Sungrazer: Οριστικό τέλος σε ένα πανέμορφο ταξίδι…

Rutger Smeets
Rutger Smeets

Το πρωινό της 13ης Οκτώβρη, όταν άνοιξα το Facebook, διάβασα μια είδηση που έμελλε να βάλει οριστικό τέλος στην πορεία μιας από τις πιο σημαντικές μπάντες του heavy rock ήχου. Ο Rutger Smeets είχε βάλει τέλος στη ζωή του, αφήνοντας για κληρονομιά τους ήχους και τα μαγικά τοπία που σχημάτιζε η μουσική των Sungrazer.

Αν και η μπάντα είχε βάλει τέλος στις περιοδείες και στις ηχογραφήσεις από το 2013 όταν και κυκλοφόρησαν το split με τους The Machine, είχαν ακουστεί πολλές φήμες για την επανένωσή τους, που αν και μάλλον δεν ήταν αληθείς, πολύ θα θέλαμε να ίσχυαν, έστω και λίγο.

Οι Ολλανδοί Sungrazer δημιουργήθηκαν το 2009 από τους Rutger Smeets, Haagmans Sander και Hans Mulder, ενώ ένα χρόνο αργότερα έκαναν το ντεμπούτο τους με το ομώνυμο άλμπουμ τους. Από τις πρώτες funky νότες του ‘If’, ήταν ολοφάνερο πως θα ξεχώριζαν και θα δημιουργούσαν ένα δικό τους είδος, ιδανικό για όλους εμάς που απολαμβάνουμε groove ήχους με μελωδικά φωνητικά σε ψυχεδελικές φόρμες! Στη συνέχεια, και ενώ μας έχει ανοίξει για τα καλά η όρεξη, το ‘Intermezzo’ φτάνει στ’ αυτιά μας και μας εκπλήσσει καθώς πρόκειται για ένα jazz ορχηστρικό όπου πρωταγωνιστεί το σαξόφωνο!

Το ‘Somo’ ξετυλίγει όλο το ταλέντο της μπάντας και σε βγάζει σιγά-σιγά από το μούδιασμα του ‘Intermezzo’, ανεβάζοντας σταδιακά ρυθμούς μέσα από διαρκώς αυξανόμενη ένταση στο, μέχρι ένα σημείο, υπνωτικό μπάσο του Sander, ώσπου το κομμάτι να οδηγηθεί στην έκρηξη κάπου στη μέση, ενώ οι φωνές των Smeets και Sander σε παρασέρνουν σε μια νιρβάνα. Συνέχεια με το ‘Common Believer’, που είναι το κλασικό desert κομμάτι με πολύ πιασάρικο riff και ακουστικό διάλειμμα στη μέση, καθώς η ψυχεδέλεια ξεχειλίζει σε κάθε νότα.

Το τελευταίο μέρος του δίσκου “μπαίνει” με το ‘Zero Zero’, όπου για άλλη μια φορά επικρατούν έντονα jazz στοιχεία στην εισαγωγή και σταδιακά εξελίσσεται σε έναν καταιγισμό συναισθημάτων και μουσικής που δημιουργεί το groovy μπάσο, η σκληρή κιθάρα και τα ρυθμικά drums. Όλα αυτά δένουν εξαιρετικά με τα “laid back” φωνητικά. Το ντεμπούτο των Ολλανδών τελειώνει με το ‘Mountain Dusk’, που χτίζεται γύρω από μια εκπληκτική μπασογραμμή και αποτελεί την πιο heavy στιγμή της κυκλοφορίας τους. Το ρυθμικό ρεφραίν για άλλη μια φορά κάνει αισθητή την παρουσία του, για να τελειώσει έτσι η πρώτη δισκογραφική προσπάθεια των Sungrazer.

