Ratatat – Magnifique

Ratatat_Magnifique-cover
Ratatat_Magnifique-cover

Εάν είστε φίλοι της ηλεκτρονικής μουσικής και η πρώτη εικόνα που έρχεται στο μυαλό σας όταν ακούτε το όνομα «Ratatat» είναι το παρόμοιου ονόματος Pokemon, τότε ή είστε πολύ άτυχοι και δεν τους έχετε πετύχει ποτέ και πουθενά ή μόλις βγήκατε από τη σπηλιά στην οποία κατοικείτε τα τελευταία δώδεκα (τουλάχιστον) χρόνια και στην οποία ακούγατε Daft Punk, Prodigy, Fatboy Slim, Paul Oakenfold και τις λοιπές κλασικές, «ηλεκτρονικές» δυνάμεις.

Εν πάση περιπτώσει, ανεξάρτητα από το είδος της μουσικής που ακούτε και από το εάν γνωρίζετε τη δουλειά των Ratatat, αφού σας συγχαρώ για την επιλογή σας να κάνετε click (ή tap) για να ακούσουμε μαζί την πιο πρόσφατη κυκλοφορία του κορυφαίου συγκρότηματος το οποίο έχει ταυτιστεί με το πολύ εξειδικευμένο μουσικό είδος (instrumental electro) που υπηρετεί και πρεσβεύει εδώ και αρκετά χρόνια, θα αναλάβω καταρχάς να κάνω τις απαραίτητες συστάσεις για τους νέους και επίδοξους ακροατές του γκρουπ: Οι Ratatat, ή αλλιώς το δίδυμο των Mike Stroud και Evan Mast, πρωτοσυστήθηκε στο κοινό το 2003 με το single ‘Seventeen Years’ και μετέπειτα, το 2004, με το πρώτο, ομώνυμο με το όνομά τους, άλμπουμ. Από τότε, το γκρουπ έχει ηχογραφήσει συνολικά πέντε studio άλμπουμς, με το πιο πρόσφατο, το ‘Magnifique’, που αποτελεί και το αντικείμενο του παρόντος άρθρου, να κυκλοφορεί πριν από περίπου ένα μήνα (17 Ιουλίου) και σχεδόν μία πενταετία μετά από την προηγούμενη δουλειά τους, το ‘LP4’ του 2010. Όπως καταλαβαίνετε, το μεγάλο χρονικό κενό από την τελευταία δουλειά της μπάντας, δημιουργεί ακόμα μεγαλύτερες προσδοκίες και αγωνία για το τι νέο θα μπορούσαν να μας παρουσιάσουν οι, πλέον πιο ώριμοι, Ratatat.

Τι είναι όμως αυτό που καθιστά τους Ratatat ιδιαίτερους και αναγνωρισμένους «πρωτοπόρους» στο χώρο της electronic; Είναι το γεγονός ότι μιλάμε για ένα δίδυμο που κατάφερε να κάνει την chillwave, ηλεκτρονική instrumental ή όπως αλλιώς μπορεί να ονομαστεί η μουσική τους, να μοιάζει cool πριν καν εδραιωθεί και καθιερωθεί. Αν έπρεπε να χαρακτηρίσουμε κάπως τη μουσική τους, θα μπορούσαμε να πούμε ότι αποτελεί ένα ηλεκτρονικό soundtrack για οποιαδήποτε ασχολία σας – από το να διαβάσετε ένα βιβλίο και να κάνετε γυμναστική μέχρι να φάτε μια πίτσα ή να μαλώσετε με την κοπέλα/το αγόρι σας. Και αυτή ακριβώς η μαγεία της μουσικής αυτής, που αποτελεί παράλληλα και παγίδα για τους εμπνευστές της, την διαχωρίζει από άλλα είδη: Μπορείς να ακούσεις Ratatat κάνοντας σχεδόν τα πάντα, αλλά δύσκολα θα πεις “Τώρα θα κάτσω να ακούσω Ratatat”, κάνοντας αυτό και μόνο αυτό. Είναι μουσική γραμμένη για να συνοδευτεί από κάτι άλλο, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι είναι «φτωχή». Αντιθέτως, η μουσική των Ratatat, τόσο στο ‘Magnifique’ όσο και στις προηγούμενες δουλειές τους, είναι μία πολύ ακριβής και προσεγμένη «συναρμολόγηση» των πιο στοιχειωδών, βασικών υλικών της μοντέρνας μουσικής (πλήκτρα, κιθάρα, beats), ενισχυμένων με την απλή ομορφιά των απολύτως αναγκαίων εξωτερικκών στοιχείων και «πειραγμάτων» και ποτισμένων με μπόλικο συναίσθημα χαρμολύπης και νοσταλγίας. Τόσο απλό, αλλά ταυτόχρονα, τόσο δύσκολο.

