Συνέντευξη / Fuel Eater: «Μέσα από την μουσική μας κάνουμε φίλους και όχι fans»

Fuel Eater
Fuel Eater

Οι Fuel Eater είναι ένα πολλά υποσχόμενο συγκρότημα που καταφέρνει με το heavy rock ύφος του να ξεσηκώνει τον κόσμο σε κάθε εμφάνισή του.

Μέσα σε λίγα χρόνια έχουν καταφέρει να κάνουν αρκετά tours και lives και να κυκλοφορήσουν έναν εξαιρετικά δουλεμένο και προσεγμένο ως την λεπτομέρεια, δίσκο. Εμείς τους βρήκαμε και μιλήσαμε μαζί τους για τα επερχόμενα live τους με τους Valley of the Sun, για τις εμπειρίες τους και για τα μελλοντικά τους σχέδια.

Συγκεκριμένα στην συνέντευξη συμμετείχαν ο Θάνος (κιθάρα) και ο Βασίλης (drums)

-Αρχικά, θα ήθελα να μάθω κάποια βασικά πράγματα για το συγκρότημα.

Θάνος: Η ιδέα ήρθε το 2011 όταν μαζί με ένα φίλο μου από την σχολή τότε, τον Αποστόλη, ξεκινήσαμε να παίζουμε έχοντας στον μυαλό μας μια μπάντα με αυτό το είδος μουσικής που έχουμε και σήμερα, αλλά η ιδέα έμεινε ως έχει μέχρι το 2012 όταν βρήκα τον Βασίλη, και μαζί με τον Αντώνη και τον Γιώργο φτιάξαμε την μπάντα.

Αρχίσαμε να κάνουμε διασκευές και αργότερα διαμορφώσαμε τον ήχο μας και δημιουργήσαμε τα πρώτα δικά μας κομμάτια.

Το πρώτο μας live έγινε το 2012, από τότε βέβαια είχαμε ανακατατάξεις στα μέλη του συγκροτήματος λόγω υποχρεώσεων και καταλήξαμε στο σήμερα με έμενα στην κιθάρα, τον Παναγιώτη (Gordon Kansas) στα φωνητικά, τον Βασίλη Κουτσομπίνα στα drums και τον Μάριο Οικονόμου στο μπάσο. Ο Μάριος συγκεκριμένα είναι το νεότερο μέλος μας και μάλιστα μπήκε στο συγκρότημα αφού γράφτηκε ο δίσκος.

-Μιλήστε μου για το άλμπουμ-ντεμπούτο σας, ‘Centralia’, το οποίο άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις.

Βασίλης: Όντως για πρώτο δίσκο είχαμε πολύ καλή αντιμετώπιση και ανταπόκριση από το κοινό. Τα 3 από κομμάτια του δίσκου ήταν και στο demo που είχαμε κυκλοφορήσει στα μέσα του 2014, οπότε ήταν σχετικά γνωστά στο κοινό που μας άκουγε τότε, και από το demo και από τα live που είχαμε αρχίσει να κάνουμε. Το ‘Centralia’ κυκλοφόρησε τον Οκτώβρη του 2015.

Θάνος: Tα κομμάτια του δίσκου γράφτηκαν από το 2012 μέχρι το 2014, και εδώ να τονίσουμε πως στο demo αλλά και στον δίσκο, στο μπάσο ήταν ο Πέτρος.

Βασίλης: Ναι βεβαίως. Τα υπόλοιπα κομμάτια τα είχαμε ‘δοκιμάσει’ στα live μας αρκετές φορές μέχρι να ηχογραφηθούν.

Οι ηχογραφήσεις των κομματιών έγιναν στο Lubreeca Studios και ο John Slacker ανέλαβε την μίξη, το mastering και τον τομέα της παραγωγής. Κατά τη διάρκεια της ηχογράφησης είχαμε αρκετά τεχνικά προβλήματα κυρίως λόγω του studio και γι’ αυτό χρειάστηκε να γράψουμε για δεύτερη φορά όλο τον δίσκο.

