Συνέντευξη / The Big Nose Attack: Η μουσική είναι τζόγος, κανείς δεν θα έρθει να σε πάρει από το χέρι

The Big Nose Attack
The Big Nose Attack

Αυτοπροσδιορίζονται ως μια Pizzadelic Blues/Rock μπάντα και η αναφορά της πίτσας σου δίνει έναν ακόμα λόγο να τους ακούσεις.

Οι The Big Nose Attack αποτελούνται από δύο αδέρφια και ο ήχος τους, με έντονες επιρροές από southern rock και funk/soul στοιχεία είναι ό,τι πρέπει για να σε ταξιδέψει, να σε συνεπάρει και να σε συνοδεύσει σε οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας σου.

Με αφορμή τα δύο ολόφρεσκα κομμάτια που κυκλοφόρησαν και το επικείμενο, live τους στην Πάτρα, είπαμε να κάνουμε μια κουβέντα μαζί τους, ρωτώντας τους από το πώς προέκυψε το όνομά τους μέχρι το πόσο εύκολο είναι να διαπρέψει μια ελληνική μπάντα στο εξωτερικό και το αν η μουσική μπορεί να ενώσει τον κόσμο, που περνάει “δύσκολες” μέρες. Απολαύστε τους και στο επόμενο live τους κοντά στο σπίτι σας (και όχι μόνο) ξέρετε τι πρέπει να κάνετε.

-Πώς προέκυψε το συγκεκριμένο όνομα;
Όλα ξεκίνησαν στο Τορούν της Πολωνίας το φθινόπωρο του 2009 όταν είχαμε εμφανιστεί με την προηγούμενη μας μπάντα, τους Down & Out, σε ένα φεστιβάλ. Μετά την εμφάνισή μας, ένας μεθυσμένος Πολωνός ήρθε backstage προσπαθώντας να μας περιγράψει αυτό που είχε μόλις δει και ακούσει.

«You sound like the big nose attack», είπε (λόγω της μεγάλης μύτης που είναι χαρακτηριστικό μας και της ενέργειάς μας πάνω στην σκηνή). Μας άρεσε πολύ το σχόλιο και έγινε inside joke. Στην αρχή λέγαμε να το κάνουμε τίτλο κομματιού, μετά τίτλο δίσκου… Εν τέλει, το 2011 που ξεκινήσαμε σαν ντουέτο, ψάχναμε κάτι πρωτότυπο και αστείο και ήταν το πρώτο που μας ήρθε στο μυαλό. Μας άρεσε και έγινε το όνομα της μπάντας.

-Πείτε μας δυο λόγια για τη δισκογραφική σας δουλειά.
Η μπάντα φτιάχτηκε εν ριπή οφθαλμού. Το 2011 είχαμε όλο το concept στο κεφάλι μας και ένα ευρωπαϊκό tour μπροστά μας, οπότε συγκεντρώσαμε ό,τι ιδέες είχαμε, κλειστήκαμε στο home studio μας και τις ηχογραφήσαμε, κυκλοφορώντας τον πρώτο μας δίσκο, εντελώς DIY. Το 2013 κυκλοφόρησε ο δεύτερος δίσκος, ‘Paint It Blue’, ο οποίος ηχογραφήθηκε στο The New Fab Liquid. ‘Ηταν πιο πειραματικός και είχε συμμετοχές από ανθρώπους/μουσικούς που εκτιμάμε. Την άνοιξη που μας πέρασε ηχογραφήσαμε τον τρίτο δίσκο…

-Πρόσφατα κυκλοφορήσατε δύο τραγούδια από τον επικείμενο δίσκο σας. Πείτε μας λίγα λόγια για αυτόν, πότε αναμένεται να κυκλοφορήσει και σε ποια formats.
Ο τρίτος δίσκος μας έχει τίτλο ’69’ και είναι πιο κοντά σε αυτό που κάνει η μπάντα στα live, δηλαδή ωμό, ρετρό, high-energy μπλουζορόκ. Ηχογραφήθηκε στο Top Floor Studio από τον πολύ καλό παραγωγό και φίλο Πάνο Τσεκούρα. Το mastering επιμελήθηκε με μαεστρία ο άσσος του χώρου Στέλιος Εφεντάκης. Θα κυκλοφορήσει στα τέλη του μήνα σε συνεργασία με την the Lab Records σε βινύλιο, CD και θα είναι διαθέσιμο για MP3 download στο Bandcamp.

