Αρχική Reviews El Camino: Μια Ταινία του Breaking Bad / Κριτική

El Camino: Μια Ταινία του Breaking Bad / Κριτική

Εντοπίζεται μια πεποίθηση στο χώρο του entertainment που λέει πως το να παίζεις με το παρελθόν σου οδηγεί σχεδόν με μαθηματική ακρίβεια στην αποτυχία.

Υπάρχουν διάφορα παραδείγματα ταινιών και σειρών που επέστρεψαν μετά από χρόνια μέσω κάποιου remake ή απροσδόκητου sequel, μόνο και μόνο για να ξεχαστούν λίγα δευτερόλεπτα αργότερα.

Αρκετός κόσμος αγαπάει αυτά τα δημιουργήματα σαν να ήταν προεκτάσεις του εαυτού τους και μια πιθανή αποτυχία παίρνει τη μορφή εσχάτης προδοσίας. Ήταν λογικό και επόμενο λοιπόν να γεννηθεί μία, έστω μικρή, ανησυχία όταν ανακοινώθηκε πως θα γυρνούσαμε στον κόσμο του ‘Breaking Bad’ μέσω του ‘El Camino’.

Η σειρά του Vince Gilligan τελείωσε το 2013 και δικαίως θεωρείται ένα από τα αριστουργήματα της τηλεόρασης.

Το φινάλε μπορεί για πολλούς να έκλεισε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις όποιες ανοιχτές υποθέσεις είχε αφήσει, για αρκετούς οπαδούς της σειράς όμως υπήρχε χώρος για τουλάχιστον ακόμα μία ιστορία, την συνέχεια της ιστορίας του Jesse Pinkman (Aaron Paul), ο οποίος απέδρασε από τους νέο-ναζί μέσα σε ένα el camino μετά το τελευταίο χτύπημα του Walter White (Bryan Cranston).

Την ίδια άποψη είχε και ο Gilligan.

Έτσι, λίγα χρόνια μετά το τέλος του ‘Breaking Bad’ (και αφού ενδιάμεσα έχουμε πάρει το ανέλπιστο αυτό δώρο που λέγεται ‘Better Call Saul’), γυρνάμε στον κόσμο όπου κυρίευε για μια εποχή ο Heisenberg.

Δημιουργημένο μέσα σε απόλυτη μυστικότητα (υπήρχαν φυσικά κάποιες διαρροές αλλά είναι εντυπωσιακό το πόσα πράγματα κατάφερε να κρατήσει κρυφά η παραγωγή, ειδικά στην εποχή μας), το ‘El Camino’ ανοίγει ελάχιστες στιγμές μετά το τέλος της σειράς για να μας δείξει τον επίλογο της ιστορίας του Jesse.

Μία ιδέα που ξεκίνησε με τη μορφή ταινίας μικρού μήκους, μετά ενός ολόκληρου επεισοδίου για να καταλήξει σε κανονική ταινία, είναι ένα προϊόν που απευθύνεται καθαρά προς τους φίλους του σύμπαντος.

Είναι ουσιαστικά αχρείαστο να παρακολουθήσει κάποιος την ταινία δίχως να έχει τελειώσει τουλάχιστον το ‘Breaking Bad’, διότι ο Gilligan δε σπαταλάει ούτε μισό δευτερόλεπτο για να ενημερώσει όσους θα βρεθούν τυχαία στον δρόμο του ‘El Camino’.

Αυτή η επιλογή, στα χαρτιά τουλάχιστον, μπορεί να φαντάζει κακή επιχειρηματική τακτική, το‘El Camino’ όμως αποτελεί τόσο ξεκάθαρα ένα δώρο στους θαυμαστές του ‘Breaking Bad’, που θα ήταν αδιανόητο να φτάσει στις οθόνες μας με οποιαδήποτε άλλη μορφή.