Ενώ λοιπόν τον είχαμε ολοκληρώσει κατά 99%, χάθηκαν τα πάντα. Αυτό το γεγονός μας κράτησε αρκετά πίσω, αλλά παράλληλα μας πείσμωσε.

Η διαδικασία σαν διαδικασία όταν καθόμασταν να ηχογραφήσουμε ήταν διασκεδαστική, αλλά μας δημιούργησε μια ωριμότητα που δεν θα την είχαμε αν απλά συνεχίζαμε να παίζουμε σε live και να προβάρουμε μόνοι μας, και λόγω παραγωγής, αλλά και επειδή ακούσαμε τις δυνατότητές μας ηχογραφημένες σε καλές συνθήκες και με καλό ήχο.

-Ποια συγκροτήματα ακούγατε όταν ηχογραφούσατε το άλμπουμ; Τι ήταν αυτό που σας έδινε έμπνευση εκείνο τον καιρό;

Βασίλης: Ακούγαμε αρκετά ελληνική σκηνή, είχαν κυκλοφορήσει τότε δουλειές από αρκετές μπάντες, ας πούμε ο δίσκος των φίλων μας, Forsaken Memoriam. Από εκεί και πέρα κινούμασταν στις βασικές μας επιρροές, κυρίως Black Sabbath, Alice in Chains, και Clutch οι οποίοι είχαν κυκλοφορήσει τότε το ‘Earth Rocker’ και είχαμε τρελαθεί.

Θάνος: Επίσης βασική επιρροή μας είναι οι Iron Maiden, οι Metallica, οι Kyuss και, ειδικότερα την περίοδο της ηχογράφησης, αρχίσαμε να ακούμε λίγο πιο doom ήχο.

-Είστε μια μπάντα με πολλά live στο ενεργητικό της και η σχέση σας με το κοινό μοιάζει πολλές φορές με την σχέση που έχει ένας οπαδός με την αγαπημένη του ομάδα. Πώς προέκυψε αυτή η σχέση, ήταν κάτι που επιδιώξατε;

Βασίλης: Προφανώς δεν είχαμε ποτέ στο μυαλό μας πως θα συνέβαινε κάτι τέτοιο, ίσως κατά μια έννοια να μην είχαμε καταλάβει και εμείς αυτό που λες τώρα, ότι δηλαδή έχουμε τόσο πιστούς fans. Είμαστε μια μπάντα που μέσα από την μουσική μας, μας αρέσει να κάνουμε φίλους και όχι τόσο fans, γι’ αυτό όλοι όσοι συμπάθησαν και αγάπησαν την μουσική μας τελικά έγιναν φίλοι μας.

Θάνος: Πρώτα απ’ όλα με το κοινό μας είμαστε φίλοι. Βέβαια εννοείται ότι στην Πάτρα το στοιχείο αυτό είναι πιο έντονο και το κάθε live είναι ακόμη πιο δυνατό από το προηγούμενο. Χαιρόμαστε ιδιαιτέρως γι’ αυτό, αλλά γενικά σε όλες τις πόλεις που έχουμε παίξει, δημιουργούμε φιλίες, δεν παίρνουμε τόσο σοβαρά τους εαυτούς μας, πάντα κάνουμε πλάκα και έτσι έχουμε δεθεί με πολλούς από το κοινό μας.

Βασίλης: Για κάποιον λόγο σχεδόν όλοι πλέον όσοι μας ακούνε και μας ακολουθούν, ξέρουν τα inside jokes μας και αυτό είναι απίστευτο συναίσθημα. Είναι πολλοί δηλαδή που μας ξέρουν ελάχιστα και θα ήθελαν να μας γνωρίσουν καλύτερα μόνο γι’ αυτόν τον λόγο, γιατί μπορούμε να πιούμε ένα καφέ ή μια μπύρα μαζί και να περάσουμε πολύ καλά.

