King Gizzard & The Lizard Wizard / Mild High Club – Sketches Of Brunswick East

King Gizzard & The Lizard Wizard / Mild High Club - Sketches of Brunswick East / Εξώφυλλο
King Gizzard & The Lizard Wizard / Mild High Club - Sketches of Brunswick East / Εξώφυλλο

[…] ας πούμε πως βρισκόμαστε στις δύο άκρες ενός πετάλου αλόγου και στον δίσκο συναντηθήκαμε στη μέση…

Τάδε έφη (σε ελεύθερη μετάφραση) Stu Mackenzie, κιθαρίστας, τραγουδιστής και mastermind των Αυστραλών King Gizzard & The Lizard Wizard όταν κλήθηκε να σχολιάσει τη δισκογραφική συνεργασία τους με τους Mild High Club του Alexander Brettin. Ας κρατήσουμε τη φράση αυτή ως μπούσουλα για τη συγκεκριμένη δισκοκριτική, μιας και περιγράφει με ιδιαίτερη ευστοχία το εγχείρημα του ‘Sketches Of Brunswick East’. Ας τοποθετήσουμε μόνο έναν αστερίσκο σχετικά με την ακριβή θέση όπου γίνεται η καλλιτεχνική συνάντηση στον δίσκο…

Οι King Gizzard & The Lizard Wizard είναι ένα ιδιαίτερο σχήμα, με μοναδικό δεδομένο την αστείρευτη έμπνευσή τους, μιας και οι Αυστραλοί έχουν κυκλοφορήσει 8 full-length δίσκους μέσα στο διάστημα 2012-2016, ενώ μόνο για το 2017 έχουν ανακοινώσει 5 (!) νέους. Όσο για το είδος τους; Αυτοαποκαλούνται garage (όσο γενικός κι αν είναι ο όρος), ενώ με μία μικρή αναζήτηση μπορεί κανείς να τους βρει να κατατάσσονται ως alternative rock, psych rock, surf rock, ακόμα και progressive rock, όμως η πιο εύστοχη, κατά τον γράφοντα, «ετικέτα» είναι αυτή του fuzz ‘n’ roll, η οποία εμπεριέχει τον fuzzy χαρακτήρα του ήχου τους αλλά και την ενστικτώδη rock ‘n’ roll προσέγγισή τους γενικότερα. Στην άλλη άκρη του πετάλου, ο Alexander Brettin, μουσικός με jazz υπόβαθρο και σπουδές στο αντικείμενο (σε αντίθεση με τον Mackenzie, ο οποίος είναι αυτοδίδακτος και έχει δηλώσει πως δεν ξέρει καν να διαβάζει μουσική) και το καλλιτεχνικό του όχημα, Mild High Club, με πιο jazzy διαθέσεις, μελωδικότητα βγαλμένη από τον ραδιοφωνικό ήχο των ’70s και χαρακτήρα αυτοσχεδιαστικό.

Οι Mackenzie και Brettin γνωρίστηκαν κατά τη διάρκεια της κοινής τους περιοδείας σε ΗΠΑ, Ευρώπη και Αυστραλία τα περασμένα χρόνια και «κόλλησαν» κατευθείαν. Αποτέλεσμα της καλλιτεχνικής αυτής φιλίας το ‘Sketches Of Brunswick East’, με τον τίτλο να παραπέμπει αφενός στο προάστιο Brunswick East της Μελβούρνης, όπου βρίσκεται το studio των King Gizzard, το μέρος που φιλοξένησε τις ηχογραφήσεις του δίσκου και αφετέρου στον θρυλικό δίσκο-συνεργασία του Miles Davis με τον Gil Evans του 1960 που «πάντρεψε» την αμερικανική jazz με την ευρωπαϊκή μουσική παράδοση. Αναφορά διόλου τυχαία, μιας και η συνεργασία των δύο συγκροτημάτων έχει τον ίδιο εξερευνητικό χαρακτήρα με τον θρυλικό δίσκο και βαδίζει σε ως τώρα απάτητα μονοπάτια για το είδος, σε απόλυτη αναλογία με τη συνεργασία των Davis και Evans προ (σχεδόν) εξηκονταετίας. Πρόκειται για έναν δίσκο, όπου δύο διαφορετικές προσεγγίσεις «συγκρούονται», ανταλλάσσουν στοιχεία και οδηγούνται σε έναν τρίτο, ουδέτερο χώρο. Η φρενήρης και «ελαφρόμυαλη» μουσική των King Gizzard μπολιάζει την υποτονική και μελωδική ερμηνεία των Mild High Club, η προσεγμένη προσέγγιση του επαγγελματία Brettin «έλκει» τον Mackenzie σε μία πιο δομημένη μουσική έκφραση, ενώ η αποδεδειγμένα ξεχειλίζουσα δημιουργικότητα όλων των μελών των King Gizzard αποτρέπουν τους Mild High από το να βαλτώσουν και να καταντήσουν μονότονοι.

Ο δίσκος είναι ιδιαίτερα συμπαγής και οι στιγμές μοιράζονται ομοιόμορφα στα σχεδόν 37 λεπτά του, γι’αυτό και είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς μεμονωμένα κομμάτια. Κοινός παρονομαστής σε όλα τα κομμάτια είναι η αίσθηση της ελευθερίας, συνθετικής, ερμηνευτικής, και στην περίπτωση του ‘D-Day’ ακόμα και τονικής, μιας και οι Brettin, Mackenzie και ο πολυοργανίστας Joey Walker εξερευνούν το fusion είδος με μικροτονικά όργανα, ενώ από μουσικής άποψης μπορεί κανείς να εντοπίσει αμέτρητες επιρροές, από ψήγματα funk και jazz στη σύνθεση ως blue-eyed soul ερμηνείες. Το ‘Sketches of Brunswick East II’ τραβά το ενδιαφέρον με το ηλεκτρικό του πιάνο, το ‘Countdown’ με τη sunshine pop μελωδικότητά του, το ‘Tezeta’ με την πολυπλοκότητά του, ενώ το ‘The Book’ είναι το τραγούδι που ξεχωρίζει για την πιο παρανοϊκή ατμόσφαιρά του, κόντρα στη συνολικά νωχελική ατμόσφαιρα του δίσκου.

Επιστρέφοντας στην αρχική ρήση του Stu Mackenzie, ο δίσκος είναι όντως ένα ουδέτερο μέρος, όπου συναντιούνται μουσικά τα δύο σχήματα, όμως το καλλιτεχνικό meeting point δεν είναι ακριβώς η μέση. Είναι εμφανές πως μουσικά η ζυγαριά γέρνει προς τη μεριά των Mild High Club, με τους King Gizzard & The Lizard Wizard να συμβάλλουν κυρίως ερμηνευτικά και να βάζουν τις πινελιές τους και να επηρεάζουν το αποτέλεσμα. Όμως οι δοσολογίες των δύο συστατικών είναι ιδανικές για να δημιουργήσουν έναν από τους πιο ενδιαφέροντες δίσκους της χρονιάς, ένα έργο που συγκεντρώνει όλες τις αρετές των δύο συγκροτημάτων και αφήνει τις αδυναμίες τους να αλληλοεξουδετερωθούν αριστοτεχνικά…