Συνέντευξη / Οι Green Yeti στο Defcon Fest 8

Green Yeti
Green Yeti

Γράφει ο Δημήτρης Κότσης

Θα έλεγε κανείς -τηρουμένων των αναλογιών- πως οι Green Yeti αποτελούν ένα doom rock supergroup, μιας που τα μέλη τους φέρουν το ένδοξο παρελθόν της θητείας τους σε σχήματα όπως οι Brotherhood Of Sleep (RIP), Stonenrow και 9oz Of Nothing. Το φετινό ντεμπούτο The Yeti Has Landed’ καταξίωσε αυτό το ελπιδοφόρο ανερχόμενο σχήμα στην συνείδηση του εγχώριου -και όχι μόνο- heavy rock κοινού. Με αφορμή την προσεχή εμφάνισή τους στο Defcon Fest 8, τους φωτογραφίσαμε στα απόκρημνα (υπερβολές) σοκάκια του Ψυρρή και λίγο αργότερα μιλήσαμε μαζί τους στο όρθιο, για… ό,τι μας ήρθε στο κεφάλι.

Σε πολλές μπάντες δεν αρέσει αυτή η ερώτηση, κυρίως επειδή επαναλαμβάνεται συχνά. Το όμορφο artwork του ‘The Yeti Has Landed’ ωστόσο, με προκαλεί και ζητώ να μάθω πώς προέκυψε το ιδιαίτερο όνομα του psyched doom trio από την Αθήνα. Ο κιθαρίστας-τραγουδιστής Mike δεν είναι ο ομιλητικότερος της παρέας, είναι όμως ο πιο… ψυχεδελικός, όπως άλλωστε αρμόζει σε άτομα που παίζουν αυτή τη μουσική: «Εμένα μου φέρνει στο μυαλό ένα πλάσμα σαν το Muzzy από τη γνωστή σειρά!»

Πιο ευθύβολος και προσγειωμένος, ο μπασίστας Dani συμπληρώνει: «Είμαστε λίγο άγριοι όταν θέλουμε και αυτό είναι το “Yeti”, αλλά έχουμε και μια ταξιδιάρικη πλευρά και αυτό είναι το “Green”. Ωστόσο είμαστε ψυχεδελικοί σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ όσο είμαστε doom.»

Η ψυχεδέλεια ως ήχος, τα τελευταία χρόνια ανθίζει σε διάφορες μορφές, με επικρατέστερη αυτή της νεοψυχεδέλειας. Η ψυχεδελική πλευρά των Yeti ωστόσο είναι λίγο διαφορετική από αυτή που μπορεί να έχει συνηθίσει ο μέσος ακροατής.

«Την έχει ανάγκη ο κόσμος την ψυχεδέλεια πιστεύω. Κοίτα πού βρισκόμαστε. Κοίτα πόσο γκρίζο είναι το τοπίο γύρω μας. Χρειάζεται λίγο χρώμα όλη αυτή η κατάσταση. Αυτό κάνει η μουσική άλλωστε. Σε βοηθάει να αποδράσεις, σου γεμίζει τη ζωή και σε κάνει να θες να συνεχίσεις» λέει και πάλι ο Mike.

«Εκτός από απόδραση, η σκληρή και εναλλακτική μουσική αποτελεί και μέσον διαφοροποίησης;» τον ρωτάω.

«Κάποιοι άλλοι θέλουν να μας αποστασιοποιούν από τα πράγματα. Εμείς δεν έχουμε καμία διάθεση να περιθωριοποιηθούμε και να διαφοροποιηθούμε. Οι καταστάσεις το φέρνουν χωρίς να το προσπαθούμε καν.»

«Απλά μέσα σε αυτή τη μιζέρια και τη μουντίλα, εμείς είμαστε μέσα στη φούσκα μας» μας λέει ο Dani. «Η ψυχεδέλεια σε κάνει πάντα να “ξεκολλάς” από τις φόρμες και να βγάζεις τις παρωπίδες σου. Εμείς ό,τι κάνουμε πηγάζει από μέσα μας. Τίποτα δεν είναι επιτηδευμένο ούτε και έχουμε αυτοσκοπούς.»

