Bruce Dickinson: Ψηλότερα από την κορυφή

Bruce Dickinson
Bruce Dickinson

Born in ’58. Ο τίτλος δικός του, τραγούδι και πρώτο κεφάλαιο της αυτοβιογραφίας του. 7 Αυγούστου 1958.

Είναι ο Bruce Dickinson, η φωνή των Iron Maiden, η σειρήνα μιας ολόκληρης εποχής.

Είναι από τα ιερά τέρατα του χώρου, από τους καλύτερους τραγουδιστές του metal στερεώματος. Ο καλύτερος, για πολλούς.

Το συνηθίζουν οι αρθρογράφοι να χρησιμοποιούν χαρακτηρισμούς όπως «τεράστιος» και «θρυλικός», ανάλογα με τις προτιμήσεις ή τον ενθουσιασμό τους. Αλλά εδώ ταιριάζουν με το παραπάνω. Γιατί αυτός ο άνθρωπος είναι ένας ζωντανός θρύλος της μουσικής.

Τι έχει δώσει στη μουσική ο Bruce Dickinson; Πολλά. Πάρα πολλά. Τα ξέρει όλος ο κόσμος, αλλά ας γίνει μια επανάληψη. Μήτηρ μαθήσεως δε λένε;

Έχει δώσει τους περισσότερους δίσκους των Iron Maiden. Ομαδική δουλειά, θα πουν μερικοί. Ο Steve Harris είναι ο καπετάνιος, θα πουν άλλοι. Ναι, ισχύουν και τα δύο, αλλά η ιστορία έχει αποδείξει ότι οι Iron Maiden είναι άλλη μπάντα χωρίς τον Bruce Dickinson.

Κάθε μέλος του συγκροτήματος είναι μέρος αυτού του εκπληκτικού συνόλου που έχει γράψει μουσική ιστορία, αλλά η προσωπικότητα και το στυλ του τραγουδιστή ορίζουν όσο λίγοι άλλοι παράγοντες τους δίσκους που συμμετέχει. Και τι δίσκους!

Το ‘The Number of the Beast’ σφράγισε ένα ολόκληρο μουσικό κίνημα και εκτόξευσε τους Iron Maiden σε δυσθεώρητα ύψη, στο πρώτο βήμα μιας πορείας που τους ανέδειξε σε μια από τις μεγαλύτερες μπάντες όλων των εποχών.

Και είναι η νεοφερμένη σειρήνα πίσω από το μικρόφωνο, ο άνθρωπος που πολλοί αμφισβήτησαν όταν ανακοινώθηκε η είσοδός του στην μπάντα, αυτός που κάνει τη διαφορά. Μερικές νότες του έφτασαν για να κλείσουν τα στόματα των κριτικών.

Γιατί λίγοι είναι αυτοί που άκουσαν το ‘Children of the Damned’, το The Number of the Beast’ ή το ‘Hallowed Be Thy Name’ και δεν έμειναν με το στόμα ανοιχτό.

Και επειδή η κορυφή δεν είναι αρκετή, οι Iron Maiden φρόντισαν να θρονιαστούν για τα καλά εκεί και να την κάνουν αδιαμφισβήτητα δική τους, αξιοποιώντας στο έπακρο τις δυνατότητες του νέου τους όπλου.

Γιατί η υπόλοιπη δεκαετία είδε τον Bruce Dickinson και σε συνθετικό ρόλο. Πλέον η απίστευτη απόδοσή του στα ‘Piece of Mind’ και ‘Powerslave’ ενισχύεται και από δικά του τραγούδια στα οποία ξεδιπλώνει, πέρα από το αστείρευτο φωνητικό του ταλέντο, και στοιχεία που οδήγησαν σε μερικές από τις κορυφαίες στιγμές των Iron Maiden.

Γιατί τέτοιες είναι το στοιχειωτικό ‘Revelations’ και το συναισθηματικό ‘Flight of Icarus’, το δυναμικό ‘2 Minutes to Midnight’ και το μεγαλειώδες ‘Powerslave’, που στέκονται επάξια δίπλα στο ‘The Trooper’ και το ‘Aces High’.

Το ‘Somewhere in Time’ μπορεί να τον βρήκε κουρασμένο και τις ιδέες του σε αντίθεση με αυτές της υπόλοιπης μπάντας, αλλά η εξωπραγματική φωνή δεν χαρίζεται ποτέ, όπως αποδεικνύουν κομμάτια σαν το ‘Caught Somewhere in Time’, ‘Heaven Can Wait’ και το απανταχού συναυλιακό απωθημένο ‘Alexander the Great’.

Και όταν επέστρεψε, σωματικά και ψυχικά, για το ‘Seventh Son of a Seventh Son’, μόνο οι πραγματικά αναίσθητοι και οι αμετανόητα πεισματάρηδες μπόρεσαν να βρουν ψεγάδια στις παθιασμένες εκτελέσεις του και να κατακρίνουν τη δουλειά του στα τραγούδια στα οποία συμμετείχε.

Ποιος, πραγματικά, μπορεί να αμφισβητήσει κάτι σαν το ‘Moonchild’;

Ακόμα και στη δύσκολη περίοδο, που οδήγησε τελικά στην αποχώρησή του από τους Iron Maiden, η φωνή του Bruce Dickinson δεν σταματάει να υπενθυμίζει την ποιότητά της.

