εικόνας.

Έγινε, ας πούμε, πιο λογοτεχνικός αφηγηματικά. Και η μουσική ενδυνάμωσε τη συναισθηματική επιρροή μιας ταινίας “υπογραμμίζοντας” σκηνές, σε σημείο που, όπως είπα παραπάνω, πολλές ταινίες να σου είναι αδύνατο να τις ανακαλέσεις στο μυαλό σου χωρίς αυτήν.

Αν και πολλοί σκηνοθέτες χρησιμοποιούν τη μουσική με έναν ανήθικο καλλιτεχνικά, εκβιαστικό τρόπο. Προκειμένου δηλαδή να καλύψουν τη δική τους ανικανότητα να δημιουργήσουν τα κατάλληλα συναισθήματα ή την επιθυμητή ατμόσφαιρα και βάζοντας τη μουσική να κάνει όλη τη δουλειά αντί για αυτούς.

-Τι μπορεί να προκαλέσει η μουσική μιας ταινίας στον θεατή;

Ας ξεκινήσουμε από το τι μπορεί να προκαλέσει στην ίδια την ταινία. Τα πάντα. Από την απογείωση μέχρι την καταστροφή. Όσο για τον θεατή, σου το είπα, πάνω-κάτω, με τις προηγούμενες απαντήσεις μου. Προσωπικά, όταν βλέπω μια ταινία, σκέφτομαι ότι αν ήμουν σκηνοθέτης δε θα μπορούσα να τη γυρίσω αν δεν είχα πρώτα τη μουσική. Να δομήσω τις σκηνές μου πάνω της. Πράγμα που δε συμβαίνει συνήθως.

Ο συνθέτης αναλαμβάνει μετά. Έχω την τάση να βλέπω όλες τις ταινίες, ακόμα κι αν δεν έχουν ούτε ένα τραγούδι, σαν μιούζικαλ και τη σκηνοθεσία σαν χορογραφία. Στον θεατή σίγουρα λειτουργεί σαν ενισχυτικό του συναισθήματος ή σαν πυξίδα πλοήγησης μέσα στο φιλμικό τοπίο. Σαν προειδοποίηση και απειλή, σαν απόδειξη της κάθαρσης και της λύτρωσης, σαν σοφιστικέ ειρωνική αποστασιοποίηση.

Για παράδειγμα, θυμάμαι μια άγρια σκηνή από ένα splatter του “κακόφημου” Lucio Fulci, που οι κάτοικοι ενός χωριού σπάνε κυριολεκτικά τα κόκαλα μιας μάγισσας, μαστιγώνοντάς την με αλυσίδες. Η κάμερα ζουμάρει “άτσαλα” πάνω στα κόκαλά της που πετάγονται έξω από τις σάρκες της κι εμείς ακούμε ένα ερωτικό τραγούδι της Ornella Vanoni. Μπορεί να λειτουργήσει σαν ξεγέλασμα αυτού που περιμένεις και γίνεται ανατροπή. Θυμάμαι μια σκηνή από το ‘Γεννημένοι Δολοφόνοι’ του Oliver Stone, που με είχε εντυπωσιάσει η χρήση της.

Το πρωταγωνιστικό φονικό δίδυμο ξεπαστρεύει τους θαμώνες ενός καφέ. Όταν εκτοξεύουν ένα μαχαίρι που η κάμερα ακολουθεί σε αργή κίνηση την πορεία του μέχρι να καρφωθεί σε ένα θύμα, ακούμε μια άρια. Αμέσως μετά, όταν πυροβολούν κάποιον άλλο και η κάμερα με τον ίδιο τρόπο ακολουθεί την πορεία της σφαίρας, η μουσική αλλάζει σε ροκ.