Green Yeti
Green Yeti

Τείνω να διαφωνήσω ως προς το κατά πόσο ο ψυχεδελικός, αλλά και ο γενικότερος heavy ήχος περιθωριοποιείται, μιας που η συγκεκριμένη σκηνή γνωρίζει όλο και μεγαλύτερη αποδοχή μέρα με τη μέρα. Ήδη στην Ελλάδα θεωρείται εξαγώγιμο προϊόν. Ο drummer Φώτης που παίρνει τον λόγο για πρώτη φορά στην κουβέντα δίνει την άποψή του πάνω στο θέμα:

«Το feedback που παίρνουμε, ειδικότερα μέσω internet, είναι πως η Ελλάδα έχει φτιάξει μια σημαντική κοινότητα στον stoner / doom / ψυχεδελικό ήχο. Νομίζω πως ως σκηνή και χώρα το προάγουμε όλο αυτό. Φυσικά υπάρχουν μεγάλες μπάντες όπως οι 1000mods που έχουν βοηθήσει πολύ στο να εξάγουμε αυτόν τον ήχο. Στην δική μας περίπτωση που ηχούμε πιο βαρείς και ψυχεδελικοί, νομίζω πως είναι εξ ορισμού πιο εύκολο να ακουστούμε σε άλλες χώρες παρά στην Ελλάδα, μιας που σε κάποιες από αυτές υπάρχει ήδη ένα σημαντικό υπόβαθρο σε αυτά τα ακούσματα.»

Το underground είναι μια έννοια παρεξηγημένη στο μικροαστικό ελληνικό περιβάλλον. Πολλοί τείνουν να θεωρούν πως η καλή underground μουσική είναι για λίγους. Ένας ελιτισμός, κατά τη γνώμη μου αχρείαστος. Ρωτάω τους Green Yeti να μου πουν τη δική τους.

Ο Dani είναι όπως φαίνεται ο πιο ομιλητικός της παρέας και παίρνει πάλι τον λόγο: «Η μουσική μας απευθύνεται στους πάντες. Δεν μας ενδιαφέρει ποιος είσαι, ποια είναι η ηλικία σου και σε ποια κοινωνική ομάδα ανήκεις, πραγματικά μας περνάει αδιάφορο. Από τη στιγμή που γουστάρεις τη μουσική μας και θες να δώσεις μια ευκαιρία σε αυτό που παίζουμε σε θέλουμε μαζί μας.»

«Καταλαβαίνω ωστόσο πως η δική μας μουσική είναι κάπως πιο… δύσκολη. Δεν είναι εύπεπτη σε καμία περίπτωση.» συμπληρώνει ο Φώτης. «Μεγάλα τραγούδια, χαμηλές ταχύτητες… Δεν υπάρχουν πολλοί εκεί έξω που μπορούν να το ακούσουν αυτό! Αν ωστόσο δώσεις μια ευκαιρία στο υλικό μας, όποιες και να είναι οι καταβολές σου, πιστεύω πως πιθανότατα θα βρεις κάτι που να σου αρέσει. Εδώ έβαλα στη μητέρα μου να ακούσει τον δίσκο μας και της άρεσε! Όπως και να έχει, σε καμία περίπτωση δεν μας ενδιαφέρει να απευθυνόμαστε σε έναν μικρό κύκλο ακροατών με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά.»

«Το underground έχει τη γοητεία του, δεν αντιλέγω και όλο αυτό το μουσικό ρεύμα τείνει να γίνει πιο mainstream όντως, αλλά δεν νομίζω πως μας χαλάει κάτι τέτοιο. Από το να ακούει σκυλάδικα ο κόσμος, καλύτερα να στρέφεται σε κάτι τέτοιο πιο ποιοτικό.» λέει ο Dani και πραγματικά με βρίσκει απολύτως σύμφωνο.


