Royal Blood – How Did We Get So Dark?

Royal Blood - How Did We Get So Dark? / Εξώφυλλο
Royal Blood - How Did We Get So Dark? / Εξώφυλλο

Τους γνωρίζετε. Για την ακρίβεια, σίγουρα τους γνωρίζετε. Τι, όχι; Καταφέρατε να γλιτώσετε από την αδυσώπητη αλλά τόσο radio-friendly/πανταχού παρούσα γκρούβα του διδύμου-φωτιά από το Brighton της -συνεπέστατης μουσικομάνας- Γηραιάς Αλβιώνας; Αν είναι έτσι, τότε δεν θα μπούμε στον κόπο να μοιράσουμε συγχαρητήρια για τον ομολογουμένως δύσκολο άθλο που επιτεύχθη. Και πώς να γίνει κάτι τέτοιο, όταν θεωρείται πλέον κακή η μη έκθεση -μερικώς ή ολικώς- στη μουσική των φοβερών Royal Blood;

Σύμφωνοι, η προαναφερθείσα έκθεση -τουλάχιστον μέσω των εγχώριων ερτζιανών-τηλεοπτικών-(ακόμα και) έντυπων δεδομένων- δεν υπήρξε και η πιο ισχυρή. Ίσως να έπρεπε να τους δοθεί η ευκαιρία πρωτίστως να εδραιωθούν, δικαιολογώντας παράλληλα το hype με το οποίο τους έντυσε η πρώτη τους ομότιτλη κυκλοφορία προ τριετίας. Σύμφωνοι και πάλι. Τώρα έχουμε το album No.2 στα χέρια μας (‘How Did We Get So Dark?’), ως εκ τούτου μια αναπόφευκτη επανάληψη του προηγούμενου εκρηκτικού debutante υλικού καθώς και το απαραίτητο εκτενές touring, κορωνίδα του οποίου υπήρξε η σαρωτική εμφάνιση στο φετινό Glastonbury με το κερασάκι στη τούρτα να αποτελεί η 7λεπτη εκτέλεση του ‘Out Of The Black’.

Το τι έχουν καταφέρει αυτά τα δύο τυπάκια με μια προτασούλα και μόνο δε θα καταφέρει να αποδoθεί. Σκεφτείτε τους Muse, αν ολάκερη η καριέρα τους βρισκόταν στο μήκος κύματος ενός ‘Psycho’ ή ‘New Kind Of Kick’ (τι εννοείς «δεν πιάνει», επειδή είναι διασκευή από The Cramps/Halloween Special;), με το μπάσο να βρίσκεται πέντε σκάλες πιο πάνω. Ή το νόθο τέκνο των Arctic Monkeys/Black Keys με έντονες μεταλλικές ορέξεις και σχεδόν μηδαμινά ένρινα φωνητικά. Με το μπάσο να βρίσκεται πέντε σκάλες πιο πάνω. Και στα καπάκια να έχει «κλέψει» την οποιαδήποτε σκάλα της οποιασδήποτε κιθάρας που τόλμησε να εισχωρήσει στην επέλαση του παραδοσιακού rhythm section σε μελωδικά/συνθετικά μονοπάτια.

Κάπου εδώ απαιτείται ένας μικρός αστερίσκος: όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα rock duo, κατά βάση θα απαρτίζεται από κιθάρα/φωνή και ντραμς. Εδώ τοποθετούμε τον παγκόσμιας αποκλειστικότητας (σε τέτοια mainstream επίπεδα εννοείται) συνδυασμό μπάσο/φωνή και ντραμς. Το οποίο μπάσο συνοδεύεται από βαρβάτες παραμορφώσεις οι οποίες το ανάγουν ηχητικά σε μια αλησμόνητη μίξη μπάσου/κιθάρας, επιτρέποντάς του να εκτελεί μελωδίες την ίδια στιγμή που διαλύει ηχητικά τύμπανα.

Κατα τ’ άλλα, η συνταγή τους παραμένει (και άνευ φοβερού απροόπτου, θα παραμείνει), στη βάση της, σταθερή. Το μπάσο του Mike Kerr καθοδηγεί την μουσική μελωδία ενόσω συνοδεύει το groove του έτερου μέλους του rhythm section, των drums του Ben Thatcher δηλαδή, η δε φωνητική μελωδία/ερμηνεία του πρώτου κυριαρχεί στο όλο über-catchy, radio-friendly ύφος που λανσάρουν οι Βρετανοί, πανέμορφα μπολιασμένο με το (ίσως όχι άμεσα προφανές) μεταλλικό στοιχείο, πέραν των ρητών indie, blues και garage επιρροών, ίσως και μιας κάποιας ψυχεδέλειας.