-Ποιες συνεργασίες σκηνοθετών-συνθετών ξεχωρίζεις;

Με διαφορά η σχέση του Ennio Morricone με τον Sergio Leone. Αυτό δεν ήταν συνεργασία, ήταν ερωτική σχέση. Toυ Nicola Piovani με τους αδελφούς Taviani. Του Pino Donaggio με τον Brian De Palma.Του Bernard Herrmann με τον Alfred Hitchcock.  Του John Williams με τον Steven Spielberg. Του αδικημένου όσον αφορά το εύρος των ικανοτήτων του από το λαϊκό μέχρι τη τζαζ, Μίμη Πλέσσα με τον Δαλιανίδη. Των Goblin με τον Dario Argento.  Του Michael Nyman με τον Peter Greenaway.  Και πολλούς άλλους, απλά αυτοί μου ήρθαν πρώτοι στο μυαλό.

-Υπάρχουν κάποια αγαπημένα μουσικά θέματα από ταινίες; Κάποιος συνθέτης;

Άπειρα. Η μισή μου δισκοθήκη είναι soundtracks και το μιούζικαλ ένα από τα αγαπημένα μου κινηματογραφικά και θεατρικά είδη. Δε θα στο παίξω γόνος αστικής οικογένειας που μεγάλωσε στο Παρίσι, οπότε, ας ξεκινήσουμε από τα βασικά πριν πάμε στον Wim Mertens (‘Η Κοιλιά του Αρχιτέκτονα’) και τον Philip Glass (‘Κογιανισκάτσι’) που τους αγαπώ παθιασμένα.

Γενικά, λατρεύω τους μινιμαλιστές με την επαναληπτική αλλά κλιμακούμενη χρήση ενός μοτίβου που μοιάζει σαν ορειβασία μέχρι την κορυφή και την έκρηξη. Τα βασικά είναι ότι πιτσιρικάς δεν ξεκολλούσα από τη μουσική και τα τραγούδια του Γιάννη Σπανού για το ‘Εκείνο το καλοκαίρι’, του Σταύρου Ξαρχάκου, για το ‘Κορίτσια στον Ήλιο’ του Μάνου Χατζιδάκι για την ‘Μανταλένα’ και το ‘Ήτανε Μια Φορά’ που τραγουδούσε ο Ξυλούρης σε μουσική του Ξαρχάκου στους τίτλους της σειράς ‘Έμποροι των Εθνών’. Μετά, ήρθαν οι κύριοι που σου ανέφερα παραπάνω, αλλά και πολλοί άλλοι.

Επειδή έχω μια πετριά με τα ιταλικά θρίλερ, τα giallo, όπως λέγονται, του ’70, στα οποία ο Morricone μεγαλούργησε πριν γίνει παντός χρήσεως και καιρού, αγαπώ ιδιαίτερα τις συνθέσεις που έγραψε σε εκείνες τις ταινίες.  Όπως και πολλοί άλλοι συνθέτες. Εκεί φαίνεται πραγματικά η ιδιοφυία του, γιατί δημιουργούσε πάνω σε B movies απίστευτες μουσικές.

Eίμαι περίεργο τρένο. Όσο μου αρέσουν τα επικά πομπώδη θέματα του Hans Zimmer, ίσως επειδή εναλλάσσονται με λυρικές εξάρσεις, άλλο τόσο λατρεύω την αιθέρια κομψότητα χαρμολύπης του Michel Legrand στις Οι Ομπρέλες του Χερβούργου.


Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος

athenian152-Τι σημαίνει για σας η μουσική;
Τα πάντα! Είναι  η μόνη τέχνη που παραμένει προσβάσιμη σε οποιονδήποτε, γιατί προέρχεται από τη φύση πρωταρχικά, και μιλάει απευθείας στην καρδιά ή το μυαλό του ακροατή.

Είναι εξαιρετικά σημαντική η αυτονομία της: την κουβαλάς μαζί σου, στα ταξίδια σου, στη μνήμη σου, στην καθημερινότητά σου, με μεγάλη δυνατότητα και ευκολία προσωπικής επιλογής της στιγμής που θα την ακούσεις.