Green Yeti: Κυκλοφόρησαν τον πρώτο τους δίσκο


Με την εγχώρια εναλλακτική και σκληρή μουσική να τείνει να αποτελέσει εξαγώγιμο προϊόν, είναι φυσικό κι επόμενο πως μέρος των προσπαθειών των Green Yeti στρέφεται και στην προβολή εκτός Ελλάδος.

Ο Dani μας εξηγεί το πλαίσιο: «Γιατί να περιορίζεσαι μόνο στην Ελλάδα; Ο σκοπός είναι να πας παντού. Θέλουμε να κάνουμε tour εκτός Ελλάδας οπωσδήποτε με τους Yeti και είμαι σχεδόν βέβαιος πως αυτό θα γίνει στο κοντινό μέλλον. Με την προηγούμενη μπάντα μου, τους Brotherhood Of Sleep, είχαμε περιοδεύσει στο εξωτερικό και είναι μια μοναδική εμπειρία αυτή, που θέλω οπωσδήποτε να ξαναζήσω.»

Με τη συζήτηση να φτάνει στους Brotherhood Of Sleep δεν μπορεί παρά το μυαλό μου να πάει στο Praise the Fuzz, festival που η ίδια η μπάντα διοργάνωνε στο Πευκόδασος του Σχοινιά. Δεν είχα ποτέ την ευκαιρία να συζητήσω μαζί τους σχετικά με αυτό κι έτσι ζητάω από τον Dani να μου πει δυο πράγματα, ακόμη κι αν δεν είναι απόλυτα σχετικό με τη συζήτησή μας.

«Είδαμε τα videos των Kyuss στην έρημο και εμπνευστήκαμε. Ήταν μια DIY προσπάθεια, χαλαρή και απέριττη. Δεν υπήρχε κερδοφορία, δεν υπήρχε merchandise, δεν υπήρχε catering, όλα ήταν αυτοσυντηρούμενα. Νομίζω πως η μουσική ανήκει στη φύση ούτως ή άλλως, αυτό είναι το φυσικό της περιβάλλον κι έτσι δεν είναι παράλογο που στραφήκαμε σε κάτι τέτοιο. Τα μαγαζιά είναι μια αναγκαιότητα που έχει προκύψει, δεν λέω, αλλά όταν παίζεις ψυχεδέλειες στην παραλία ή σε ένα δάσος τα vibes είναι τελείως διαφορετικά, δεν μπορεί να υπάρξει σύγκριση.»

Μεγάλοι ενισχυτές, πολλοί ενισχυτές, hi-end μηχανήματα… Ο εξοπλισμός τείνει να αποτελέσει taboo στον heavy ήχο. Ο Dani μας δίνει την δική του εκδοχή:

«Ο εξοπλισμός και η αφοσίωση σε αυτόν είναι μια αναγκαιότητα. Για να πάρεις αυτό που πρέπει να πάρεις από τον doom ψυχεδελικό ήχο, πρέπει να παίξεις δυνατά, ώστε ο ακροατής να νιώσει το αποτέλεσμα στο πετσί του πέρα από τα αυτιά του. Από ‘κει και πέρα λόγω των χαμηλών κουρδισμάτων, η αναγκαιότητα για hi-end εξοπλισμό αυξάνεται. Σε κάποιους εν τω μεταξύ δημιουργείται και η ανάγκη για πιο αναλογικό και οργανικό ήχο, οπότε σε αυτή τη περίπτωση πας και σε πιο ακριβούς / λαμπάτους ενισχυτές. Αν είσαι τελειομανής, μπορεί όλο αυτό να αποτελέσει μια ατέλειωτη αναζήτηση.»