Την επόμενη χρονιά θα επιστρέψουν με ξεκάθαρη τη διάθεση να φτιάξουν ένα δίσκο που θα είναι πιο heavy και πιο ψυχεδελικός ταυτόχρονα. Και θα το καταφέρουν από το εναρκτήριο ‘Wild Goose’ που συνεχίζει το ταξίδι από εκεί ακριβώς που σταμάτησαν λίγους μήνες νωρίτερα! Ακολουθεί το ‘Octo’ που αποτελεί ουσιαστικά ένα drum solo για να μας βυθίσουν αμέσως στη βαθιά ψυχεδέλεια του ‘Sea’. Η εισαγωγή και μόνο κάνει τις τρίχες στο πίσω μέρος του λαιμού να “βαράνε προσοχή” ενώ σύντομα τα φωνητικά, βγαλμένα από τις πιο όμορφες μεριές του νου, σε παρασύρουν σε ένα εκπληκτικό σύνολο μουσικής και αισθήσεων. Τα ανήσυχα drums δίνουν τη θέση τους σε ένα μελωδικό ρεφραίν “Could you be tomorrow – paint the nighttime red – like the sea – Colour my horizon -be my daily bread – like the sea”… Κάπου εκεί επιστρέφει το αρχικό riff στο μπάσο και μετά από ένα ακουστικό διάλειμμα το δωμάτιο γεμίζει με τις σκληρές μελωδίες που έρχονται να κλείσουν αυτό το αριστούργημα!

Με την έναρξη του ‘Goldstrike’ έχεις καταλάβει ότι πλέον οι Sungrazer είναι αυτή η μπάντα που πάντα ήθελες να βρεις, να ανακαλύψεις και να ακούσεις! Heavy ήχος και όμως τόσο χαλαρωτικός και ευχάριστος κυρίως λόγω αυτών των τόσο προσεγμένων φωνητικών που απλά δεν θες να σταματήσει ποτέ. Μελωδίες που σου μένουν κολλημένες στο μυαλό για μέρες και καθώς τα σκέφτεσαι όλα αυτά, έρχεται το ‘Behind’ να σε αποτελειώσει καθώς πιάνεις τον εαυτό σου χαμένο σε μια κατάσταση απόλυτης ευφορίας κατά τη διάρκεια του ονειρεμένου intro και των καθησυχαστικών φωνητικών. Συναισθήματα που πολύ λίγες μπάντες μπορούν πραγματικά να προσφέρουν ξεχειλίζουν, καθώς κάπου στο βάθος ετοιμάζεται μεθοδικά το “σκάσιμο” του τραγουδιού. Και όταν έρχεται αυτό, έρχεται και η λύτρωση από το παραμορφωμένο μπάσο και το δεμένο παίξιμο των Ολλανδών.

Μετά από το 13λεπτο ταξίδι έρχεται το ομώνυμο κομμάτι του δίσκου με τίτλο ‘Mirador’ που ξεκινάει να χτίζεται γύρω από ένα απλό riff στα drums και καταλήγει σε μια μίξη υπνωτικού μπάσου και ήπιων σόλο στην κιθάρα που κορυφώνονται με ατελείωτο headbanging, καθώς κάπου στο 6ο λεπτό παίρνουν σκυτάλη τα φωνητικά για να μας στείλουν “αδιάβαστους” λίγο αργότερα που για πρώτη φορά δείχνουν να σκληραίνουν λίγο και να κορυφώνουν την συνολική εμπειρία του άλμπουμ. Το ’34 & More…’ αποτελεί το κλείσιμο του δίσκου σε μορφή “τζαμαρίσματος” που για άλλη μια φορά μας αφήνει με το στόμα ανοιχτό! “Give me some peace of mind” σιγοτραγουδά ο αδικοχαμένος Rutger Smeets και κάπως έτσι σιγά-σιγά κλείνει ο δεύτερος και τελευταίος ολοκληρωμένος δίσκος των Sungrazer, ενώ ο ακροατής πασχίζει μάταια να ξεφύγει από αυτό το μαγικό συναίσθημα που του δημιούργησε η μουσική τους.

Το 2013 θα κυκλοφορήσουν το split με τους συμπατριώτες τους, The Machine, όπου θα συμμετάσχουν σε 3 κομμάτια, ‘Dopo’, ‘Yo La Tengo’ και ‘Flow Through a Good Story’, με το δεύτερο να είναι η κορυφαία στιγμή τους, ενώ το ‘Flow Though…’ αποτελεί το κύκνειο άσμα τους, μιας και στα μέσα της ίδιας χρονιάς ανακοίνωσαν τη διάλυσή τους.

Μετά από μια σύντομη περιήγηση στη μουσική τους, μπορεί να πει κανείς πως ο χαμός του Smeets αποτελεί τεράστια απώλεια για τον σκληρό ήχο όμως οι μουσικές και η καθησυχαστική φωνή του θα μας συνοδεύουν για πάντα!

Όπως και να ‘χει πάντως, κάνε στον εαυτό σου ένα δώρο, χαλάρωσε και βάλε έναν από τους δύο full-length δίσκους τους να παίζουν και σύντομα θα νιώσεις λίγη από τη μαγεία των Sungrazer!