Τέλος, είναι φαινομενικά η μορφή τέχνης με την οποία ο οποιοσδήποτε μπορεί να ταυτιστεί σε μεγάλο βαθμό, καθώς δίνει την αίσθηση ή την ψευδαίσθηση πως με μια ειλικρινή προσπάθεια, ο καθένας μπορεί να την δημιουργήσει ή να την αναπαραγάγει. Βρίσκεται γύρω μας και εντός μας.

-Τι καινοτομίες δημιούργησε ο ερχομός του ήχου αρχικά και της μουσικής ύστερα, στη δημιουργία μιας ταινίας;

Ο ήχος κατέστρεψε και έφτιαξε καριέρες ηθοποιών, και έδωσε μεγάλη ώθηση σε ένα σινεμά που δοκιμαζόταν από το κραχ, μιλώντας κυρίως για την Αμερική. Ακόμη και κάποιοι σκεπτικιστές, όπως ο Chaplin, υπέκυψαν μεγαλοπρεπώς στο φυσικό πάντρεμα, ήχου και εικόνας. Η μουσική προϋπήρχε του ομιλούντος, καθώς πολλές ταινίες επενδύονταν μουσικά ταυτόχρονα σε κάποιες αίθουσες, με ζωντανή μουσική υπόκρουση.

Όταν, ωστόσο, άρχισε να γράφεται επαγγελματικά μουσική για ταινίες, διέπρεψαν οι μεγάλοι συνθέτες που μετανάστευσαν στην Αμερική από την ταραγμένη κεντρική Ευρώπη, φέρνοντας το ρομαντικό ιδίωμα και προσαρμόζοντάς το στα ερωτικά δράματα και τις επικές περιπέτειες – ο Max Steiner, ο Erich Korngold, ο Victor Young, ο Dimitri Tiomkin.

Οι purists λάτρεις και αναλυτές της κλασσικής μουσικής υποτιμούν το χολιγουντιανό είδος της κινηματογραφικής μουσικής ως υποδέεστερο και απλά ή εκλαϊκευμένα κλασσικότροπο, ωστόσο αγνοούν πως πρόκειται για μια νέα γλώσσα, πάνω στην οποία βασίστηκαν και όλοι οι Ευρωπαίοι συνεχιστές της παράδοσης, που άνθισαν και μετά το σύστημα των στούντιο, και εμπλούτισαν με την προσωπικότητά τους το soundtrack μιας ταινίας.

Είναι σε τέτοιο βαθμό αναπόσταστο στοιχείο της ταινίας η μουσική, που η έλλειψή της θεωρείται αξιοσημείωτη επιλογή του σκηνοθέτη.

-Τι μπορεί να προκαλέσει η μουσική μιας ταινίας στον θεατή;
Αγνή συγκίνηση, απαλλαγμένη από την εικόνα-δυνάστη. Προσδίδει τη δυνατότητα στον θεατή να ξαναπλάσει την ταινία με πιο άμεσο τρόπο, και να προκαλέσει την αφήγηση με αυτόματη επιλογή των σκηνών που έμειναν στη μνήμη, και όχι με την ταινία όπως την έγραψε ο σεναριογράφος και την σκηνοθέτησε ο δημιουργός της, μοντάροντάς την με συγκεκριμένη σειρά.

Για παράδειγμα, όταν κάποιος ακούσει το ‘Stayin’ Alive’ εκτός του ‘Πυρετός το Σαββατόβραδο’, θα ξαναδεί τα βήματα του Travolta στο μυαλό του και θα τα πλαισιώσει με τις στιγμές της ταινίας που του άρεσαν περισσότερο, παραγράφοντας τα κομμάτια που δεν του έκαναν εντύπωση. Αντίστοιχα, ακούγοντας σε άσχετη στιγμή κάποια μελωδία του Angelo Badalamenti, θα κατακλυστεί από το σύμπαν του σινεμά του David Lynch, κυρίως στον υπόγειο τρόμο του, χωρίς να χρειάζεται να μπει στον κόπο να λύσει κάποιον από τους πολλούς του γρίφους.

