Machine Head – The Blackening: Απόγειο

Οι Machine Head είναι γέννημα της δεκαετίας του ’90.

Εμφανίστηκαν στη σκηνή στον απόηχο των Pantera και των Sepultura, προκαλώντας θόρυβο γύρω από το πολλά υποσχόμενο ‘Burn My Eyes’, αλλά παρά το δυναμικό ξεκίνημα τους πήρε κάποιον καιρό για να στεριώσουν.

Έφταιγε άραγε η αλλαγή στην εικόνα και στον ήχο τους και το φλερτ με τη nu metal; Μήπως ήταν το groove που είχε αρχίσει να φθίνει, καθώς οι Pantera άρχιζαν να δείχνουν σημάδια διάλυσης και η metal άρχιζε σιγά σιγά να ξαναπαίρνει τα πάνω της και να ακολουθεί πολλά και νέα μονοπάτια καθώς η αμφιλεγόμενη δεκαετία τελείωνε;

Το σίγουρο είναι πως, στην αλλαγή της χιλιετίας, οι Machine Head είχαν αποδείξει ότι δεν ήταν πυροτέχνημα, αλλά δεν είχαν καταφέρει να κάνουν αυτό το βήμα, να κυκλοφορήσουν αυτόν το δίσκο που θα έδειχνε ότι το συγκρότημα είχε πραγματικά ωριμάσει.

Σημάδια άρχισαν να φαίνονται μερικά χρόνια αργότερα στο ‘Through the Ashes of Empires’, με την μπάντα να επιστρέφει στις ρίζες της και να κάνει ουσιαστικά νέο ξεκίνημα. Αλλά ακόμα κάτι έλειπε.

Αυτό το κάτι, ό,τι και αν ήταν, βρέθηκε στο ‘The Blackening’.

Τα γούστα και οι προτιμήσεις διαφέρουν στη μουσική, και οι απόλυτες δηλώσεις γενικά δεν έχουν θέση. Αλλά είναι αρκετά ασφαλές να πει κανείς ότι πρόκειται για τον καλύτερο δίσκο των Machine Head.

Είναι αυτό το σημείο που μια μπάντα φαίνεται ότι έχει επιτέλους βρει σταθερό πάτημα. Τα μέλη της ξέρουν τι θέλουν να παίξουν, ξέρουν τι θέλουν να δώσουν. Οι Machine Head του ‘The Blackening’, στον έκτο δίσκο τους και με πάνω από δεκαπέντε χρόνια ύπαρξης, καταφέρνουν τελικά να ανακαλύψουν την ουσία τους.

Είναι άραγε οι εναλλαγές ανάμεσα σε ηρεμία και τρικυμία, τα περάσματα από την περισυλλογή στην παράνοια;

Είναι οι μεγάλες σε διάρκεια συνθέσεις που διατηρούν αρκετή ποικιλία και αναλλοίωτο το ενδιαφέρον για εννέα και δέκα λεπτά; Ή τη διαφορά κάνει η σκοτεινή ατμόσφαιρα σε συνδυασμό με την επιθετική διάθεση;

Μάλλον είναι όλα τα παραπάνω.

Το ‘The Blackening’ δεν είναι αγνό groove, ούτε είναι γεμάτο καθαρόαιμη thrash. Κάνει ένα επιτυχημένο πάντρεμα, και δίνει ως τελικό αποτέλεσμα κάτι πιο βαρύ και πένθιμο από κάποιες απόψεις, με συχνές και τρομερές εξάρσεις επιθετικότητας που κρατά πάντα ψηλά τους τόνους.

To ‘Aesthetics of Hate’, για παράδειγμα, αφιερωμένο στον Dimebag Darrell, είναι μια δριμεία επίθεση στο συντάκτη William Grim, που σε ένα βιτριολικό κείμενο είχε αναφερθεί άκρως υποτιμητικά στον πρόσφατα εκλιπόντα κιθαρίστα.

Ο Robb Flynn εξοργίστηκε, και η οργή αυτή είναι εμφανέστατη στο τραγούδι, ακόμα και όταν ο τραγουδιστής ψιθυρίζει “May the hand of God strike them down”. Μίσος.

Υπάρχει πολύς θάνατος, διάχυτος σε όλο το δίσκο, αλλά δεν είναι ο αιματηρός θάνατος και η σφαγή που θα βρεθεί στην πιο σκληροπυρηνική thrash θεματολογία.

Γιατί μαζί με το θάνατο υπάρχει και μια θλίψη. Μια θλίψη που δεν βρίσκει τρόπο να εκφραστεί παρά μέσα από οργισμένες εκρήξεις.

Όλος αυτός ο άσκοπος θάνατος προκαλεί λύπη, αλλά η λύπη γίνεται θυμός. Γιατί πρέπει να είναι έτσι τα πράγματα; Γιατί πρέπει να τα ανεχτούμε; Ποιος νομίζει ότι θα μας τα επιβάλλει;

Η μουσική δείχνει το δρόμο σε αυτόν τον υποβόσκοντα θυμό.

Πολλά τραγούδια έχουν τις προαναφερθείσες εναλλαγές από αργά και πένθιμα μέρη σε γρήγορα και ενεργητικά, το rhytm section δημιουργεί την κατάλληλη ατμόσφαιρα για να τη γεμίσει με την αναγκαία διάθεση η εκφραστική κιθάρα, και ο Robb Flynn κάνει μια πολύ καλή παρουσία, προσθέτοντας το απαραίτητο συναίσθημα όπου χρειάζεται.

Είναι αυτό που οι Machine Head ήθελαν πραγματικά να παίξουν, αυτό που τους ταίριαζε. Υπάρχει πάθος στις εκτελέσεις του ‘The Blackening’, αφοσίωση.

Ένα τραγούδι αποτελούμενο κατά το ήμισυ από χαμηλούς τόνους και μοιρολόι και το υπόλοιπο από ουρλιαχτά και ξύλο θα μπορούσε να φανεί τραγελαφικό, αλλά στο ‘The Blackening’ διατηρεί σοβαρότητα. Πείθει. Γιατί και οι μουσικοί από πίσω του το πίστεψαν πραγματικά, το ένιωσαν όταν το έπαιζαν.

Το απόγειο των Machine Head, η κρίσιμη καμπή τους, άργησε, αλλά η αναμονή άξιζε. Τόσο η μπάντα όσο και το κοινό κατάλαβαν ότι εκεί βρισκόταν το μονοπάτι προς το μέλλον. Και το έδειξαν, συνεχίζοντας στο ίδιο πνεύμα, με τα πολύ καλά ‘Unto the Locust’ και ‘Bloodstone and Diamonds’.

Οι Machine Head είναι heavy, αλλά μπορούν να γίνουν και μελωδικοί χωρίς να χάσουν το σθένος τους. Είναι η συνύπαρξη αυτών που βγάζει τον καλύτερο εαυτό τους, και πουθενά δεν φαίνεται περισσότερο από το ‘The Blackening’.