Θάνος: Και να φάμε!

-Θα το γράψω αυτό.
Βασίλης: Εννοείται θα το γράψεις αυτό. (γέλια)

-Έχετε μοιραστεί την σκηνή με αρκετές μπάντες όλα αυτά τα χρόνια. Περιγράψτε μου τις εμπειρίες σας.

Βασίλης: Από την εγχώρια σκηνή, έχουμε παίξει μαζί με τους Planet of Zeus, τους Universe 217, τους Nightstalker, τους Lucky Funeral και τους V.I.C.. Μεγάλη εμπειρία για εμένα ήταν όταν είχαμε κάνει το opening στους Ολλανδούς Toner Low.

Ήταν από τα πρώτα μας live στην Πάτρα, στο οποίο ακόμη ανακαλύπταμε τα πατήματά μας και τον ήχο μας, και ξαφνικά είδαμε μια μπάντα δουλεμένη με πολλά χιλιόμετρα στο ενεργητικό της και με πολλούς δίσκους.

Ήρθαν και μας προσέγγισαν λες και μας ήξεραν χρόνια, μάλιστα, μας άφησαν να χρησιμοποιήσουμε τον εξοπλισμό τους που κάποιος, που παίζει μουσική ξέρει πόσο δύσκολο είναι να δανείσεις τον εξοπλισμό σου.

Θάνος: Μπάντα 20 χρόνων, τεράστιοι. Έχει χαραχτεί στην μνήμη μας γιατί είναι ίσως και το μόνο που έχουμε κάνει με ξένη μπάντα προς το παρόν.

Βασίλης: Αυτό βέβαια που απολαμβάνουμε πάντα είναι οι φιλίες που έχουμε δημιουργήσει με μπάντες όπως με τους Void Droid και με τους Clamor of Existence, με τους Purple Dino και με τους Forsaken Memoriam.

Ζούμε γι’ αυτό κατά βάση, ζούμε για να γράφουμε χιλιόμετρα μαζί με αυτές τις μπάντες και να μοιραζόμαστε την σκηνή γιατί υπάρχει ένα άλλο πολύ πιο προσωπικό δέσιμο μαζί τους. Έχει γίνει αυτοσκοπός πλέον να ταξιδεύουμε και να ζούμε για το δρόμο.

Θάνος: Το πιο σημαντικό απ’ όλα αυτά που κάνουμε στην μουσική, είναι ότι έχουμε κάνει καλούς φίλους και μαζί με τους προηγούμενους να προσθέσω τους Skandal και τους Jaw Breaker.

-Από το ”Over the Avlak” tour ποια ήταν η πόλη που ξεχωρίσατε;

Βασίλης: Ξάνθη!

Θάνος: Ξάνθη!

Βασίλης: Αρχικά σε αυτή την πόλη έχουμε πολλούς φίλους λόγω μια μικρής περιοδείας που είχαμε κάνει με τους Purple Dino και τους Cellar Dogs.

Έπειτα ο χώρος ήταν απίστευτος, είχε τους καλύτερους ηχολήπτες, το καλύτερο στήσιμο και διοργάνωση συναυλίας. Ο Δημήτρης, drummer από τους Purple Dino, που μας έκλεισε, το έκανε με ρίσκο οικονομικό για την διοργάνωση και το έκανε μέσα από την καρδιά του γιατί ήθελε ο ίδιος να μας δει πάλι και τον ευχαριστούμε πολύ.

Τέλος, το κοινό μας αγκάλιασε και το ξεχωρίσαμε γιατί άκουγαν μια μπάντα που οι μισοί δεν την ήξεραν και οι άλλοι μισοί την ήξεραν αλλά όχι μέσα από κάποιο live, συμμετείχε όταν παίζαμε και ανταποκρινόταν λες και είμαστε ένα συγκρότημα με ιστορία.

