Led Zeppelin II: Ωδή στα riffs

Jimmy Page
Jimmy Page

«Στον δεύτερο δίσκο μας, βγαίνει προς τα έξω η πραγματική ταυτότητα της μπάντας» είχε δηλώσει ο Jimmy Page αρκετά χρόνια μετά την κυκλοφορία του ‘Led Zeppelin II’.

Και, αν πάρουμε το ‘Led Zeppelin II’ κομμάτι προς κομμάτι, αλήθεια, δεν υπάρχει άλλο άλμπουμ εκεί έξω που να ευχαριστεί την ανθρωπότητα για την ύπαρξη ηλεκτρικής κιθάρας, για τη γέννηση του Jimmy Page και για το ότι οι δύο προαναφερθείσες υπάρξεις συνδέθηκαν για πάντα.

Γυρίζοντας πολλά χρόνια πίσω, οι μεγάλες μπάντες που καθόρισαν τον σκληρό ήχο κυκλοφορούσαν δίσκους με το τσουβάλι, αλλά μόνο «τσουβάλιασμα» δεν γινόταν.

Οι Led Zeppelin, στις 22 Οκτωβρίου του 1969, ανέβαζαν στα ράφια τον δεύτερο δίσκο τους και ο κόσμος της μουσικής είχε να αντιμετωπίσει μία ωδή στα κιθαριστικά riffs που όμοιά της δεν είχε ξανακούσει και έναν Jimmy Page που απλά έβαζε κάτω με το ένα χέρι δεμένο σχεδόν όλους, αν όχι όλους, τους εν ζωή κιθαρίστες.

Το ‘Led Zeppelin II’ είναι ένα άλμπουμ βασισμένο στην ικανότητα του Page να γράφει εκκωφαντικά riffs (και να «τσιμπάει» από άλλους/παραλλάσσει ενίοτε) και, ακόμα και για μια μπάντα όπως οι Led Zeppelin, των οποίων ολόκληρη η δισκογραφία είναι η επιτομή των κιθαριστικών riffs, το συγκεκριμένο είναι ένα ξεχωριστό κεφάλαιο από μόνο του.

Εννιά μόλις μήνες μετά το ομώνυμο με την μπάντα ντεμπούτο τους, οι Zeppelin κυκλοφορούσαν πρακτικά την «συνέχειά» του, με τα blues να είναι σταθερά ο οδηγός τους, αλλά έχοντας ωθήσει τη μουσική τους σε πιο heavy και πιο γρήγορα μονοπάτια, σίγουρα (και) λόγω του τρόπου που είχε γραφτεί και ηχογραφηθεί.


Led Zeppelin I: Γεγονότα και ιστορίες ενός εμβληματικού δίσκου


Οι ηχογραφήσεις είχαν ξεκινήσει πριν ακόμα την κυκλοφορία του ‘Led Zeppelin I’, την οποία ακολούθησαν διαδοχικές περιοδείες σε Ευρώπη και Η.Π.Α. για την προώθηση του δίσκου.

Παράλληλα, οι LZ έγραφαν το ‘Led Zeppelin II’, αντλώντας έμπνευση κατά τη διάρκεια των tour, από τα τζαμαρίσματα ή τους αυτοσχεδιασμούς του Jimmy Page στις συναυλίες.

Οι ηχογραφήσεις γίνονταν όταν είχαν ελεύθερο χρόνο, μέσα στα ξενοδοχεία όπου διέμεναν ή ακόμα και μετά τα live, με την μπάντα να νοικιάζει όποιο στούντιο μπορούσε για να κάνει τη δουλειά της.

Το παίξιμό τους ήταν πιο άγριο και πιο δεμένο, λόγω των απανωτών συναυλιών, και παρόλο που οι συνθήκες δεν ήταν και οι καλύτερες αφού τα στούντιο ήταν συχνά ελλειπή εξοπλισμού, η έμπνευση περίσσευε με το παραπάνω, με τον δίσκο να θεωρείται σήμερα ως ένας απ’ τους προπομπούς της heavy metal.

Led Zeppelin - 1969 USA Tour Book
Led Zeppelin – 1969 USA Tour Book

Πατήστε εδώ για να δείτε το tour book της περιοδείας των Led Zeppelin στις Η.Π.Α. το 1969.


Ο Rebert Plant θυμάται:

Ήταν τρελή εκείνη η περίοδος.

Μπορεί να γράφαμε ένα κομμάτι στο ξενοδοχείο και μετά να ηχογραφούσαμε ένα μέρος του στο Λονδίνο, να προσθέταμε τα φωνητικά στη Νέα Υόρκη, να βάζαμε φυσαρμόνικα στο Βανκούβερ και να τελειώναμε το μιξάρισμα πίσω στη Νέα Υόρκη.

Με τον Jimmy Page να προσθέτει:

Κατά κάποιον τρόπο, ο δίσκος προέκυψε από τις πρόβες για τα επόμενα tours μας και από την συρραφή νέου υλικού.