Όσο ο Dani μου μιλάει για αναλογικό εξοπλισμό, στο μυαλό μου έρχεται η σύγχρονη τάση της μουσικής βιομηχανίας να αποστειρώνει τα πάντα και να τα περνάει μέσα από ένα πρίσμα ακραίας επεξεργασίας, χάριν της ανάγκης για μία άφταστη τελειότητα και φυσικά ένεκα των ραγδαίων τεχνολογικών εξελίξεων που επιτρέπουν κάτι τέτοιο. Ο Φώτης μου καταθέτει την άποψή του πάνω στο θέμα:

«Είμαστε κάθετα αντίθετοι σε  όλο αυτό. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο ηχογραφούμε το υλικό μας στο studio μας, στο υπόγειο του Dani, στο σπίτι του στη Λυκόβρυση. Αυτό που μας αρέσει να αποκαλούμε “η σπηλιά μας”. Μονώσαμε τον χώρο, φέραμε ότι είχαμε και δεν είχαμε από εξοπλισμό και για αρχή γράψαμε εκεί μέσα το ντεμπούτο μας, “The Yeti Has Landed”. Η δε μίξη γίνεται και πάλι από εμάς και φροντίζουμε να την κάνουμε χωρίς να πραγματοποιούμε ακραία ψηφιακή επεξεργασία στον ήχο, μιας που θεωρούμε πως έτσι το όλο πράγμα αλλοιώνεται και καταστρέφεται.»

Ο Mike σπεύδει να μας εξηγήσει πόση αξία δίνουν σε όλο αυτό: «Είναι σημαντικό να έχεις τον δικό σου χώρο. Χωρίς αυτό δεν πας πουθενά. Κατ’ αρχάς είναι οικονομικά δυσβάσταχτο να πληρώνεις συνέχεια το studio κάποιου άλλου. Τα χρήματα που ξοδεύεις σε πρόβες σε αυτήν την περίπτωση, είναι πολύ καλύτερο να επενδυθούν σε άλλα σημαντικότερα πράγματα.»

«Δεν είναι μόνο οικονομικό το θέμα φυσικά.» προσθέτει ο Dani. «Έχεις μια ελευθερία όταν έχεις δικό σου χώρο. Δεν υπάρχουν χρονικοί περιορισμοί, που σου επιβάλλουν να παίξεις μόνο μία ή δύο ώρες με το ρολόι. Μπορείς να αράξεις, να κάνεις το τσιγάρο σου και να παίξεις όταν έχεις όρεξη, όταν πρέπει να παίξεις, να ακούσεις το υλικό σου και να συζητήσεις πάνω σε αυτό. Αυτά σε ένα στούντιο που πληρώνεις με την ώρα δεν μπορείς να τα κάνεις. Πολύ λίγες μπάντες που δουλεύουν αυστηρά με ενοικίαση studio προχωρούν με τις σωστές ταχύτητες.»

Χαρούμενος που η συζήτηση έχει φτάσει σε ένα σημείο που όλοι συνεισφέρουν με κέφι και καλή διάθεση, αποφασίζω να πάω σε μια αφηρημένη ερώτηση, για να εισπράξω μια εξίσου αφηρημένη απάντηση. «Ποιος είναι ο προορισμός σας;» τους ρωτάω.

Mike: «Έλα ντε; Κανείς δεν ξέρει. Ούτε εμείς οι ίδιοι φυσικά.»

Φώτης: «Να ακούμε καλή μουσική καθώς κάνουμε το ταξίδι έχει σημασία και κάπου θα φτάσουμε. Δεν μας φοβίζει αυτό.»

Ντάνης: «Σημασία έχει να ευχαριστηθούμε τη διαδρομή κι όπου μας βγάλει. Να περάσουμε όσο καλύτερα γίνεται μέσα σε όλη αυτή την κατάσταση. Δεν είναι ρουτίνα η μουσική και η δημιουργία, αλλά κάτι που κάνουμε επειδή γουστάρουμε.»

