Quorthon: Ένας πρωτοπόρος που ζούσε για την τέχνη του

Quorthon Bathory
Quorthon Bathory

Extreme metal, η ακραία έκφανση ενός ακραίου μουσικού είδους. Όταν η παραμόρφωση δεν είναι αρκετή, όταν τα φωνητικά δεν είναι αρκετά άγρια, όταν η θεματολογία δεν είναι αρκετά προκλητική, τα πιο σκοτεινά παρακλάδια του ήχου φροντίζουν να ικανοποιήσουν και τις πιο αιμοβόρες ορέξεις.

Η σκανδιναβική σκηνή είναι από τις σημαντικότερες σε αυτόν τον ιδιαίτερο χώρο, με μεγάλη επιρροή. Όρισε είδη και υποείδη και άλλαξε το μουσικό χάρτη. Μεγάλα ονόματα και μπάντες, που πήγαν τη metal ένα βήμα παραπέρα.

Πίσω από τους σατανιστικούς στίχους, πίσω από την παγανιστική ατμόσφαιρα, πίσω από τις ιστορίες των βίκινγκς, μια μαύρη αύρα ξεχύνεται, πλανώμενη πάνω απ’όλο το extreme οικοδόμημα.

Thomas Börje Forsberg. Black Spade. Ace. Ή, όπως τον ξέρει ο περισσότερος κόσμος, Quorthon. Ένας άνθρωπος του οποίου το δημιουργικό δαιμόνιο και οι μουσικές ανησυχίες άνοιξαν δρόμους και ενέπνευσαν κινήματα.

Ένας άνθρωπος που ζούσε για τη μουσική. Άκουγε Wagner αλλά και Kiss, Black Sabbath και Motörhead. Τραγουδούσε και έγραφε. Έπαιζε κιθάρα και μπάσο. Πειραματιζόταν διαρκώς, άλλαζε συχνά τον ήχο του και καινοτομούσε. Δεν ακολουθούσε το ρεύμα της εποχής. Δημιουργούσε το δικό του, το μόνο που είχε σημασία γι’αυτόν.

Με το προσωπικό του σχήμα, τους Bathory, ο Quorthon συντάραξε τη δεκαετία του ’80. Οι πρωτότυπες μουσικές ιδέες του αλλά και οι προσωπικές του ανησυχίες και απόψεις οδήγησαν σε έναν ήχο σκοτεινό, άγριο και ωμό, με σκληρά φωνητικά και προκλητική θεματολογία.

Στεκόμενος εναντίον του χριστιανισμού, τον οποίο έβλεπε ως ψεύτικο και περιοριστικό, ο Quorthon έβαλε το σατανιστικό στοιχείο ως αντίπαλο δέος, και σε συνδυασμό με το ιδιαίτερο ηχητικό ύφος αναδείχτηκε ως ένας από τους πρώτους και πλέον καθοριστικούς  black metal μουσικούς.

‘Bathory’‘The Return’‘Under the Sign of the Black Mark’, σταθμοί του ακραίου ήχου ανάμεσα στο 1984 και το 1987. Εδώ είναι οι ρίζες της διαβόητης νορβηγικής black metal σκηνής, αλλά και των περισσότερων συγκροτημάτων που έπαιξαν ποτέ ανάλογη μουσική. Και ο Quorthon είναι αυτός που έγραψε το κάθε κομμάτι.

Από τους πατέρες ενός ολόκληρου genre, στα είκοσί του είχε ήδη γράψει το όνομά του με μαύρα γράμματα στην ιστορία της metal.

Σταδιακά, τα πιστεύω του Quorthon τον οδήγησαν στο να διαπιστώσει ότι, αν ο χριστιανισμός είναι ψεύτικος, τότε εξίσου ψεύτικες είναι και οι δαιμονικές φιγούρες που χρησιμοποιούσε για να τον προκαλέσει, απόρροια και δημιούργημα των ιδεών που αντιμαχόταν.

‘Ετσι, με το ‘Blood Fire Death’ του 1988 στράφηκε σε νέα θεματολογία, χρησιμοποιώντας αυτήν τη φορά την παράδοση της χώρας του. Σκανδιναβική μυθολογία και Βίκινγκς ξεχύθηκαν από ένα δίσκο που, αν και έμοιαζε με τους προηγούμενους του συγκροτήματος, εντούτοις είχε και ξεκάθαρες διαφορές, δείχνοντας ότι o Quorthon δεν έμενε προσκολλημένος στο παρελθόν, ούτε φοβόταν να αλλάξει.

Και έτσι, η επόμενη δεκαετία ξεκίνησε με αυτόν να πορεύεται στο δρόμο που άνοιξε το ‘Blood Fire Death’. Το 1990 έφερε το ‘Hammerheart’, ένα δίσκο αφιερωμένο εξ’ολοκλήρου στη σκανδιναβική παράδοση, πιο αργό και κατεργασμένο συγκριτικά με το παρελθόν των Bathory, αλλά παράλληλα πιο επιβλητικό και μεγαλοπρεπή, και πάντα με τον ιδιαίτερο ήχο του Quorthon, καθώς συνέχιζε ακάθεκτος να αλλάζει τη μουσική.