Ας επικεντρωθούμε όμως στο ‘Magnifique’. Γενικά, πρόκειται για μία δισκογραφική δουλειά, που ναι μεν δεν αποτελεί μια ανακάλυψη του τροχού για τους Ratatat, πλην όμως, θα μπορούσαμε να πούμε ότι αποτελεί μία ποιοτική επιστροφή στα τέσσερα προηγούμενα άλμπουμ, επανεξετάζοντας μερικά από τα highlights τους: τη συγκίνηση και τον ενθουσιασμό και τα πιο χαλαρά, αέρινα και τροπικά vibes. Με αυτά τα στοιχεία στις αποσκευές τους, λοιπόν, οι Ratatat ξεκινούν για νέες περιπέτειες και κόσμους, στην πιο γρήγορη (ηχητικά) δουλειά τους, παίζοντας με στοιχεία από surf pop μέχρι slide rock. Πρόκειται για έναν πιο light δίσκο όσον αφορά το ύφος, με πολύ λιγότερα τα «σκοτεινά» έως «εφιαλτικά» μοτίβα που έκαναν την εμφάνιση τους στα προηγούμενα άλμπουμς – ο δίσκος αυτός, ξεχειλίζει από αγάπη, ξεγνοιασιά, χαλαρότητα και καλοκαιρινή διάθεση.

Το μονόλεπτο ‘Intro’ που αναλαμβάνει να μας εισάγαγει στη συλλογή των δεκατεσσάρων κομματιών του δίσκου, φέρνει εις πέρας το ρόλο του, ορίζοντας παράλληλα και το «(χαλασμένο;) jukebox» θέμα του δίσκου, που θυμίζει πολύ το στυλ του ‘Songs For The Deaf’ των Queens Of The Stone Age. Για να ακολουθήσει το ‘Cream on Chrome’, το πρώτο single του δίσκου, που κυκλοφόρησε. Οι «πειραγμένες» glam guitar γραμμές που οδηγούν το κομμάτι «πατώντας» σε ένα groovy, funky ρυθμό με ένα «υπνωτικό» μπάσο και synth πινελιές στο background, δημιουργούν ένα κλιμακούμενο, ένδοξο κομμμάτι με ένα εκρηκτικό κρεσέντο – σαν να ακούτε δηλαδή ένα πλήρως «εκσυγχρονισμένο» ‘Stayin Alive’, χωρίς φωνητικά. Σίγουρα ένα από τα κομμάτια που θα «μουρμουρίζετε» και θα θυμάστε μετά την ακρόαση του δίσκου.

https://www.youtube.com/watch?v=0fvN6GTibEU

Περνάμε στο ομότιτλο του άλμπουμ, ‘Magnifique’ – ένα απαλό, σχεδόν κλασσικά «κουρδισμένο» κομμάτι που δίνει χώρο και ανοίγει διάπλατα το δρόμο στο κομμάτι-highlight του άλμπουμ, για να ξεχωρίσει. Ο λόγος για το αγαπημένο ‘Abrasive’. Ένα κομμάτι που θα «καρφωθεί» στο κεφάλι σας μόλις το ακούσετε. Εκτός όμως από super-catchy, το ‘Abrasive’ διεκδικεί τη διάκριση του καλύτερου track του άλμπουμ, επειδή είναι τόσο άρτια δομημένο: η έντονη και ηχηρή αίσθηση του θριάμβου που το κομμάτι «χτίζει» σταδιακά, με τα εκτεταμένα κιθαριστικά σόλο και τα disco beats, φέρνουν εικόνες που θυμίζουν κάτι από νίκη σε Ολυμπιακούς Αγώνες, ανατροπή από το αουτσάιντερ σε αθλητικό αγώνα ή το πέσιμο των credits στο περήφανο τέλος μιας ταινίας ή ενός video game. Ένας ύμνος για τους νικητές ή αλλιώς το ‘Eye Of The Tiger’ του 21ου αιώνα. Μάλιστα, για το stop-motion βίντεο κλιπ, ο Evan Mast, που επίσης σχεδίασε το κολάζ των προσώπων στο εξώφυλλο του ‘Magnifique’, ζωγράφισε 4.000(!) εικόνες για να δημιουργήσει το old-school animation αποτέλεσμα. Πραγματικά υπέροχο.