Ο ρυθμός, η φωτογραφία, η τοποθέτηση της κάμερας και το πώς κινείται, είναι όλα τόσο γνώριμα που για το πρώτο μισάωρο της ταινίας ενθουσιάζεσαι και μόνο με το γεγονός ότι βλέπεις ουσιαστικά ένα νέο επεισόδιο ‘Breaking Bad’, σαν να πετυχαίνεις τυχαία στο δρόμο έναν παλιό, αγαπητό φίλο.

Ο Gilligan, ο οποίος έγραψε και σκηνοθέτησε την ταινία, δε κάνει καμία προσπάθεια να πειράξει την φόρμουλα που τελειοποίησε στη σειρά, δίνοντάς μας μία απόλυτα φυσική συνέχεια στο μύθο του ‘Breaking Bad’, τόσο πολύ μάλιστα που και ο ίδιος μέχρι ένα σημείο σκεφτόταν να βγάλει την ταινία με τον τίτλο ’63’, ως δηλαδή το ανεπίσημο 63ο επεισόδιο της σειράς.

Όσο κι αν έβγαζε νόημα όμως κάτι τέτοιο, μετά από προτροπές συνεργατών του αποφάσισε να προχωρήσει με διαφορετική ονομασία και υπάρχει καλός λόγος γι’ αυτό.

ΤοEl Camino’ μπορεί να αποτελεί άμεση συνέχεια της σειράς, λέει όμως μία πολύ συγκεκριμένη ιστορία, διότι ενώ το ‘Breaking Bad’ είναι η ιστορία του Walter White και εν μέρει του Jesse Pinkman, η ταινία επικεντρώνεται πλήρως στον μοιραίο συνεργάτη του Heisenberg.

Γεμάτος ουλές, ψυχικές και σωματικές, ο Jesse ξεκινάει ακόμα μια μικρή Οδύσσεια προς την λύτρωση.

Ο Aaron Paul μπορεί να δηλώνει πως μετά τη σειρά δυσκολεύτηκε αρκετά να βρει τα πατήματά του σχετικά με νέους ρόλους, εδώ όμως δείχνει ξανά γιατί ήταν ένας βασικός λόγος που η σειρά έγινε τόσο μεγάλη επιτυχία (να θυμίσουμε πως το αρχικό σχέδιο για τον Jesse ήταν να πεθάνει κάπου στα πρώτα επεισόδια).

Κουβαλάει το σώμα του Jesse με έναν καθηλωτικό πόνο που δεν εκδηλώνεται πάντα με κραυγές (η ταινία δεν έχει κάτι τόσο καθηλωτικό όσο το “he can’t keep getting away with it” ή το “I have nothing”, αλλά ειλικρινά δεν πειράζει), αλλά τον βλέπεις, είναι ακριβώς εκεί μπροστά στα μάτια σου, σε κάνει να θες αυτός ο χαρακτήρας να καταφέρει να κερδίσει αυτό που αξίζει.

Για το πρώτο της μισό η ταινία στηρίζεται αρκετά σε flashbacks που μας δείχνουν, κατά κύριο λόγο, τη ζωή του Jesse μέσα στο κελί και μπορώ να ομολογήσω πως ως ένα σημείο με ανησύχησε αυτό διότι έμοιαζε σαν να μην έχει αρκετή ιστορία ο Gilligan και να προσπαθούσε με κάθε τρόπο να φτάσει στην επιθυμητή χρονική διάρκεια.

Καταφέρνει όμως να παραδώσει ένα αξιοπρεπέστατο side-story που μοιάζει σαν μία καλή ιδέα που δεν κατάφερε ποτέ να χωρέσει στα 62 επεισόδια της σειράς, με τον Todd Alquist (Jesse Plemons) να κλέβει την παράσταση, χαρίζοντάς μας και το απόλυτο highlight της ταινίας (όσοι την έχουν δει λογικά θα καταλάβουν σε ποια σκηνή αναφέρομαι).