Κάθε μπάντα έχει την δική της άποψη πάνω στο θέμα, όμως όλες φαίνεται να συμφωνούν σε ένα: Η ελληνική σκηνή είναι πολύ ανεβασμένη! Ζητάω από το trio των Yeti να μου πει τη γνώμη του πάνω σε αυτό:

Ο Φώτης παίρνει πρώτος τον λόγο: «Υπάρχει ελληνική σκηνή και είναι πολύ ανεβασμένη, ισχύει αυτό. Εν τω μεταξύ δεν είναι κάτι που περιορίζεται στην Αθήνα. Εμείς έχουμε πολλές φιλικές μπάντες απ’ όλες τις πόλεις και βρίσκουμε καθημερινά πολλά κοινά στην νοοτροπία και τη σκέψη μας και αυτό είναι μάλλον που μας καθιστά σκηνή. Η σύγκλιση και η σύμπνοια.»

«Νομίζω πως η ηχητική ομοιογένεια ανάμεσα στις μπάντες είναι αυτό που τις κάνει να θεωρούνται “σκηνή”. Θα ήμασταν πιο δίκαιοι αν λέγαμε πως υπάρχουν πάνω από μία σκηνές εδώ!» λέει ο ομιλητικότατος Dani.

Ο Φώτης ξαναπαίρνοντας τη σκυτάλη της συζήτησης εσχατολογεί εδώ: «Ένας λόγος που έχει ανέβει τόσο το επίπεδο στην εγχώρια σκηνή και σε όλα όσα την περιστοιχίζουν είναι το πολύ ανεβασμένο επίπεδο μεμονωμένων μπαντών και δεν είναι λίγες αυτές. Όλα ξεκινούν από τη μουσική, τι να λέμε. Αν έχεις ποιοτική μουσική σε ένα μέρος, ανεβαίνει κατευθείαν όλο το σύστημα: τα venues, οι επαγγελματίες που ασχολούνται με τον χώρο… Υπάρχει πλέον ένα ολόκληρο δίκτυο επαγγελματιών που ασχολούνται με τον ήχο μας και εξειδικεύονται σε αυτόν, από ηχολήπτες και γραφίστες, μέχρι promoters και booking agents, σε αντίθεση με το -όχι και τόσο- μακρινό παρελθόν, που έπρεπε να σε φάνε οι δρόμοι μόνο για να βρεις ένα studio να προβάρεις τη μουσική σου.»

«Κάνετε παρέα με ανθρώπους με διαφορετικά ακούσματα;» ζητάω να μάθω.

Ο Mike δίνει την απάντηση εδώ: «Κάνουμε παρέα και με ανθρώπους που δεν ακούν καν μουσική! Πολλούς από αυτούς μάλιστα προσπαθούμε να τους κατηχήσουμε, να τους μυήσουμε. Δεν είναι πάντα εφικτό αυτό φυσικά. Πρέπει ο άλλος να είναι δεκτικός στο διαφορετικό και στο νέο για να πετύχει αυτή η προσπάθεια. Δεν πιέζουμε κανέναν όπως και να ‘χει.»

Η εποχή της πληροφορίας είναι ένα από τα βασικά θέματα που θα ακούσεις να συζητιούνται στις μέρες μας. Ειδικότερα στον μουσικό κόσμο, βλέπεις ολόκληρες προωθητικές καμπάνιες να βασίζονται στα social media και καριέρες να αρχίζουν και να τελειώνουν μέσα σε αυτά. Δεν αντέχω να μη ζητήσω τη γνώμη των Green Yeti πάνω σε αυτό. Μιας μπάντας άλλωστε με αρκετά προσεγμένη και συνεπή εικόνα σε αυτά τα μέσα.

Mike: «Νομίζω πως όπως όλα, έτσι και το Facebook θα αντικατασταθεί από κάτι άλλο με τον καιρό. Πάντα έτσι γίνεται. Ήδη σε μελέτες βλέπω πως οι νεότερες γενιές πάνε σε εναλλακτικές μορφές social networking, προκειμένου να αποφύγουν την νοοτροπία των παλαιοτέρων. Είναι μια αναγκαιότητα κι αυτό.»