Στη θέση νούμερο 5, ακούμε το λιγάκι πιο βαρύ, club synth, ‘Countach’, ο τίτλος του οποίου μας θυμίζει για ακόμη μια φορά το πόσο παιχνιδιάρικο και ταξιδιάρικο είναι το άλμπουμ (εμπνευσμένος από το θρυλικό μοντέλο της Lamborghini). Για να έρθει το «πιο χαλαρό πεθαίνω» ‘Drift’. Ένα κομμάτι που σίγουρα ηχογραφήθηκε από τους Ratatat μαζί με κάποιον εκ των Brian Wilson ή Jason Mraz σε ένα στούντιο πλάι σε κάποια παραλία της Χαβάης. Οι slide κιθάρες (το «μυστικό όπλο» του δίσκου) «γουργουρίζουν» και είναι αδύνατο να μην υποκύψετε στο «ALOHA» που εκπέμπει το κομμάτι – αναμφίβολα ό,τι πιο chill έχει κυκλοφορήσει η διμελής μπάντα από το Brooklyn.

Σε αυτό το σημείο, να σημειώσουμε ότι οι Ratatat, απέχοντας δισκογραφικά για μία πενταετία, στον νέο τους δίσκο, όπως παραδέχτηκαν σε συνέντευξή τους, «πάλεψαν» με την τελειότητα. Άλλαξαν τη δημιουργική διαδικασία τους και απέρριψαν περισσότερες από πενήντα έτοιμες συνθέσεις. Αυτή η τελειότητα και η ακρίβεια, δεν μπορούν να αγνοηθούν σε κομμάτια, όπως το ‘Pricks Of Brightness’, στο οποίο, αν το ακούσετε προσεχτικά, θα παρατηρήσετε ότι η κάθε νότα μοιάζει να έχει τοποθετηθεί πολύ συγκεκριμένα στη θέση της, σαν τουβλάκι Lego.

Το κομμάτι ‘Nightclub Amnesia’, εκτός από εξαιρετικό και μυστήριο τίτλο, έρχεται με έξι λεπτά δυνατών κιθαρών που «δαγκώνουν», ενώ τα βαριά beats σιγουρεύουν την «εισβολή» του κομματιού στις playlists κάθε ξεχασμένης, παρακμιακής ντισκοτέκ που σέβεται τον εαυτό της. Το ένατο κατά σειρά κομμάτι που συμπεριλαμβάνεται στο ‘Magnifique’, δεν είναι άλλο από το ‘Cold Fingers’. Το επικό ταίριασμα των διαστρεβλωμένων πλήκτρων με τις διαβολεμένες κιθάρες και το slap μπάσο, δημιουργούν έναν εκρηκτικό συνδυασμό που δεν πρέπει να στερήσετε από τα αυτιά σας. Η πρώτη δεκάδα των tracks, κλείνει «γλυκά» με το αδερφάκι του ‘Drift’, το ‘Supreme’. Εδώ ακούμε και την steel guitar, μία ακόμη τεχνική που εισάγουν στη νέα τους δουλειά οι Ratatat. Κατά τα άλλα, το 3λεπτο νανουριστικό κομμάτι καταφέρνει πολύ εύκολα να μας μεταφέρει σε μια ημικατάσταση ύπνου και ονείρου, λειτουργώντας σαν μία αντίθεση με το ‘Cold Fingers’ και, παράλληλα, σαν ένα ευχάριστο διάλειμμα από τα προηγούμενα, «δυνατότερα» κομμάτια.