Οι φήμες θέλουν τα περισσότερα κομμάτια να έχουν προκύψει από τα κιθαριστικά σόλο του Jimmy Page που ένα βράδυ έπαιζε το ‘Dazed and Confuzed’ επί… μιάμιση ώρα.

Ένας Θεός ξέρει τι riffs μπορεί να κατέβασε το κεφάλι του εκείνη τη βραδιά, αλλά ευτυχώς τα καλύτερα, ή έστω όσα θυμόταν, μεταφράστηκαν σε ένα μεγάλο μέρος του ‘Led Zeppelin II’.

Είναι ένας απ’ τους πιο επιδραστικούς δίσκους της μουσικής, αλλά κι ένας απ’ τους πιο ευρέως αποδεκτούς, τόσο από κοινό όσο και από κριτικούς. Μιλώντας γι’ αυτόν, ο Robert Plant έχει δηλώσει:

Το ‘Led Zeppelin II’ ήταν πολύ «αρρενωπό». Ήταν προορισμένο να κυριαρχήσει, ανεξαρτήτως του αν εμείς θα μπορούσαμε να μείνουμε στο προσκήνιο για πολύ ακόμα καιρό ή όχι. Ήταν βασισμένο στα blues, αλλά εμείς είχαμε προσεγγίσει τη μουσική πολύ πιο άμεσα και επιδεικτικά.

Led Zeppelin live in London, 1969
Led Zeppelin live in London, 1969

Στο εναρκτήριο ‘Whole Lotta Love’ τα φωνητικά ηχογραφήθηκαν «μονοκοπανιά», ενώ δεν λείπουν τα σεξουαλικά υπονοούμενα μέσα στο τραγούδι, όπως και οι χαρακτηριστικές, οργασμικές κραυγές του Plant. Και ο Page, βέβαια, εκτός από τη συνεισφορά του κιθαριστικού riff που δεν χρειάζεται περαιτέρω σχολιασμό, χρησιμοποίησε για πρώτη φορά την τεχνική backward echo για τα φωνητικά του Plant.

Τα σεξουαλικά υπονοούμενα δεν λείπουν ούτε από το -βασισμένο στο ‘Killing Floor’ του Howlin’ Wolf- ‘The Lemon Song’, αφού, όπως έχει πει ο Plant: «ζητάει από ανώνυμες κοπέλες να στίψουν το λεμόνι του, ώσπου οι χυμοί να τρέξουν πάνω στο πόδι του (“’till the juice runs down my leg”)».

Αν ήθελε κάποιος να συγκεντρώσει όλη την επιδραστικότητα του δίσκου σε ένα κομμάτι, τότε αυτό θα ήταν το ‘Heartbreaker’, με την κιθάρα του Page να βρίσκεται στο peak της, και το σόλο να αποτελεί έμπνευση και παράδειγμα προς μίμηση για αμέτρητους κιθαρίστες της μεταγενέστερης εποχής.

Το ότι ο Eddie Van Halen εμπνεύστηκε την τεχνική tapping αφότου είχε παρακολουθήσει τους Zeppelin να το παίζουν live, τα λέει όλα εξάλλου. Το πιο ενδιαφέρον της όλης υπόθεσης είναι το ότι το ιστορικό solo αποτελεί προσθήκη της τελευταίας στιγμής, εξ ου και το γεγονός ότι ακούγεται κάπως “ψηλότερα” σε σχέση με το υπόλοιπο κομμάτι.

Όπως γίνεται αντιληπτό, ο Jimmy Page είναι το σημείο κλειδί του ‘Led Zeppelin II’. Ήταν τόσο καθοριστική η συμβολή του, που το μοντέλο κιθάρας που χρησιμοποίησε (Gibson Les Paul του 1959) άρχισε να γίνεται πολύ δημοφιλέστερο μετά την κυκλοφορία του δίσκου.

Δεν έμεινε, όμως, μόνο στην ηλεκτρική κιθάρα, αφού στο ‘Thank You’ και στο ‘Ramble On’ είναι δύο από τις σπάνιες στιγμές που τον ακούμε να παίζει ακουστική. Εδώ αξίζει να αναφέρουμε ότι η θεματολογία του δεύτερου τραγουδιού πηγάζει από την αγάπη του Robert Plant για τον μαγικό κόσμο του J.R.R. Tolkien.


Playlist: J.R.R. Tolkien


Ο δίσκος πρακτικά «ανήκει» στον Page, αφού το όνομά του βρίσκεται στα credits όλων των κομματιών, εκτός του τελευταίου, ‘Bring In On Home’, που πιστώνεται στον Αμερικανό μπλουζίστα Willie Dixon και οι ρίζες του βρίσκονται στο 1963.

Παρόλα αυτά, η αντιπάθειά του για το ‘Living Loving Main (She’s Just A Woman)’ έκανε το κομμάτι να είναι ένα απ’ τα ελάχιστα της δισκογραφίας της μπάντας που δεν έχει παιχτεί ποτέ ζωντανά (υπάρχουν βέβαια κι αυτά τα βιντεάκια που σου φτιάχνουν το κέφι).

