Ulver – The Assassination of Julius Caesar

Ulver - The Assassination of Julius Caesar / Εξώφυλλο
Ulver - The Assassination of Julius Caesar / Εξώφυλλο

Η experimental μουσική κολλεκτίβα των Ulver αποτελεί αδιαμφισβήτητα ένα από τα πιο ιδιόρρυθμα καλλιτεχνικά σχήματα των τελευταίων δεκαετιών, καθώς οι Νορβηγοί «λύκοι» σε κάθε δισκογραφικό τους εγχείρημα μοιάζουν να εξερευνούν και κάτι διαφορετικό, ξεπερνώντας αδίστακτα τα μουσικά όρια που νοητά καθορίζουν τη σκηνή την οποία υπηρετούν. Έχοντας ξεκινήσει ως black metal με folklore στοιχεία από τη σκανδιναβική παράδοση στους τρεις πρώτους δίσκους τους, το σχήμα – καλλιτεχνικό όχημα του πολυτάλαντου Kristoffer Rygg ανοίχτηκε σε experimental νερά, πέρασε μία σύντομη νοσταλγική garage rock φάση, ύστερα αφοσιώθηκε στην electronica, σε συμφωνική μουσική, σε μουσική δωματίου, δόμησε progressive έργα, εξερεύνησε drone και ambient μονοπάτια στη συνεργασία του με τους Sunn O))), έγραψε ως και το soundtrack της ταινίας ‘Riverhead’

Κι εκεί που νομίζεις πως τα έχεις ακούσει όλα από τους Νορβηγούς, αυτοί ανακοινώνουν τη 13η δισκογραφική τους δουλειά, ‘The Assassination of Julius Caesar’, η οποία σε βάζει στη διαδικασία να σκέφτεσαι μήπως ο Rygg και η παρέα του εκτελούν όλα αυτά τα χρόνια ένα ατελείωτο μουσικό αστείο εις βάρος σου. Και ξαφνικά, το προσωνύμιο ‘Trickster G. Rex’ του Rygg, αλλά και το όνομα της δισκογραφικής εταιρείας του, ‘Jester Records’ [σ.σ: σημαίνει «γελωτοποιός»] αρχίζουν να μοιάζουν επικίνδυνα ύποπτα…

Ο δίσκος ανοίγει με το ‘Nemoralia’, το οποίο αποτέλεσε και τον μοναδικό προπομπό του δίσκου, καθώς κυκλοφόρησε σχεδόν 3 εβδομάδες νωρίτερα, με ξεκάθαρο σκοπό να προετοιμάσει ψυχολογικά τους φίλους του συγκροτήματος για την επερχόμενη αλλαγή κατεύθυνσης. Πρόκειται για ένα electro-pop τραγούδι, με αρκετά new wave στοιχεία, βγαλμένο από τα μέσα της δεκαετίας του ’80, σαν να ήταν γραμμένο σε κασέτα με b-sides των Depeche Mode. Και όσο παράξενο κι αν ακούγεται, το τραγούδι δεν αποτελεί την pop εξαίρεση του δίσκου, αλλά ένα αντιπροσωπευτικότατο δείγμα για τα 7 κομμάτια που ακολουθούν.

Ακολουθεί το ‘Rolling Stone’, μία σύνθεση εννιάμιση λεπτών με industrial εισαγωγή και ορισμένα R&B στοιχεία, με τα γυναικεία φωνητικά να συμπληρώνουν ιδανικά το catchy ρεφρέν του τραγουδιού, το οποίο αν είχε πιο περιορισμένη διάρκεια θα είχε κάθε προοπτική να γίνει ραδιοφωνική επιτυχία. Προς το τέλος της σύνθεσης, οι Ulver ξεφεύγουν στον αυτοσχεδιασμό και προδίδονται οι πειραματικές καταβολές τους – ένα από τα ελάχιστα σημεία του δίσκου που θυμίζουν την ως τώρα πορεία της κολλεκτίβας.

Στη συνέχεια, τα ‘So Falls The World’ και ‘Southern Gothic’ αποτελούν τις πιο μελωδικές και εύκολες συνθέσεις του δίσκου, θυμίζοντας άλλοτε Depeche Mode και Duran Duran κι άλλοτε τις πιο soft εκφάνσεις των Nine Inch Nails. Τα φωνητικά βρίσκονται σε περίοπτη θέση, όπως και στο σύνολο του δίσκου, σε αντίθεση με τους προκατόχους του, ‘Messe I.X-VI.X’ και ‘ATGCLVLSSCAP’, οι οποίοι χαρακτηρίζονται από εκτενή ορχηστρικά ambient μέρη.

Τα ‘Angelus Novus’, ‘Transverberation’ και ‘1969’ που ακολουθούν, κινούνται σε αντίστοιχα μουσικά επίπεδα, υπηρετώντας μία synth-pop κατεύθυνση, η οποία ομολογουμένως είναι τεχνικά άρτια εκτελεσμένη, ιδίως αν σκεφτεί κανείς πως οι Ulver δεν είχαν ασχοληθεί ως τώρα με το εν λόγω ιδίωμα και πως το εγχείρημα αυτό είναι προκλητικά ετεροχρονισμένο, παρουσιάζοντας ένα είδος μουσικής το οποίο μεσουράνησε σχεδόν 30 χρόνια πριν και πλέον απευθύνεται μονάχα σε πολύ πιστούς οπαδούς και νοσταλγούς.