Ακολουθεί το ‘Outro’, το οποίο, όπως άλλωστε και το εναρκτήριο κομμάτι, διαμορφώνει το θέμα του άλμπουμ με ένα ακόμη γύρισμα από σταθμό σε σταθμό (το jukebox που λέγαμε…) και μία μουσικούλα που, όχι, δεν κλείνει το δίσκο… Γιατί έχουμε ακόμη τρία κομμάτια! Και τι κομμάτια. Καταρχάς το ‘Rome’, που με τέτοιο τίτλο πολύ απλά δεν γινόταν να μην πρόκειται για κορυφαίο track – για πεντέμισι λεπτά, οι μελωδίες της κιθάρας στοιβάζονται με ένα μαγικό τρόπο, δημιουργώντας ένα επικό alien effect αντάξιο των Ratatat. Κάτι που σε κάνει να σκέφτεσαι: «Ποιος χρειάζεται εντυπωσιακά φωνητικά για να φτιάξει “δυνατά” και επιβλητικά κομμάτια; Αυτές οι χορδές είναι καλύτερες από κάθε φωνή…» (Εξαιρούνται πάντα ο Θεός Freddie και ο Ημίθεος Matt).

Το ‘Magnifique’ κλείνει με τα ‘Primetime’ και ‘I Will Return’. Για το πρώτο από τα δύο, θα μπορούσαμε εύκολα να πούμε ότι είναι το μοναδικό αδιάφορο, filler-κομμάτι του δίσκου, το οποίο ανακυκλώνει πάνω-κάτω ό,τι ακούμε στα υπόλοιπα 13 tracks. Αντιθέτως, το ‘I Will Return’ είναι μία πολύ ευχάριστη έκπληξη, καθώς αποτελεί ηλεκτρονική διασκευή (πάλι με slide guitar) του ξεχασμένου hit των ’70s από τον Spring water (Phil Cordell), αλλά και την πρώτη συμμετοχή του διδύμου σε φωνητικά, με τη συνοδεία χορωδίας. Πάνω από όλα όμως, το κομμάτι μας υπενθυμίζει ότι η ιστορία των απαλών, μελωδικών κιθαριστικών «ριφακίων» κρατάει από πολύ παλιά. Έτσι, ένα πολύ εύθυμο γενικά άλμπουμ, κλείνει με μία ακόμη νότα αισιοδοξίας.

Το ‘Magnifique’ είναι δίχως αμφιβολία ένα κορυφαίο ποιοτικά άλμπουμ, ενδεικτικό της προσαρμοστικότητας των Ratatat: Η ικανότητα τους να μεταπηδούν από το ένα είδος στο άλλο με την ίδια ευκολία και να κατασκευάζουν άψογα, μελωδικά, electro instrumental, κομμάτια που μπορούν να μας ακολουθήσουν καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας μας, αλλά και να σταθούν σαν soundtrack μιας ταινίας ή ενός game, είναι πραγματικά αξιοθαύμαστη. Όπως αξιοθαύμαστο είναι και το χάρισμα του διδύμου να σου προκαλεί συναισθήματα, χωρίς την ανάγκη των στίχων – κάνοντας την μουσική να «μιλάει» – κάτι που θα νιώσετε από το πρώτο κομμάτι και σε αυτό το άλμπουμ.

Είναι αλήθεια ότι πρόκειται για μία δουλειά στην οποία οι Evan Mast και Mike Stroud δεν εξάντλησαν τα περιθώρια για πειραματισμό, με το άλμπουμ να μην αποτελεί σταθμό καλλιτεχνικής εξέλιξης για τη μπάντα. Ενώ παραμένει μία κυκλοφορία που θα ικανοποιήσει έως συναρπάσει αρκετά τους fans των Ratatat, κρατώντας ζωντανό το ενδιαφέρο τους σε όλη τη διάρκεια του άλμπουμ, δεν προσπαθεί πολύ για να προσφέρει αυτό το κάτι νέο που θα προσελκύσει νέους ακροατές που ίσως δεν πείστηκαν από προηγούμενες δουλειές τους. Ακόμη, θα πρέπει να τονίσουμε το ότι τα κομμάτια αυτά καθαυτά, χάνουν αρκετή από τη δύναμή τους, εάν αντιμετωπιστούν ξεχωριστά και όχι σαν κομμάτια του παζλ που σχηματίζει ο δίσκος. Αν και το ‘Magnifique’ καταφέρνει να διατηρήσει τη συνέχεια και την συνεκτικότητά του (παρόλα τα διαφορετικά είδη, στοιχεία και ήχους που εισάγει και «πειράζει» το δίδυμο), αν εξαιρέσει κανείς τα πολύ επιβλητικά κομμάτια του άλμπουμ, πρόκειται, γενικά, για μία συλλογή μελωδιών που κατά πάσα πιθανότητα θα έχετε ήδη ξεχάσει, δέκα λεπτά μετά από το πρώτο άκουσμα. Βέβαια, η συνολική εμπειρία και η ακρόαση του άλμπουμ σαν ένα ολοκληρωμένο, ενιαίο έργο, συνεχίζει να αποτελεί μοναδική απόλαυση.