-Περιγράψτε μας την πρόσφατη εμπειρία σας από το Rockwave Festival, τις εμπειρίες και τα συναισθήματά σας με το να μοιράζεστε τη σκηνή με ονόματα όπως οι The Black Keys, The Black Angels αλλά και εγχώριες μπάντες όπως 1000mods και Puta Volcano.
Είναι πάντα φοβερή εμπειρία να παίζεις σε  μεγάλες διοργανώσεις, με καλό ήχο πάνω και κάτω από τη σκηνή, μπροστά σε πολύ κόσμο και μάλιστα με μπάντες που εκτιμάς και παρακολουθείς από το ξεκίνημά τους όπως οι Black Keys και οι Black Angels. Παρόλα αυτά νιώσαμε πως οι ελληνικές μπάντες είχαν πολύ περισσότερο τσαγανό από τις εισαγόμενες.

-Πόσο δύσκολο είναι για μια εγχώρια μπάντα να ξεπεράσει τα ελληνικά σύνορα και να κάνει διεθνή καριέρα;
Το ότι ζούμε στην Ελλάδα πρέπει να πάψει να δικαιολογεί το ότι είμαστε πίσω στις τέχνες, από τη στιγμή που θεωρητικά είμαστε ακόμα στην Ευρώπη και έχουμε internet. Άρα δεν είναι δύσκολο πρακτικά, έχει να κάνει με το πόσο ψηλά είναι στη λίστα προτεραιοτήτων της εκάστοτε μπάντας.

Για μια μπάντα που τα μέλη της έχουν πρωινές δουλειές και παιδιά, μπορεί να είναι επιστημονική φαντασία να λείψουν ένα μήνα για tour επενδύοντας προκαταβολικά λεφτά που μπορεί ποτέ να μην πάρουν πίσω, εκτός κι αν βρεθούν στο σωστό μέρος, τη σωστή στιγμή και τους δει ο σωστός άνθρωπος.

Η μουσική είναι τζόγος, δεν φτάνει να είσαι απλά καλός, άμα δε προκαλέσεις την τύχη σου δε θα ‘ρθει κανείς να σου χτυπήσει την πόρτα και να σε πάρει από το χέρι.

Από κει και πέρα εξαρτάται και πώς ορίζει ο καθένας τη διεθνή καριέρα… Είναι διεθνής καριέρα το να σε ξέρουν χίλιοι άνθρωποι στο εξωτερικό; Ένα εκατομμύριο; Και πόσα πρέπει να πληρώνεσαι σε κάθε live; Υπάρχουν γνωστές μπάντες  του εξωτερικού που τις έχουμε δει σε μεγάλους χώρους με ακριβά εισιτήρια και παρόλα αυτά δεν ζουν από τη μουσική και κάνουν πρωινές δουλειές… Όλα έχουν να κάνουν με τη φιλοδοξία του καθενός.

-Ποιες είναι οι μέχρι τώρα εμπειρίες σας από εμφανίσεις σε παραστάσεις εκτός Ελλάδας;
Είχαμε την ευτυχία να επισκεφθούμε πολλές χώρες, οι περισσότερες από αυτές με διαφορετικές κουλτούρες και παραδόσεις από τις δικές μας, οπότε είναι δύσκολο να βγάλεις ένα γενικό συμπέρασμα.

Αλλού κάποια πράγματα λειτουργούν καλύτερα από εδώ, κάποια χειρότερα, αλλά και μόνο που αλλάζεις παραστάσεις έχεις τον ενθουσιασμό που σου προσφέρει η διαφορετικότητα. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι ο rock’n’roll κόσμος και οι άνθρωποι των τεχνών γενικότερα, είναι παντού το ίδιο ανοιχτόμυαλοι κι ενθουσιώδεις και στην ουσία αυτούς ψάχνεις να βρεις σε κάθε ταξίδι.