Η εντύπωση γίνεται ατόφια και αλλάζει μορφή, χωρίς να προδίδει το αρχικό περιεχόμενο.

-Ποιες συνεργασίες σκηνοθετών με συνθέτες ξεχωρίζετε;
Του  Steven Spielberg με τον John Williams. Του David Lynch με τον Badalamenti. Του David Lean με τον Maurice Jarre. Του Tim Burton με τον Danny Elfman. Του David Cronenberg με τον Shore. Του Θόδωρου Αγγελόπουλου με την Ελένη Καραΐνδρου. Του Blake Edwards με τον Henry Mancini. Του Sergei Eisenstein με τον Sergei Prokofiev. Του Rainer Werner Fassbinder με τον Peer Raben. Του Federico Fellini με τον Nino Rota. Του Peter Greenaway με τον Michael Nyman. Του Alfred Hitchcock με τον Bernard Herrmann. Του Krzysztof Kieslowski με τον Zbigniew Preisner. Του Sergio Leone με τον Ennio Morricone. Του Roman Polanski με τον Krzysztof Komeda. Του Sydney Pollack με τον Grusin. Του Andrei Tarkovsky με τον Eduard Artemyev. Του Clint Eastwood με τον εαυτό του και του Stanley Kubrick με τον Johann Strauss χωρίς να το γνωρίζει ο συνθέτης!

-Υπάρχουν κάποια αγαπημένα μουσικά θέματα από κινηματογραφικές ταινίες; Κάποιος συνθέτης;

Πολλά! Για εντελώς προσωπικούς, άρα και αυθαίρετους λόγους, το ‘Λεωφορείον ο Πόθος’ του Alex North, το ‘Μέρες Κρασιού και Λουλουδιών’ του Henry Mancini, ‘Το Πέρασμα στην Ινδία’ του Maurice Jarre, ‘Ο Τελευταίος Αυτοκράτορας’ του Ryuichi Sakamoto, το ‘Κάποτε στην Αμερική’ του Ennio Morricone, το ‘Καλοκαίρι και Καταχνιά’ του Elmer Bernstein ‘Η Λίστα του Σίντλερ’ του John Williams, το ‘Αποστολή στη Νικαράγουα’ του Jerry Goldsmith, το ‘Στη Χρυσή Λίμνη’ του Dave Grusin, το ‘Memories of Green’ από το ‘Blade Runner’ του Βαγγέλη Παπαθανασίου. Η απαρίθμηση μπορεί να κρατήσει μέρες. Κυρίως μελαγχολικά θέματα, με ευδιάκριτη μελωδία.


Παναγιώτης Τιμογιαννάκης

f28c182e021c6f45cc6d972c32bf8b9b_L-Τι σημαίνει για εσάς η μουσική;
Η μουσική είναι η τέχνη των ήχων μέσω των οποίων εκφράζουμε τα ευχάριστα και τα δυσάρεστα συναισθήματά μας.

-Τι συναισθήματα σας δημιουργεί;
Δε μου δημιουργεί, μου τα εκφράζει. Ακούγοντας ένα τραγούδι μου αναδύονται ανάλογα συναισθήματα. Διάφορες μνήμες επανέρχονται στο μυαλό και μου δημιουργούν ανάλογη ατμόσφαιρα.

-Τι καινοτομίες δημιούργησε ο ερχομός του ήχου αρχικά και της μουσικής ύστερα, στη δημιουργία μιας ταινίας;

Συνέβη μια τεράστια κοσμογονία. Πραγματικά θα ήθελα να ζήσω τη χρονολογία από το 1927 έως το 1932 όπου συνέβη αυτή η αλλαγή. Αρχικά, την περιόδο του βωβού κινηματογράφου ο κόσμος πήγαινε και έβλεπε ταινίες χωρίς ήχο. Ξαφνικά, ήρθε ο ήχος και προκάλεσε σοκ τόσο στους θεατές όσο και στους δημιουργούς.