Το ‘Twilight of the Gods’ του 1991 που ακολούθησε απείχε ακόμα περισσότερο από τον black metal ήχο που οι ίδιοι οι Bathory είχαν φέρει στο προσκήνιο. Πήρε τα επικά στοιχεία του προηγούμενου δίσκου και τους έδωσε ακόμα μεγαλύτερη έμφαση, προσθέτοντας κλασικά και ακουστικά μέρη.

Αποκλειστικό δημιούργημα του Quorthon, o οποίος δεν έγραψε απλά όλα τα τραγούδια αυτή τη φορά, αλλά έπαιξε και όλα τα όργανα και προγραμμάτισε το drum machine.

Με τη νέα τροπή που έδωσε στον ήχο του, ο Quorthon ουσιαστικά έδωσε πνοή στο θεματολογικό είδος του viking metal.

Δεν ήταν ο πρώτος που τραγούδησε για τους θεούς και τα κατορθώματα των Βίκινγκς. Αλλά ήταν αυτός που το έκανε κεντρικό στοιχείο δίσκων, που έδειξε στον κόσμο την ατμόσφαιρα και τον ήχο τέτοιων τραγουδιών. Αντικατέστησε το σατανά με τον παγανισμό και την παράδοση, επεκτείνοντας την black metal και περνώντας και σε άλλα είδη ακραίου ήχου.

Εκεί ξεκίνησαν οι Enslaved και οι Helheim, οι Unleashed και οι Amon Amarth.

Έχοντας αλλάξει για πάντα την εικόνα της extreme metal μέσα σε λιγότερο από μία δεκαετία, ο Quorthon συνέχισε να κάνει αυτό που ήξερε να κάνει καλύτερα. Να πειραματίζεται και να παίζει όπως αυτός ήθελε.

Η υπόλοιπη δεκαετία τον είδε να κυκλοφορεί δύο δίσκους (‘Αlbum’, ‘Purity of Essence’) και ένα EP με το δικό του όνομα και σαφώς πιο rock ηχητική, ενώ με το όνομα των Bathory κυκλοφόρησε τα ‘Requiem’ και ‘Octagon’, παίζοντας thrash αυτή τη φορά.

Στη viking metal επέστρεψε το 1996 με το ‘Blood on Ice’ και συνέχισε με τα ‘Destroyer of Worlds’ (2001) και ‘Nordland I’ και ‘II’ (2002, 2003). Πάντα με το δικό του τρόπο, γράφοντας και ηχογραφώντας προσωπικά όλα τα κομμάτια.

Η δημιουργική του πορεία δυστυχώς σταμάτησε απότομα στις 7 Ιουνίου 2004, όταν και βρέθηκε νεκρός στο διαμέρισμά του από καρδιακή προσβολή, που προκλήθηκε από εκ γενετής πρόβλημα. Έτσι έκλεισε για τη μουσική το κεφάλαιο Quorthon.

Σε είκοσι χρόνια κυκλοφόρησε δεκατέσσερις δίσκους και ένα EP και έπαιξε τουλάχιστον τέσσερα διαφορετικά genres, δύο από τα οποία του οφείλουν την ύπαρξή τους. Είναι χωρίς αμφιβολία από τους πλέον επιδραστικούς metal μουσικούς. Δεκαπέντε χρόνια μετά το θάνατό του, η κληρονομιά του εξακολουθεί να ζει.

Αλλά ίσως το σημαντικότερο σε όλη του τη σταδιοδρομία ήταν η στάση του και η συμπεριφορά του απέναντι στην τέχνη του και στον κόσμο. Έγραφε και έπαιζε μουσική γιατί αυτό του άρεσε να κάνει, με αυτόν τον τρόπο εκφραζόταν. Δεν έπαιζε live, γιατί πίστευε ότι τον αποσπούσαν απ’το να γράφει περισσότερο. Άλλαζε συχνά τον ήχο του, γιατί ήθελε πάντα να πειραματίζεται και να δοκιμάζει νέα πράγματα.

Λόγω της γενικότερης εικόνας της black metal, των λιγοστών συνεντεύξεων που έδινε, την έλλειψη ζωντανών εμφανίσεων και γενικά πληροφοριών γύρω από τη ζωή του, πολλές ήταν οι ψεύτικες φήμες που κυκλοφορούσαν γι’αυτόν.

Αλλά δεν ήταν ποτέ από αυτούς που επιδεικνύονταν ή επεδίωκαν να τραβήξουν πάνω τους προσοχή. Ήταν εχθρός του χριστιανισμού και έγραφε στίχους με αντιθρησκευτικό περιεχόμενο. Αλλά δεν ήταν σατανιστής, αληθινός ή ψεύτικος, δεν έκαιγε εκκλησίες, δεν φόραγε corpsepaint ούτε επιδιδόταν σε τελετές.

Ήταν λάτρης της ιστορίας και της παράδοσης της χώρας του, αλλά δεν ήταν ρατσιστής ή εθνικιστής.

Ήταν ένας καλλιτέχνης που ζούσε για την τέχνη του. Ένας άνθρωπος χωρίς τον οποίο ο ακραίος ήχος θα ήταν πολύ διαφορετικός. Ένας πρωτοπόρος.