Θάνος: Ήταν αναμφισβήτητα το πρώτο live εκτός Πάτρας που ήταν τόσο δυνατό. Κάποια στιγμή φαντάσου με σήκωσε το κοινό στα χέρια του και έπαιζα εκεί. Επίσης ευχαριστούμε πολύ τα παιδιά που μας φιλοξένησαν και στην Ξάνθη, στο Βόλο και στη Λάρισα.

Βασίλης: Για μια στιγμή ο Θάνος αιωρείτο.

Θάνος: Καλή στιγμή ήταν και στην Πάτρα όταν παίξαμε στο live για την κυκλοφορία του πρώτου δίσκου των Void Droid ,‘Terrestrial’, αλλά εκεί ήταν πιο συναισθηματικό γιατί οι Void Droid είναι φίλοι μας και ξεκινήσαμε μαζί τη μουσική μας πορεία.

-Τι πιστεύετε για το κοινό της Πάτρας; Στηρίζει τις μπάντες του; Υπάρχει σταθερό κοινό;

Βασίλης: Εγώ θα μιλήσω ειλικρινά. Το κοινό της Πάτρας πρέπει σιγά σιγά να αλλάζει μυαλά γιατί δυστυχώς, αν ο κόσμος δεν στηρίξει παραπάνω και τα μαγαζιά δεν κάνουν μια καλή προώθηση των συγκροτημάτων, θα γίνονται όλο και λιγότερα πράγματα στην πόλη.

Το κοινό δεν πρέπει να φοβάται να πάει σε live συγκροτημάτων που δεν γνωρίζει. Όταν βλέπεις κατά τη διάρκεια των χρόνων ότι όταν έρχονται στην Πάτρα μεγάλες μπάντες μαζεύουν όλο και λιγότερο κόσμο, πάει να πει ότι το κοινό έκανε το κέφι του μια φορά, έχει να το λέει στους φίλους του και να το γράφει στο Facebook και μέχρι εκεί.

Θάνος: Υπάρχει αρκετός κόσμος που στηρίζει και είναι πιστός αλλά υπάρχει και το λεγόμενο ευκαιριακό κοινό.

Η Πάτρα είναι μια φοιτητούπολη, οπότε καλό θα ήταν να διοργανώνονταν πιο πολλά και δυνατά πράγματα στο χώρο της μουσικής γιατί επικρατεί το παράδοξο ότι σε άλλες μικρότερες πόλεις γίνονται πολλά events, ενώ εδώ δεν στηρίζονται τόσο πολύ.

-Αντιλαμβάνομαι αυτό που λέτε, αλλά μήπως έχουν και μερίδιο ευθύνης τα συγκροτήματα;

Βασίλης: Οι περισσότερες προτάσεις είναι διαφορετικές και ποικίλες, είτε μιλάμε για μικρό είτε μεγάλο live. H είσοδος που βάζουμε πάντα στις συναυλίες μας για παράδειγμα είναι πολύ χαμηλού κόστους, ίσα ίσα να βγουν τα έξοδα της μπάντας.

Προφανώς δεν φταίει μόνο το κοινό, υπάρχει κορεσμός διότι σε μια προηγούμενη περίοδο στην Πάτρα γινόντουσαν 3 με 4 live την εβδομάδα, εκεί δεν μπορείς να το αδικήσεις το κοινό. Σήμερα όμως το κοινό θα προτιμήσει να πάει σε μια high μπάντα κατά τα δεδομένα μια γενικότερης βιομηχανίας που παίζει στην underground σκηνή. Ο κόσμος πλέον ταΐζεται από αυτήν την βιομηχανία.

Θάνος: Γενικότερα, η ανεξάρτητη σκηνή που λέμε ίσως να μην είναι και τόσο ανεξάρτητη.

-Θα επανέρθουμε σε αυτό το θέμα αφού πρώτα μου σχολιάσετε το εξώφυλλό του ‘Centralia’ το οποίο είναι αρκετά ενδιαφέρον και απέσπασε θετικά σχόλια.