Παρόλο που περιόδευαν ανελλιπώς, τα μέλη της μπάντας ήταν απόλυτα αφοσιωμένα στην επόμενη κυκλοφορία τους. Ο John Bohnam είχε δηλώσει:

Θυμάμαι μια φορά που ήμασταν στις Ηνωμένες Πολιτείες είχε γίνει κάτι επείγον.

Είχαμε πάει να πάρουμε τις γυναίκες μας από το αεροδρόμιο, αλλά με το που τις πήγαμε στο ξενοδοχείο επιστρέψαμε στο στούντιο και γράψαμε το ‘Bring In On Home’.

Συν τοις άλλοις, ο Page ήταν αυτός που ανέλαβε, όπως και στο ντεμπούτο τους, την παραγωγή του δίσκου, έχοντας και πάλι στο πλευρό του τον Eddie Kramer και δημιουργώντας, εν τέλει, έναν δίσκο που «ακόμα και σήμερα ακούγεται φρέσκος», όπως έχει αναφέρει ο Dave Lewis που έχει γράψει μέχρι και βιβλίο για τους Zeppelin.

Ακόμα και στο ‘Moby Dick’, όπου τα ντραμς του John Bonham έχουν την πρωτοκαθεδρία, η κιθάρα του Page είναι τουλάχιστον εκκωφαντική. Το κομμάτι έχει διάρκεια τεσσεράμισι περίπου λεπτά, αλλά στα live το τραβούσαν μέχρι και για μισή ώρα…


John Bonham: Η κινητήρια δύναμη των θρυλικών Led Zeppelin


Το ‘Thank You’ (άντε και το ‘Moby Dick’), είναι ένα απ’ τα λίγα σημεία του δίσκου όπου τα φώτα δεν είναι στραμμένα σε τόσο μεγάλο βαθμό πάνω στον Page (εδώ παίζει και σόλο ακουστικής κιθάρας και τραγουδάει τα δεύτερα φωνητικά). Στο κομμάτι ακούγεται και ένα Hammond organ, το οποίο παίζει ο -αφανής ήρωας των Zeppelin- John Paul Jones. Ήταν η πρώτη φορά που ο Robert Plant έγραψε εξ ολοκλήρου τους στίχους ενός κομματιού της μπάντας και ήταν αφιερωμένο στη γυναίκα του, Maureen. Όμως, συμμετοχή είχε και στους στίχους του ‘What Is And Should Never Be’, και γενικά η συμβολή του στη στιχουργική της μπάντας αποτελεί σημείο καμπής για ολόκληρη τη μετέπειτα καριέρα τους.

Led Zeppelin arriving at Honolulu Airport, holding Led Zeppelin II master tapes, 1969 Robert Knight Archive-Redferns-Getty
Οι Led Zeppelin στο αεροδρόμιο της Honolulu, 1969

Με 3 εκατομμύρια κόπιες να πωλούνται μόνο στην Αμερική το πρώτο εξάμηνο, το ‘Led Zeppelin II’ ήταν αυτό που μπόρεσε να κατεβάσει το ‘Abbey Road’ των Beatles από την κορυφή των αμερικανικών charts, στην οποία έμεινε για 7 εβδομάδες.

Στην Αγγλία άργησε να φτάσει στο No.1 (το έκανε μετά από 4 μήνες), αλλά παρέμεινε στα charts για 138 εβδομάδες και αυτό το λες και επιτυχία.

Παράλληλα, έδωσε μεγάλη ώθηση στις πωλήσεις του πρώτου τους άλμπουμ, το οποίο είχε τότε λάβει ανάμεικτες κριτικές. Αυτά, όμως, ελάχιστη σημασία έχουν για ένα άλμπουμ που καθόρισε σε μεγάλο βαθμό τη μουσική σκηνή του μέλλοντος.

Πολλοί έχουν γράψει ότι ίσως ήταν ο πρώτος heavy metal δίσκος και κάπου εδώ αρχίζει η αιώνια κόντρα του αν αυτό το μουσικό ιδίωμα ξεκίνησε από τους Led Zeppelin ή τους Deep Purple που είχαν κάνει την εμφάνισή τους έναν χρόνο πριν και την ίδια χρονιά κυκλοφορούσαν τον ομώνυμο δίσκο τους.

Το μόνο σίγουρο είναι το «όπως το πάρει κανείς» και ότι η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση. Έναν χρόνο μετά μπήκαν και οι Black Sabbath στο παιχνίδι και… τα υπόλοιπα είναι ιστορία.

Το θέμα είναι ότι από τον δεύτερο δίσκο ξεκίνησε μια μουσική επανάσταση και ότι κάποιος που αγαπάει τα riffs δεν θα μπορέσει ποτέ να τον ξεπεράσει… Ούτε καν οι ίδιοι:

Άλλαξε τη ζωή μας. Ήταν τόσο μεγάλη αλλαγή που δεν μπορούσαμε να το διαχειριστούμε… – Robert Plant