Judas Priest – Painkiller: Το απόσταγμα του μετάλλου

Σε κάποιο περιοδικό υπήρχε κάποτε μια στήλη, όπου κάθε μήνα ένας μουσικός απαντούσε σε μια σειρά από ερωτήσεις γύρω από τις metal προτιμήσεις του.

Μία εξ’αυτών ήταν και η πομπώδης «Ποιον δίσκο θα έβαζες σε γνωστό σου να ακούσει προκειμένου να τον μετατρέψεις σε metal warrior;». Παρά την υπερβολή της, είχα συχνά αναρωτηθεί για την ουσία της. Αν κάποιος μου έδινε μόνο μία ευκαιρία, μόνο ένα δίσκο, προκειμένου να του δώσω μια ιδέα του τι εστί metal και αν του ταιριάζει, τι θα διάλεγα;

Αδύνατη ερώτηση. Ένα τόσο πολύπλευρο μουσικό είδος δεν είναι δυνατό να εκφραστεί σε μία ακρόαση, και οι διαφορές χαρακτήρων και παλαιότερων ακουσμάτων διαφοροποιούν αυτήν την απάντηση από άτομο σε άτομο. Η πιο κλασικών σπουδών ξαδέρφη μπορεί να λάμβανε το ‘Once’, ο κολλημένος με τον Tolkien και το Moorcock γνωστός από το D&D το ‘Somewhere Far Beyond’, η επίδοξη ψυχολόγος και κοινωνιολόγος με την οποία τσακώνομαι όποτε βγαίνουμε το ‘Operation: Mindcrime’. Και ούτω καθεξής.

Αλλά αν ήμουν ποτέ υποχρεωμένος να διαλέξω ένα μόνο, για όλους όσους μπορεί ποτέ να με ρωτήσουν, δύο είναι οι πιθανές απαντήσεις. Η πρώτη είναι το ‘The Number of the Beast’. Η δεύτερη, και πιο πιθανή, είναι το ‘Painkiller’.

Γιατί αυτό; Δεν είναι ζήτημα καλύτερου δίσκου, αν και το άλμπουμ, εκ των κορυφαίων των Judas Priest, σαφώς στέκεται εξαιρετικά. Δεν είναι ούτε ζήτημα προσωπικού αγαπημένου, αν και σίγουρα κατατάσσεται ανάμεσά τους.

Το ζήτημα είναι ότι στο ‘Painkiller’ μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να βρει κάποιος όλα τα στοιχεία που κάνουν ένα metal δίσκο καλό, ανεξαρτήτως είδους και ιδιαιτεροτήτων, ενώ παράλληλα παραμένει απλό και σαφές στο ύφος του, χωρίς «περίεργα» που ενδεχομένως ξενίσουν. Γιατί εύκολα θα μπορούσα να διαλέξω το ‘Paranoid’, για παράδειγμα, αλλά άντε να πείσεις κάποιον να αντέξει τα φωνητικά του Ozzy αν δεν είναι του γούστου του (νομίζω όλοι ξέρουμε μερικούς). Ή το ‘Master of Puppets’, μόνο και μόνο για να λάβω την απάντηση «Μα δεν τους θεωρείτε ξεπουλημένους αυτούς;».

Στο ‘Painkiller’ δεν σκοντάφτει κάποιος σε τέτοια προβλήματα. Τσιρίδες, επιβλητικά φωνητικά, ετοιμοπόλεμες κιθάρες, άγρια ντραμς, βροντερό μπάσο, δέρμα και καρφιά, τέρατα, μοτοσυκλέτες, επανάσταση… αν υπήρχε λεξικό της metal, ένα μεγάλο μέρος των εννοιών του θα μπορούσαν να έχουν αυτό το δίσκο ως παράδειγμα.

Προερχόμενοι από τα μέτρια Turbo’ και ‘Ram It Down’, με τη thrash να τους έχει ξεπεράσει και το σκληρό ήχο να βαδίζει σε αβέβαια μονοπάτια, το ‘Painkiller’ ήταν για τους Judas Priest ένα σημείο καμπής, ένα ορόσημο που, σε συνδυασμό με την αποχώρηση του Halford λίγο καιρό αργότερα, χώρισε την καριέρα τους σε πριν και μετά, αποτελώντας μέχρι και σήμερα το μέτρο σύγκρισης για τη δισκογραφία τους. Και αυτό επειδή, όπως προειπώθηκε, είναι κλασικό metal. Αυτό που πάντα ήξεραν να κάνουν καλύτερα, στην πιο ολοκληρωμένη του μορφή.

Από τα οργισμένα ντραμς στην εισαγωγή του ομώνυμου κομματιού μέχρι το θριαμβευτικό κλείσιμο του ‘One Shot at Glory’, το ‘Painkiller’ είναι μια ηχητική επίθεση σε δέκα μέρη, μια σειρά από καθαρόαιμα metal τραγούδια χωρίς καμία στιγμή αδυναμίας ή δισταγμού.

Τραγούδια όπως το υπερηχητικό opener, το… facemelter ‘Metal Meltdown’, το ανατριχιαστικό ‘Night Crawler’ και τα καθένα με διαφορετικό τρόπο ολοκληρωμένα και άψογα ‘Leather Rebel’ και ‘Touch of Evil’ δείχνουν ότι η καλή, ποιοτική μουσική δεν βρίσκεται μόνο στις πολύπλοκες συγχορδίες, τα κοινωνικά μηνύματα στους στίχους και τους ηχητικούς πειραματισμούς.

Μερικές φορές, αρκούν το πάθος, η ταχύτητα και η δύναμη. Αρκεί μια μπάντα σε τρομερή φόρμα να δώσει τον καλύτερό της εαυτό.
 
Αρκούν μια φωνή-σειρήνα, δύο κιθάρες σε μια κολασμένη αρμονία, ένα πάντα σταθερό και δυναμικό μπάσο και μια καταιγίδα από blast beats.

Το ‘Painkiller’ είναι δύο πράγματα, heavy και metal. Αν κάποιος ακούει σκληρή μουσική (όχι «μόνο power/thrash/death ρε»), μάλλον θα του αρέσει. Αν κάποιος που δεν έχει μυηθεί στο είδος το ακούσει και το εκτιμήσει, μάλλον αξίζει τον κόπο να δώσει σε αυτή τη μουσική μια ευκαιρία.

Η metal δεν μπορεί να ακουστεί όλη σε μία ώρα. Η ουσία της, το απόσταγμά της, είναι άπιαστα. Αλλά αν κάποιος επιμένει στην προσπάθεια να τα βρει, τότε ίσως η αναζήτησή του να ολοκληρωθεί στις 3 Σεπτεμβρίου 1990 και στον αριστουργηματικό δίσκο των Judas Priest.