Συγκεκριμένα, ο ίδιος ο Charlie Chaplin είχε δηλώσει πως τον χαλούσε η ιδέα να βάλει ήχο στις ταινίες που γύριζε. Ο ερχομός του ήχου άλλαξε το πρόσωπο του κινηματογράφου. Ο ήχος έγινε λόγος μέσα στις ταινίες και οδήγησε τον κινηματογράφο να χάσει ένα μέρος της δύναμής του. Όλα αυτά μπορεί κανείς να τα καταλάβει βλέποντας την ταινία ‘The Artist’ που διαπραγματεύεται ακριβώς αυτό το ζήτημα.

-Τι μπορεί να προκαλέσει η μουσική μιας ταινίας στον θεατή;

Σήμερα έχουν εξελιχθεί πολύ τα πράγματα λόγω της εξέλιξης της τεχνολογίας του ήχου. Οπότε, ο ήχος χρησιμοποιείται διαφορετικά και με άλλο εύρος σε κάθε είδους ταινία. Είτε είναι ανεξάρτητη και χαμηλού budget έιτε είναι χολιγουντιανή… Άλλο πράγμα ήθελε να κάνει ο David Lean με τον Maurice Jarre και άλλο πράγμα ο Steven Spielberg με τον John Williams.

-Ποιες συνεργασίες σκηνοθετών με συνθέτες ξεχωρίζετε;

Οι δυο πρώτες που μου έρχονται στο μυαλό είναι ελληνικές. Η πρώτη του Αλέκου Σακελλάριου με τον Μάνο Χατζιδάκι και του Γιάννη Δαλιανίδη με τον Μίμη Πλέσσα. Αυτό που μου έκανε εντύπωση σε αυτά τα δύο ζευγάρια ήταν πως αλληλοεξελισσόντουσαν μέσα από τη συνεργασία τους. Ειδικά στη περίπτωση του Δαλιανίδη με τον Πλέσσα, έβλεπα ότι ο Πλέσσας άλλαζε τη μουσική του ανάλογα με το είδος που έκανε ο Δαλιανίδης.

Άλλη μουσική έγραφε στα πρώτα, χολιγουντιανού τύπου, μιούζικαλ όπως το Κάτι Να Καίει’ και το ‘Ραντεβού Στον Αέρα’ καταφεύγοντας στην αμερικάνικη τζαζ και το ελαφρό τραγούδι, και άλλη μουσική σε πιο λαϊκές ταινίες όπως το ‘Οι Θαλασσιές Οι Χάντρες’. Εκείνη τη στιγμή ήταν που ο Μίμης Πλέσσας ξεκίνησε να γράφει λαϊκά τραγούδια.

Επίσης, θα πρέπει να αναφέρω τη συνεργασία του David Lean με τον Maurice Jarre, του Federico Fellini με τον Nino Rota, του Alfred Hitchcock με τον Bernard Hermann και του Steven Spielberg με τον John Williams. Ειδικά το δίδυμο Lean-Jarre, είναι το αγαπημένο μου.

-Υπάρχουν κάποια αγαπημένα μουσικά θέματα από κινηματογραφικές ταινίες; Κάποιος συνθέτης;

Έχω δύο συγκεκριμένα. Το ένα είναι του Henry Mancini από τη ταινία ‘Ηλιοτρόπιo’ του Vittorio De Sica, πράγμα που μου έκανε μεγάλη εντύπωση το πώς επέλεξαν για μια τέτοια δραματική ταινία τον Μαντσίνι. Το δεύτερο είναι το θέμα του Maurice Jarre από το ‘Δόκτωρ Ζιβάγκο’ του David Lean.