Το πώς, πού και πότε θα ακούσετε το ‘Magnfique’, θα το κρίνετε μόνοι σας. Εγώ, απλώς, θα σας προτείνω να αφεθείτε εντελώς ή να ασχοληθείτε με κάτι που αγαπάτε και να αφήσετε τη μουσική να παίξει. Αντιμετωπίστε το άλμπουμ σαν το soundtrack ενός game, στο οποίο πρωταγωνιστείτε εσείς και περνάτε τις πίστες, υπό τη συνοδεία ενός track κάθε φορά. Οι μουσικοί κόσμοι που θα επισκεφτείτε, πολλοί και διαφορετικοί – όπως και τα συναισθήματα που θα σας προκαλέσουν. Άλλωστε, οι λίγο νοσταλγικές, ρετρό μελωδίες του ‘Magnifique’, μοιάζουν σαν να έχουν περαστεί μέσα από από μία ξεχασμένη παιχνιδοκονσόλα. Σαν ένα συνδυασμό των φλεγόμενων κιθαριστικών σόλο του Jimmy Page, των εκρηκτικών beats των Daft Punk και των γαλήνιων, χαλαρωτικών μελωδιών του surf rock των ’60s, όλα «φιλτραρισμένα» μέσα από ένα σκονισμένο Nintendo. Όταν θα τερματίσετε το παιχνίδι, δεν θα θυμάστε και πολλά και θα μπορείτε να ανακαλέσετε ελάχιστες στιγμές στο μυαλό σας. Θα θυμάστε όμως ότι περάσατε περίφημα. Όπως ακριβώς ένα όμορφο όνειρο που θυμάστε αμυδρά.

Με το ‘Magnfique’, σίγουρα θα νιώσετε σε μικρότερο βαθμό αυτό το μυστήριο και την αγωνία που υπήρχαν στα προηγούμενα άλμπουμς των Ratatat. Αυτό το feeling του κινδύνου και του φόβου, «του creepy τύπου με το μυστήριο βλέμμα, που ακονίζει το μαχαίρι του στη γωνία ενός σκοτεινού μπαρ», δεν υπάρχει. Δε μας λείπει όμως κιόλας. Και για αυτό φροντίζουν όλα αυτά τα ποικίλα στοιχεία και οι απίθανοι, πολύπλευροι ήχοι που θα ακούσετε στο άλμπουμ – ήχοι και εικόνες που θα σας «γεμίσουν», πριν προλάβετε να το καταλάβετε. Οι Ratatat, με τη νέα δουλειά τους, επιδεικνύουν τόσο την αφοσίωση τους στο είδος τους, όσο και το ότι παραμένουν η αυθεντία σε αυτό – πολύ απλά επειδή τους ανήκει. Οι δύο κορυφαίοι μουσικοί και παραγωγοί, «κούρδισαν» τέλεια το ‘Magnifique’, το οποίο δε χάνει τη φρεσκάδα του και δεν ξεχνάει το μοναδικό στυλ των Ratatat, σε κανένα σημείο. Οι Evan Mast και Mike Stroud όχι μόνο δεν επαναπαύτηκαν και «κρύφτηκαν» στο ταμπελάκι του «ψαγμένου» και «υποτιμημένου» γεμίζοντας το δίσκο με remixes και guest stars, αλλά κατάφεραν να δημιουργήσουν μία δουλειά πραγματικά ενδιαφέρουσα και εθιστική, παίζοντας με τη δική τους ξεχωριστή φόρμουλα. Magnifique!

Tracklist:

01. ‘Intro’
02. ‘Cream On Chrome’
03. ‘Magnifique’
04. ‘Abrasive’
05. ‘Countach’
06. ‘Drift’
07. ‘Pricks Of Brightness’
08. ‘Nightclub Amnesia’
09. ‘Cold Fingers’
10. ‘Supreme’
11. ‘Rome’
12. ‘Primetime’
13. ‘I Will Return’
14. ‘Outro’