Οι δίσκοι των Savatage έχουν χαρακτήρα. Δε συγχέονται μεταξύ τους, δε θυμίζουν κάτι διαφορετικό. Είτε πρόκειται για το «παλιό» ‘Sirens’, είτε για τα έσχατα ‘The Wake of Magellan‘ και ‘Poets and Madmen’, είτε για τα κλασικά ‘Hall of the Mountain King’ και ‘Gutter Ballet’. Το ‘Edge of Thorns’ δεν είναι εξαίρεση.
Γιατί ξεχωρίζει λοιπόν το ‘Edge of Thorns’;
Μεταξύ των δίσκων του συγκροτήματος, σίγουρα απέχει αρκετά από το να είναι ο πιο αγαπητός. Παράλληλα όμως, δεν έχει και πολλούς εχθρούς. Η αλήθεια είναι ότι από πλευράς επιπέδου συνθέσεων και αποδοχής από το κοινό, δεν υπάρχει κάποια σημαντική ιδιαιτερότητα. Το ομότιτλο κομμάτι σίγουρα χαίρει εκτιμήσεως, αλλά γενικά είναι το μόνο που θα παιχτεί ή θα ακουστεί, ακόμα και ανάμεσα σε μεγαλύτερους Savatage μύστες. Η μουσική στο ‘Edge of Thorns’ δεν είναι κακή, ο Zak Stevens δεν τραγουδά άσχημα, αλλά δεν πρόκειται και για δημιουργία αντίστοιχου επιπέδου με τις τρομερές κυκλοφορίες του όχι μακρινού παρελθόντος.
Ο δίσκος όμως βρίσκεται σε ένα κομβικό σημείο της πορείας των Savatage. Φέρνει μερικές μεγάλες αλλαγές. Και δυστυχώς έγινε και ύστατο χαίρε.
Χρόνια πριν, σε ένα από τα πρώτα μου κείμενα, είχα γράψει για την πορεία και την εξέλιξη του Criss Oliva. Για το πως το ‘Edge of Thorns’ είναι ο δίσκος που τον βάζει στο κέντρο. Ένας μουσικός που κάθε φορά έκανε κάτι περισσότερο, κάτι διαφορετικό, μάθαινε κάτι νέο, δε θα μπορούσε να έχει αδιάφορο πέρασμα από εδώ. Ο Jon υποχώρησε στη σκιά. Ο Criss έπιασε θέση στο φως. Οι Savatage ήταν πάντα υπόθεση και των δύο αδερφών, αλλά στο ‘Streets’ και ειδικά εδώ, ο Criss είχε να πει και να κάνει παραπάνω.
Και μετά έφυγε. Νωρίς. Άδικα. Η μετάβασή του, μαζί με την μπάντα, σε μια νέα περίοδο, κατέληξε το κύκνειο άσμα του. Μια μετάβαση που κανείς δεν ήθελε, αλλά που στιγμάτισε το δίσκο. Τον τελευταίο του Criss Oliva.
Πριν όμως γίνει δίσκος στερνών, ήταν να είναι δίσκος πρωτιών. Ο πρώτος με τον Zachary Stevens στο μικρόφωνο. Ο πρώτος χωρίς τον Jon σε ρόλο βασικού τραγουδιστή και εν τέλει ο μοναδικός όπου η χαρακτηριστική αυτή φωνή δεν ακούγεται καθόλου (στο ‘A Handful of Rain’ αναλαμβάνει κάποια δεύτερα φωνητικά). Ένα πείραμα από πολλές απόψεις, με αβέβαιο τελικό αποτέλεσμα, καθώς ο θάνατος του Criss άλλαξε άρδην τις διαθέσεις και την προσέγγιση για τη συνέχεια. Ο Stevens δεν έτυχε καθολικής αποδοχής, αλλά τα αδέρφια Oliva είχαν το δικό τους όραμα και δεν μπορεί κανείς να πει με βεβαιότητα πως θα εξελίσσονταν οι Savatage από πλευράς σύνθεσης και ύφους αν ο Criss δεν είχε σκοτωθεί. Τελικά, ο Stevens κράτησε το μικρόφωνο για τρεις ακόμα δίσκους, καλύπτοντας τουλάχιστον εν μέρει το κενό ενός συντεντριμμένου Jon, αλλά το τι θα είχαμε δει σε μια άλλη πραγματικότητα θα παραμείνει για πάντα μυστήριο.
Έτσι, το ‘Edge of Thorns’ έμεινε η αρχή χωρίς τη συνέχεια, η πρόθεση χωρίς την υλοποίηση. Ένας δίσκος με Criss αλλά χωρίς Jon. Ένας νέος τραγουδιστής που κλήθηκε τελικά να σταθεί μπροστά από μια διαφορετική μπάντα.
Δεν ήταν όπως πριν. Δεν ξανάγινε μετά. Το ‘Edge of Thorns’ δεν ακούγεται όπως κανένας άλλος δίσκος των Savatage. Όνειρα, ελπίδες και η αδυσώπητη πραγματικότητα συνετέλεσαν στο να μείνει μετέωρος ανάμεσα στο πριν και στο μετά, ένα κομβικό σημείο που απέκτησε άλλο νόημα λίγους μήνες μετά την κυκλοφορία του.