Το ‘Coming Home’ που κλείνει τον δίσκο είναι και το μοναδικό που διαφέρει αισθητά από το σύνολο του δίσκου, ακούγεται αυτοβιογραφικό και ενδοσκοπικό, ενώ μουσικά θα μπορούσε να είναι έμπνευση του Trent Reznor (NIN), αποπνέοντας μία ωμότητα και σε έναν βαθμό μία industrial αισθητική. Προς το τέλος δυσκολεύει ακόμα περισσότερο, με το experimental ξετύλιγμα, το ιδιόρρυθμο drumming και το darkjazz σαξόφωνο να κλείνουν τον δίσκο και να αφήνουν τον ακροατή να αναρωτιέται και να επεξεργάζεται όσα άκουσε.

Ο δίσκος κυλάει αρκετά εύκολα, αν καταφέρει κανείς να ξεπεράσει γρήγορα το πρώτο σοκ της συνειδητοποίησης πως αυτό που ακούει είναι όντως προϊόν Ulver. Η αμεσότητα των συνθέσεων σε συνδυασμό με τα σχεδόν χορευτικά beats καθιστούν τον δίσκο ίσως τον πιο εύκολο της δισκογραφίας των Νορβηγών. Όμως αυτή είναι και η μεγαλύτερη παγίδα του! Η synth-pop κατεύθυνσή του, σε συνδυασμό με τις πολύ περιορισμένες εμφανίσεις των Ulver στοιχείων μπορούν να εξαπατήσουν τον ακροατή και να τον κάνουν να πιστέψει πως οι Νορβηγοί απλά κάνουν την πλάκα τους μουσικά. Όμως, η αμεσότητα αυτή στη μουσική του δίσκου ενδέχεται να υπηρετεί έναν σκοπό: να περάσει πιο εύκολα τα μηνύματα των στίχων, οι οποίοι είναι υποδειγματικά επιλεγμένοι και εικονοπλαστικοί, λιτοί και περιεκτικοί, γεμάτοι λυρισμό και είναι αυτοί που κλέβουν εν τέλει την παράσταση στο ‘The Assassination of Julius Caesar’, αρκεί να έχει κανείς την υπομονή να τους εξερευνήσει.

Οι Ulver συμπεριφέρονται στιχουργικά σα να βρίσκονται σε μια χρονοκάψουλα και να ταξιδεύουν στον χρόνο, κάνοντας αναφορές στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, στο Κολοσσαίο και τον Νέρωνα, στην πριγκίπισσα Diana («the most hunted bodies of modern age»), προτού επισκεφτούν το έργο «Βασιλιάς Ληρ» του William Shakespeare και υμνήσουν το οικογενειακό δράμα του Βασιλιά, όταν ο δούκας του Γκλόστερ τυφλώνεται αποτρόπαια από την κόρη του Βασιλιά, Ρεγάνη και το σύζυγό της, προτού κι αυτή δηλητηριαστεί από την αδερφή της, Γονερίλη. («A king gouges his eyes out / Forbidden love takes poison»). Το ‘Southern Gothic’ παραπέμπει στην πόλη St. Francisville της Louisiana και στην οικεία Rosedown Plantation, το ‘Angelus Novus’ προειδοποιεί γι’ αυτά που θα έρθουν στον κόσμο στο όνομα της προόδου, παραπέμποντας και στο εικαστικό έργο του Paul Klee, το ‘Transverberation’ συνδυάζει την «Έκσταση της Αγίας Τερέζας» με την απόπειρα δολοφονίας του Πάπα Ιωάννη Παύλου Β’ το Μάιο του 1981 στη Ρώμη, προτού οι Ulver οδηγηθούν στην τελευταία στάση του δίσκου, στην οδό 6114 California St. του San Francisco, όπου ως το 1997 βρισκόταν η «Εκκλησία του Σατανά»…

Τελικά, ο δίσκος είναι εξαιρετικά δυσνόητος ως προς το στιχουργικό του περιεχόμενο, καθώς χρειάζεται πνευματική επεξεργασία και παραπομπές σε εγκυκλοπαίδειες για την πλήρη κατανόησή του, παρόλο που στις πρώτες ακροάσεις δίνει την εντύπωση ενός καλλιτεχνικού καπρίτσιου των Νορβηγών και της ανάγκης τους να «ξεσκάσουν» καλλιτεχνικά με εύκολους ήχους. Και ίσως οι Ulver να μην κάνουν απλά την -καλλιτεχνική- πλάκα τους εις βάρος μας, αλλά να προσπαθούν να εκφράσουν κάτι με τον τρόπο που θεωρούν αυτοί καλύτερο…

https://youtu.be/-umPzXTPsjM