Οι ανησυχίες μου βέβαια φυσικά και ήταν αβάσιμες, καθώς όπως και στη σειρά, έτσι και δω πρέπει να περιμένει κανείς να δει ολόκληρη την εικόνα προτού κρίνει. Τόσο το ‘Breaking Bad’, όσο και το ‘Better Call Saul’, είναι διαβόητα για την υπομονή που απαιτούν από τον θεατή σε μερικά πράγματα.

Ο Gilligan λατρεύει να μας δείχνει την πραγματοποίηση ενός σχεδίου βήμα-βήμα και σίγουρα θα πάρει το χρόνο του προτού φτάσει στην κορύφωση, η οποία όμως θα είναι διπλά εντυπωσιακή, ακριβώς εξαιτίας της αργής, αλλά υπολογισμένης πορείας που ακολούθησε.

Επίσης, τα flashbacks του λύνουν και λίγο τα χέρια όσον αφορά τη διαχείριση των χαρακτήρων καθώς έξυπνα αποφεύγει να δημιουργήσει νέες συνδέσεις με πρόσωπα που δεν είχαμε ξαναδεί ποτέ μας.

Μπορεί να το καταφέρνει τέλεια στο ‘Better Call Saul’ με χαρακτήρες όπως τον Chuck και την Kim, οι δυναμικές όμως είναι πολύ διαφορετικές, όπως και ο χρόνος που διαθέτει.

Έτσι, το καστ αποτελείται κυρίως από χαρακτήρες που έχουμε ήδη μάθει μέσα από τις 5 seasons του ‘Breaking Bad’ (τιμητική αναφορά στον Robert Forster ο οποίος έφυγε από τη ζωή τη μέρα που κυκλοφόρησε η ταινία).

Το συγκεκριμένο σύμπαν δεν ντρέπεται να φτάσει στα όρια του fan service, χρησιμοποιώντας το εν μέρει για να ευχαριστήσει τους θεατές, πάντα όμως για να εξυπηρετήσει και κάποιον μεγαλύτερο σκοπό.

Είμαι από αυτούς που, ακόμα και μετά την ολοκλήρωση της ταινίας, θεωρούν πως αν η ιστορία του Jesse τελείωνε όπως στο ‘Felina’, με τον ίδιο να ουρλιάζει από τη χαρά του κρατώντας σφιχτά το τιμόνι, δεν θα υπήρχε μεγάλο πρόβλημα.

Μπορεί να μη σου δείχνει ακριβώς το δρόμο του, σου αφήνει όμως αρκετά στοιχεία για να φτιάξεις μόνος σου την υπόλοιπη ιστορία.

Η ταινία δεν παίζει με την προοπτική των απίστευτων ανατροπών, δεν αλλάζει τα δεδομένα, λέει όλα όσα θα περίμενε κανείς να πει και αυτό δεν είναι σε καμία περίπτωση μειονέκτημα.

Όπως και να έχει όμως, αν υπάρχει ένας δημιουργός που θα εμπιστευόμουν για να φέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα, αυτός θα ήταν αναμφίβολα ο Vince Gilligan, ένας άνθρωπος που μάλλον του ανήκει η τηλεοπτική δεκαετία των ’10s.

Αυτός και η ομάδα του παρέδωσαν μία από τις καλύτερες σειρές όλων των εποχών, μετά δημιούργησαν ακόμα μία που οδεύει προς παρόμοια κατεύθυνση (κατά την άποψή μου τουλάχιστον) και τώρα, στο τέλος της δεκαετίας, κάνουν ακόμα ένα δώρο με το ‘El Camino’, μία ταινία που ίσως να μην ήταν απαραίτητη για τον μύθο του ‘Breaking Bad’, ο Gilligan όμως κατόρθωσε να την κάνει να μοιάζει αναπόφευκτη.

Δείτε ακόμα:

Breaking Bad: Αίμα, δάκρυα και blue meth στην έρημο του New Mexico

Πρόσφατα

Δημοφιλή