Θάνος: Η ιδέα για το εξώφυλλο ήταν δική μου και απεικονίζει ουσιαστικά μια “πόλη φαντασμάτων”, όπως αποκαλείται, της Centralia της Pennsylvania, όπου εκεί καίει μια φωτιά στο υπέδαφος από το 1960. H φωτιά είχε εκδηλωθεί στην προσπάθεια κάποιων ανθρώπων να κάψουν σκουπίδια με αποτέλεσμα η φωτιά να μην σβήνει.

Στην πορεία άρχισε το έδαφος να γίνεται σαθρό και η πόλη να κρίνεται μη κατοικήσιμη. Είναι γοητευτική η εικόνα της λόγω της εγκατάλειψης που έχει υποστεί.

Την ιδέα την δώσαμε στον Αντρέα, (ADMC07https://www.facebook.com/admc07/), για να της δώσει σάρκα και οστά και τελικά έκανε καταπληκτική δουλειά.

-Τι ορίζει μια DIY μπάντα; Οι underground μπάντες είναι DIY;

Θάνος: Μια μπάντα που τα κάνει όλα μόνη της. Μια underground μπάντα θα έπρεπε να είναι DIY. Εμείς με δικά μας έξοδα ηχογραφήσαμε, κόψαμε το CD και με δικό μας κόπο προωθούμε την μπάντα μας και κλείνουμε τις συναυλίες μας.

Δεν έχουμε manager και κανέναν από πίσω. Είναι πολύ λίγες οι μπάντες που είναι καθ’ όλα Do It Yourself.

-Η ερώτηση που έκανα ήταν γιατί κατά καιρούς ακούγεται πως οι DIY μπάντες κάνουν προχειρότητες και η ποιότητα ήχου που προσφέρουν είναι πολύ χαμηλή. Ποια είναι η άποψή σας πάνω σ’ αυτό;

Βασίλης: Διαφωνώ κάθετα. Τα τελευταία 10 χρόνια έχει ανέβει εξαιρετικά το επίπεδο της παραγωγής είτε αυτό είναι ένα live είτε είναι ένας δίσκος, γιατί υπάρχει πλέον κατοχή της τεχνογνωσίας και με χαμηλό κόστος βγάζεις ένα ιδανικό αποτέλεσμα.

-Τι έχετε να πείτε για αυτήν την έξαρση του stoner ήχου; Αυτό το είδος ήρθε για να μείνει;

Βασίλης: Η άνοδος αυτού του stoner ήχου δεν ξέρουμε πού οφείλεται.

Ίσως επειδή κάποια στιγμή όλα τα είδη, ιδιαίτερα του πιο σκληρού ήχου, στην Ελλάδα είχαν άνθιση, ειδικά τα τέλη της δεκαετίας του ’80 με μπάντες όπως οι Death Courier από την Πάτρα που έπαιζαν death metal, και αφού έγινε αυτό το μπαμ, ήταν καιρός να βγει κάτι πιο άμεσο για να κάνει εντύπωση.

Βέβαια στη γενέτειρα του stoner, την Αμερική, πολλοί ακόμη δεν ασχολούνται καν με αυτό. Από την άλλη είναι και λίγο άδικο να το λέμε μόδα, αλλά πλέον πιο πολύ μόδα θεωρείται από αυτούς που έχουν αποφασίσει να μην παίζουν αυτό το είδος ή έπαιζαν ήδη άλλα είδη και απλά ενοχλούνται που γίνονται πιο πολλά live με βάση το stoner.

Το ότι υπάρχουν τόσα πολλά live και τόσες πολλές μπάντες, δεν έχει να μας πει κάτι γιατί ο κόσμος δεν ασχολείται τόσο πολύ με το stoner. Υπάρχει κορεσμός όπως λέγαμε προηγουμένως.