Φώτης: «Ανάλογα με το τι θες να κάνεις, μπορείς να επιλέξεις να χρησιμοποιείς αυτά τα μέσα ή όχι. Αν δεν σε ενδιαφέρει να ακουστείς προς τα έξω, μπορείς και να αδιαφορήσεις για αυτά. Αν θες όμως να δουλέψεις με εξωστρέφεια είναι μονόδρομος.»

Dani: «Αν με ρωτάς, έκαναν καλό και στις ελληνικές μπάντες το internet και το social networking. Είδαμε πολλά συγκροτήματα να ανεβαίνουν χάρη σε αυτά τα μέσα. Εγώ ξεκίνησα να ακούω αυτή τη μουσική μέσω του stonerrock.com και του monolith.gr που αμφότερα αποτέλεσαν πολύ σημαντικές heavy rock κοινότητες, με το δεύτερο μάλιστα να είναι ελληνικό. Χάρη σε αυτά επικοινώνησα και με πολλούς ανθρώπους με κοινά ακούσματα και ήρθαμε αργότερα κοντά. Είναι κρίμα που δεν υπάρχουν πλέον, αλλά είναι σημαντικό πως ακόμη κι αυτά έχουν αντικατασταθεί από άλλες νεότερες μεθόδους και διαύλους επικοινωνίας και διαδικτυακής κοινωνικοποίησης.»

Αποφασίζω να ρωτήσω τους Green Yeti, πώς νομίζουν πως το περιβάλλον έχει επηρεαστεί από τη διαρκή εισροή διεθνών καλλιτεχνών, για συναυλίες στον ελλαδικό χώρο. Δεν βλέπουμε και λίγες από δαύτες κάθε εβδομάδα!

Ο Φώτης συμφωνεί: «Είναι τεράστια η εισροή ξένων σχημάτων στις συναυλίες και είναι γεγονός πως μειώνει λίγο την πίτα για τα εγχώρια σχήματα. Υπάρχει και λίγη ξενολατρεία εδώ, οπότε καταλαβαίνεις…»

«Έτσι είναι» λέει ο Dani χαμογελώντας. «Το ξένο φαγητό είναι πάντα πιο νόστιμο! Είναι γνωστό αυτό!»

Οι Green Yeti θα εμφανιστούν το Σάββατο 1 Οκτωβρίου στο An Club, στα πλαίσια του Defcon Fest 8 κι έτσι, για να κλείσουμε τη συζήτησή μας, τους ζητάω να μας αποκαλύψουν τι θα μας παρουσιάσουν τη συγκεκριμένη βραδιά.

Ο Mike δεν αντέχει να μην αστειευτεί με αυτό: «Ένα κομμάτι 50 λεπτών!» λέει και ξεσπάει σε γέλια.

«Πέραν της πλάκας θα παίξουμε ένα καινούριο κομμάτι και 2 κομμάτια από το “The Yeti Has Landed”» μας αποκαλύπτει ο Dani κι έτσι ζητώ στον Φώτη να κλείσει τη κουβέντα μας με ένα μήνυμα προς το ελληνικό κοινό.

«Support your local bands, αυτό είναι ότι καλύτερο μπορούμε να πούμε εδώ. Όσο στηρίζουμε το εγχώριο μουσικό προϊόν, τόσο καλύτερες παραγωγές θα γίνονται σε στουντιακό και συναυλιακό επίπεδο, και τόσο περισσότερο θα μεγαλώνει το κίνητρο για παιδιά που ασχολούνται με αυτό το αντικείμενο, να συνεχίσουν να το κάνουν.»

Όσα θέλεις να ξέρεις για το φετινό Defcon Festival

Defcon 8 Day 2 poster
Defcon 8 Day 2 αφίσα