Γιατί μπορεί το ‘No Prayer For the Dying’ να αποτελεί το ναδίρ του τραγουδιστή με την μπάντα, και μπορεί το ‘Fear of the Dark’ να μη φτάνει το μεγαλείο της απελθούσης δεκαετίας, αλλά όταν ακούει κανείς το κατά τα άλλα αδιάφορο ‘Wasting Love’ είναι αδύνατο να αρνηθεί τη φωνητική ικανότητα από πίσω του.

Όσο για το συναυλιακό ύμνο ‘Fear of the Dark’ τα λόγια είναι περιττά.

Η επιστροφή του επανέφερε τους Iron Maiden στο προσκήνιο, στο κατώφλι του 21ου αιώνα, με τον ίδιο και τη φωνή του αειθαλείς και καλύτερους από ποτέ, παρά το πέρασμα του χρόνου.

Πάντα αξεπέραστος, από το ‘Blood Brothers’ και το ‘Dance of Death’ μέχρι το ‘For the Greater Good of God’ και από το ‘When the Wild Wind Blows’ μέχρι το ‘If Eternity Should Fail’, κατέκτησε μαζί με την μπάντα τον κόσμο για άλλη μια φορά.

Και αν συνθετικά ήταν πιο «ήπιος» στην αρχή, το προαναφερθέν ‘If Eternity Should Fail’ και το μνημειώδες ‘Empire of the Clouds’ είναι αρκετά για να τον ανεβάσουν σε βάθρο.

Αλλά ο Bruce Dickinson έχει δώσει στη μουσική και πέρα από τους Iron Maiden, με έξι διόλου ευκαταφρόνητους προσωπικούς δίσκους, μερικοί από τους οποίους θεωρούνται ανώτεροι από τις δουλειές που κυκλοφορούσαν τότε οι πρώην συνάδελφοί του.

Γιατί δεν έχει σημασία αν τραγουδάει metal, progressive metal ή alternative rock. Όταν ακούει κάποιος το ‘The Tower’ ή το ‘Tears of the Dragon’ είδη και υποείδη παύουν να υφίστανται.

Παράγραφοι επί παραγράφων, για το προφανές. Αν ο Bruce Dickinson τραγουδάει, το αποτέλεσμα δεν μπορεί να είναι κακό. Μέτριο, ίσως. Όλοι έχουν κακές στιγμές. Αλλά είναι πραγματικά πολύ δύσκολο να μιλήσει κανείς για προβληματική φωνητική απόδοση όταν αναφέρεται σε αυτόν.

Τραγουδιστής και συνθέτης λοιπόν. Αλλά μόνο αυτά; Όχι βέβαια. Γιατί πέρα από εξαιρετικός φωνητικά, ο Bruce Dickinson είναι επίσης ένας ασύγκριτος performer.

Το σανίδι είναι δεύτερο σπίτι του, η παρουσία του ξεχειλίζει από το venue, καμία σκηνή δε φαίνεται αρκετά μεγάλη για να τον χωρέσει.

Άψογος στις εκτελέσεις του, εμπνευσμένος στις διάφορες περίεργες επιλογές ενδυμασίας του, ξεσηκωτικός και ορεξάτος, θα μπορούσε να βάλει τον κόσμο να γκρεμίσει τον εκάστοτε συναυλιακό χώρο με μια κίνηση.

Είναι ελάχιστοι αυτοί που μπορούν να καυχηθούν ότι έχουν την επί σκηνής ενέργεια του Bruce Dickinson, τη χημεία του με τον κόσμο και τη λατρεία που δείχνουν οι οπαδοί προς το πρόσωπό του. Ζει για αυτό. Σέβεται τον κόσμο που ήρθε να δει τους Iron Maiden. Και τα δίνει όλα.

Θα το λέω μέχρι το τέλος της ζωής μου. Αν δεν ήξερα ότι ο άνθρωπος που είδα να κάνει χιλιόμετρα επί σκηνής στη Μαλακάσα το 2018, να μη σταματάει λεπτό, να μην παίρνει ανάσα και να οδηγεί το κοινό σε παροξυσμό ήταν εξηντάρης που είχε πρόσφατα περάσει καρκίνο, δεν θα το πίστευα. Γιατί είναι πραγματικά απίστευτος. Πάντα.

Αυτός είναι ο Bruce Dickinson. Μια από τις σπουδαιότερες φωνές στη μουσική, metal και μη. Ένας live μουσικός όπως λίγοι. Ένας άνθρωπος που πίνει από το ποτήρι της ζωής του μέχρι και την τελευταία σταγόνα.

Γιατί δεν είναι μόνο μουσικός. Είναι και ιστορικός. Είναι πιλότος. Είναι ξιφομάχος. Είναι συγγραφέας. Φτιάχνει μπύρα. Νικάει καρκίνους. Και δε μασάει τα λόγια του, ούτε φοβάται ποτέ να εκφράσει τις απόψεις του (έστω και αν δεν συμφωνώ πάντα με αυτές).

Ο Bruce Dickinson είναι μια μεγάλη προσωπικότητα του χώρου, μια μορφή της μουσικής, ένας άνθρωπος άξιος σεβασμού. Και θα συνεχίσει όσο αντέχει.

Χρόνια του Πολλά. Scream for him.