Βέβαια όλα τα είδη κάποια στιγμή γίνονται διαχρονικά.

Το stoner ήταν στην αφάνεια μέχρι το τέλος της προηγούμενης δεκαετίας και όπως έχουν εδραιωθεί πολλά ήδη στην Ελλάδα, όπως το thrash και το black metal (πάντα υπάρχει κοινό για αυτά τα είδη), κάπως έτσι θα γίνει και με το stoner.

To stoner εξάλλου είναι τέχνασμα μεταλλάδων, του Kerrang συγκεκριμένα.

-Θα θέλατε να αλλάξετε κάτι στον ήχο σας και αν ναι, τι θα ήταν αυτό;

Θάνος: Σίγουρα κατά την διάρκεια των χρόνων που παίζεις, αλλάζει ο ήχος σου και πολλές φορές χωρίς να το καταλαβαίνεις, εξελίσσεσαι και ωριμάζεις και προσωπικά αλλά και ως μπάντα.

Δεν θέλω επιτηδευμένα να αλλάξει κάτι, άθελά μας αλλάζει και ήδη τα καινούρια κομμάτια μας είναι διαφοροποιημένα κάπως.

-Μόλις μου ήρθε μια ειδοποίηση στο κινητό μου με μια φωτογραφία σας που προμηνύει την κυκλοφορία ενός δεύτερου δίσκου. Αληθεύει;

Θάνος: Ναι αληθεύει, από πρόβα ερχόμαστε. Είμαστε στα σκαριά για τον δεύτερο δίσκο με πολλά διαφορετικά στοιχεία που δεν έχετε ξαναδεί από εμάς, καθότι εξελισσόμαστε με κοινή συνισταμένη βέβαια όπως πάντα το heavy rock.

-Γνωρίζουμε ήδη για τις προγραμματισμένες εμφανίσεις με τους Valley of the Sun. Θα υπάρξουν άλλα live μέσα στην σεζόν;

Θάνος: Είναι τα 2 τελευταία live της ευρωπαϊκής περιοδείας των Valley of the Sun που είναι πολύ αγαπημένη μπάντα αμερικάνικη και ανερχόμενη, και έχουμε την χαρά να ανοίγουμε την συναυλία τους στη Λάρισα (14 Οκτώβρη, Stage) και στην Αθήνα (15 Οκτώβρη, Death Disco). Επίσης, χαιρόμαστε ιδιαίτερα γιατί θα έχουμε την ευκαιρία να παίξουμε κάποια από τα καινούρια μας κομμάτια.

Βασίλης: Τώρα που με βλέπεις με το κινητό live, κανονίζω και συγκεκριμένα στο βορά που αγαπάμε και θα είναι ένα mini-tour που θα περιλαμβάνει βόρεια Ελλάδα και Βουλγαρία.

-Ποιες μπάντες ξεχωρίζετε από την εγχώρια σκηνή;

Βασίλης: Planet of Zeus γιατί δεν φοβούνται να ρισκάρουν και στον τελευταίο τους δίσκο απέδειξαν πολλά πράγματα μουσικά, Rotting Christ γιατί είναι από τις πιο ιστορικές μπάντες, Chronosphere γιατί έχουν δουλέψει πολύ και έχουν κάνει ένα σοβαρό όνομα στη σκηνή του thrash αλλά και Universe 217 γιατί έχουν πιο πειραματικό ήχο.

Επίσης, οι ντόπιοι φίλοι μας Vermigod, Void Droid και οι Claimor of Existence, γιατί στο είδος που παίζει η κάθε μία είναι εξαιρετική, αλλά και οι Dala Sun που και οι δύο δίσκοι τους έχουν πολλά να πουν και ελπίζουμε να ξαναέρθουν στο προσκήνιο.

Επειδή είμαστε λάτρεις του grunge, αγαπάμε τους Narcosis, και τους φίλους μας, Forsaken Memoriam, που ετοιμάζουν νέο δίσκο. Ακόμη, ξεχωρίζουμε τους ανερχόμενους Skandal που κυκλοφόρησαν τώρα το EP τους και βγήκαν σε περιοδεία.