Ο δίσκος No.2 για τους Royal Blood μπαίνει στο παιχνίδι δυναμικότατα με το αρκετά ενεργητικό όσο και συνοπτικό του όλου ύφους ομότιτλο κομμάτι, για να δώσει τη σκυτάλη στα δύο single-χιτάκια που λίγο έως πολύ καθόρισαν την προώθηση της συγκεκριμένης κυκλοφορίας. ‘Lights Out’ και σαφέστατη κατά μέτωπο επίθεση στα charts, από τις πιο αβίαστα εθιστικές στιγμές της εν λόγω κυκλοφορίας. Δήλωση ελαφρώς άκυρη καθώς ο βασικός λόγος ύπαρξης του συγκεκριμένου δίσκου -και κατ’ επέκταση της μπάντας- είναι να προκαλεί εθισμό. Το ίδιο αβίαστη είναι η μετάβαση στο επόμενο single-χιτάκι. Γυμνά φωνητικά Mike Kerr, ‘I only lie when I love you/I only crawl when I hit the ground, ταυτόχρονα και η πιο αυθεντικά indie στιγμή του διδύμου, ίσως καθ’ όλη τη διάρκεια της μέχρι τώρα καριέρας τους.

Η συνέχεια έρχεται με τρία τιμιότατα κομμάτια που κρατάνε το ύφος και την προσωπικότητα του δίσκου ψηλά, για κάποιους ίσως να κρύβουν μια ελαφρώς πιο filler διάθεση, άκρως ενδιαφέρουσα η συνοχή παρόλα αυτά, δεδομένης της αυξομείωσης στην ταχύτητα: ‘She’s Creeping’, ‘Look Like You Know’ και ‘Where Are You Now?’ (το οποίο αποτέλεσε και το πρώτο single της κυκλοφορίας). Φτάνοντας στο 7o από τα 10 κομμάτια του δίσκου, βρίσκουμε στο ‘Don’t Tell’, ίσως την πιο αργή στιγμή του δίσκου, επίσης για τον γράφοντα ένα απο τα άνευ συζητήσεως highlights της συγκεκριμένης δουλειάς.

Στο No.8 έρχεται το κομμάτι-δυναμίτης ‘Hook, Line & Sinker’, το οποίο ορθά αποτέλεσε single κυκλοφορία, μια στιγμή η οποία ίσως να αποτελεί κορυφαίο δείγμα της δουλειάς των Kerr/Thatcher γενικότερα, δε θα προκαλέσει ουδεμία εντύπωση αν πολλοί το χαρακτηρίσουν ως το καλύτερο/αγαπημένο κομμάτι από το συγκεκριμένο δίσκο. Με διαφορά η πιο εκρηκτική στιγμή των Royal Blood του έτους 2017, είναι φτιαγμένο, μαζί με το ‘Lights Out’, να προκαλεί πανικό στα live και να δείχνει περήφανα την αγάπη της μπάντας για τα πιο σκληρά ηχοχρώματα που ενδεχομένως να τους επηρέασαν.

Τα δύο κομμάτια που κλείνουν το δίσκο παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, το καθένα για τον δικό του λόγο: στο No.9 υπάρχει το ‘Hole In Your Heart’, το οποίο θυμίζει (ετοιμαστείτε να διαφωνήσετε εντόνως) την συνθετική/στιχουργική πένα του… Martin Gore των Depeche Mode! (;;) Από όλες τις απόψεις αποτελεί την απόλυτη μετουσίωση του πώς θα ήταν μια διασκευή κομματιού της αγαπημένης ηλεκτρονικής μπάντας από ένα heavy/garage σχήμα με τενόρα φωνητικά. Εναλλακτικά φανταστείτε πόσο ταιριαστή θα ήταν μια εκτέλεση από μέρος των Depeche πάνω στο συγκεκριμένο κομμάτι, με τα ανάλογα synths και την απαραίτητη ενορχήστρωση φυσικά. Τέλος, στο No.10 βρίσκεται το ‘Sleep’, το οποίο για τον γράφοντα αποτελεί την κορυφαία στιγμή της εν λόγω δουλειάς, παρόλο που (ίσως επειδή) αποτελεί ένα όχι και τόσο ξεκάθαρο δείγμα του πνεύματος που θέλει να περάσει η μπάντα. Mid-tempo, επίσης το μακρύτερο σε διάρκεια κομμάτι (το μόνο που ξεπερνάει τα 4 λεπτά), το διακατέχει ένα catchiness καθώς και ένα συναίσθημα που δεν διακρίνεται με μία και μοναδική ακρόαση. Επίσης, τίποτα καταλληλότερο για να αποτελέσει επίλογο σε μια τέτοια δισκογραφική προσπάθεια.

Θέλουμε περισσότερους Royal Blood; Φυσικά και θέλουμε. Πλέον έχουν σχεδόν το διπλάσιο υλικό για να προκαλούν χαμό στις ζωντανές εμφανίσεις τους, είναι αποδεδειγμένα μία stadium-rock μπάντα, περισσότερο ως προς το feel που βγάζει η μουσική τους, που σε κάνει να θέλεις να την ακούσεις στον μεγαλύτερο δυνατό χώρο, να συνεπαρθείς με τα ανθεμικά choruses που τόσο απλόχερα προσφέρουν. Το έδαφος είναι πιο κατάλληλα στρωμένο από ποτέ για μια κόμη δισκογραφική προσπάθεια, θέλουμε όμως να τους δούμε και στη χώρα μας, η οποία μέρα με τη μέρα τους χαρίζει ένα ολοένα και πιο ογκώδες κοινό. Mike και Ben, σας περιμένουμε, godspeed.