-Πώς ερμηνεύετε το γεγονός ότι το εγχώριο προϊόν της rock, με τα διάφορα υποείδη της, γνωρίζει μεγάλη άνθηση εντός, αλλά και κάνει σιγά-σιγά τα πρώτα βήματα αναγνώρισης και εκτός συνόρων;
Είναι πολλοί οι παράγοντες που βοήθησαν στο να εκτιναχτεί το επίπεδο της ελληνικής σκηνής στα ύψη. Η ιστορία έχει δείξει πως όταν ένα κράτος περνάει δυσκολίες, μετά από λίγο έρχεται μια ανάπτυξη στις τέχνες.

Ίσως ευθύνεται η οικονομική κρίση που άφησε πολλούς ανθρώπους άνεργους με λιγότερα λεφτά αλλά περισσότερες ελευθερίες, ίσως οι νέοι που για τον ίδιο λόγο στράφηκαν στις μέχρι πριν λίγα χρόνια πιο αντισυμβατικές σπουδές όπως η ηχοληψία, ίσως το διαδίκτυο, ίσως η νέα γενιά που μπούχτισε από την κουλτούρα του σκυλάδικου.

Δεν έχει τόση σημασία πλέον, όσο ότι οι ελληνικές παραγωγές έχουν ξεφύγει και ταυτόχρονα επειδή η μουσική βιομηχανία δεν ακολούθησε όλο αυτό το κίνημα -αφού κοιμόταν αγκαλιά με τα σκουπίδια της- οι ελληνικές μπάντες άρχισαν να έχουν θεμιτό ανταγωνισμό μεταξύ τους μιας και οι θέσεις των μπαντών που μπορεί και να βγάλουν τα (οικονομικά μιλώντας) σπασμένα πίσω είναι περιορισμένες.

Σε χώρες του εξωτερικού που παίρνεις επιδότηση απλά επειδή αναπνέεις, οι μουσικοί τους δεν είναι ανταγωνιστικοί, με αποτέλεσμα να βλέπουμε ελληνικές μπάντες να πηγαίνουν στο εξωτερικό, να “χώνονται” παντού και να κερδίζουν τις εντυπώσεις του κόσμου με ευκολία.

-Από πού αντλείτε τις μουσικές επιρροές σας και τι ακούτε συγκεκριμένα αυτήν την περίοδο;
Οι ρυθμοί ζωής μας έχουν κάνει τα τελευταία χρόνια να ακούμε λιγότερη μουσική απ’ όσο θα θέλαμε, παρόλα αυτά παίρνουμε έμπνευση από οπουδήποτε. Αγοράζουμε ακόμα δίσκους, μπορεί να πέσουμε σε κάτι ενδιαφέρον στο YouTube, να ακούσουμε κάτι  υποσυνείδητα στο ασανσέρ ή απλά μπορεί να μας έρθει ιδέα από μια έντονη ιστορία που ζήσαμε.  Αυτήν την περίοδο έχουμε μια ιδιαίτερη αδυναμία σε funk και soul.

-Πού μπορεί το κοινό να βρει, εκτός ίντερνετ, τις δουλειές σας;
Σίγουρα στις συναυλίες μας, από κει και πέρα όταν βγαίνει μια νέα κυκλοφορία ή η επανέκδοση μιας προηγούμενης, πηγαίνει σε κάποια επιλεγμένα καταστήματα. ‘Οποιος ενδιαφέρεται μπορεί να αρχίσει να ακολουθεί τις σελίδες μας στο Internet για σχετικές ανακοινώσεις (Facebook, Bandcamp).

-Με αφορμή τα πρόσφατα γεγονότα στο Παρίσι, πιστεύετε πως η τέχνη και συγκεκριμένα η μουσική, μπορούν να ενώσουν τον κόσμο;
Μα αυτό συμβαίνει ήδη. Το σύμπαν είναι δομημένο με την τεχνοτροπία ενός μουσικού. ‘Ολα έχουν μια μουσικότητα. Χωρίς μουσική ο κόσμος δεν θα είχε δημιουργηθεί καν.

-Περιγράψτε μας την εμπειρία του να δουλεύεις, να δημιουργείς και να συνεργάζεσαι με τον αδερφό σου.
Νομίζω πως κάνει τα πράγματα πιο εύκολα, γιατί οι αποφάσεις λαμβάνονται από κοινού. Έχουμε τα ίδια πράγματα στο μυαλό μας για το που πρέπει να πάμε και τι πρέπει να κάνουμε.

-Σας ευχαριστούμε πολύ για την επικοινωνία μας.

Εμείς ευχαριστούμε!