Θάνος: Εγώ ξεχωρίζω επίσης τους Bus, τους Purple Dino και τους Instant Boner που είναι από τις εξελισσόμενες μπάντες.

-Με ποιο συγκρότημα από το παγκόσμιο μουσικό στερέωμα θα θέλατε να συμμετάσχετε στο ίδιο φεστιβάλ;

Θάνος: Iron Maiden.

Βασίλης: Queens of the Stone Age.

-Ποια εγχώρια φεστιβάλ σας αρέσουν;

Βασίλης: Πρώτα απ’ όλα το Fuzzastic Planet Fest που το θεωρούμε ευρωπαϊκών προδιαγραφών διοργάνωση και τα παιδιά εκεί έχουν κάνει καταπληκτική δουλειά, αλλά δυστυχώς δέχεται πόλεμο από τους τοπικούς δημόσιους φορείς.

Έπειτα το Los Almiros Festival στο οποίο παρευρεθήκαμε φέτος και είδαμε μεγάλη προσπάθεια από τα παιδιά της διοργάνωσης που απέφερε ένα πολύ καλό αποτέλεσμα.

Και τέλος το Down Tuned Festival στο Ηράκλειο.

-Τι χρειάζεται μια DIY μπάντα για να γίνει γνωστή στο κοινό; Ποιο είναι το μυστικό;
Βασίλης: Πείσμα, να έχει να πει πράγματα και να είναι έτοιμη να φάει πολλά σκατά.

Θάνος: Ψώνιο, υπομονή και κυρίως τρέλα για την μουσική.

-Πριν από λίγο καιρό κάποιος σχολίασε στο YouTube ότι το κομμάτι σας ‘Refuge Denied’ προωθεί ρατσιστικές αντιλήψεις; Τι έχετε να πείτε γι’αυτό;

Βασίλης: Απαντήσαμε στο συγκεκριμένο σχόλιο και το αναρτήσαμε και στην προσωπική μας σελίδα στο Facebook.

Δεν έχουμε καμία σχέση με ρατσιστικές αντιλήψεις και αυτό το ξέρουν όλοι, μάλιστα στα live μας μαζί με τους Purple Dino και τους Cellar Dogs, μαζεύαμε είδη πρώτης ανάγκης για τους πρόσφυγες.

Θάνος: To κομμάτι λέγεται ‘Refuge Denied’ όπου το “refuge” σημαίνει καταφύγιο και όχι πρόσφυγας. Μάλλον ο σχολιαστής δεν ήξερε καλά Αγγλικά και πήρε κυριολεκτικά κάποιους στίχους και τον τίτλο του τραγουδιού. Το κομμάτι συγκεκριμένα μιλάει γι’ αυτούς που είναι πνιγμένοι στο lifestyle και δεν τους ενδιαφέρει τίποτα πιο ουσιαστικό.

-Το κλείσιμο της συνέντευξης θα ήθελα να είναι ένας στίχος που αντικατοπτρίζει την πορεία των Fuel Eater μέχρι σήμερα.
Βασίλης: “I am riding alone to the desert till the end”, από το κομμάτι μας ‘King of a Desert Utopia’.

Θάνος: Ναι, ξεκάθαρα αυτός ο στίχος μας αντικατοπτρίζει γιατί μόνοι μας προχωράμε και έτσι θέλουμε να συνεχίσουμε, και με βοήθεια από ανεξάρτητους φορείς. Θα το κρατήσουμε όσο μπορούμε αληθινό.

Ευχαριστούμε πολύ την Αθανασία για την συνέντευξη και την ωραία συζήτηση που είχαμε και το StraightOnMusic.com για την στήριξή του.

Στηρίξτε την μπάντα:

Bandcamp | YouTube | Facebook