Marilyn Manson – Heaven Upside Down

Marilyn Manson - Heaven Upside Down / Εξώφυλλο
Marilyn Manson - Heaven Upside Down / Εξώφυλλο

Το 1995, ο τότε 48χρονος David Bowie κυκλοφορεί τον δίσκο ‘Outside’, ένα άκρως αφηγηματικό concept album και την πιο απροκάλυπτα industrial δήλωση που έκανε ποτέ ο σπουδαίος ροκ σταρ καθ’ όλη τη διάρκεια της μακροχρόνιας καριέρας του. Στις 25 Σεπτεμβρίου, μάλιστα, ο εν λόγω δίσκος έκλεισε 22 χρόνια ζωής. Ο (τότε) 48χρονος Bowie λοιπόν, έπειτα από ένα σερί κυκλοφοριών -από το 1983 και το ‘Let’s Dance’– που απέτυχαν να προκαλέσουν την οποιαδήποτε αίσθηση, αποφάσισε να επαναπροσλάβει τον Brian Eno στη γενική διεύθυνση ήχου και να μας παρουσιάσει ένα ογκώδες, θεοσκότεινο και, κατά κάποιον περίεργο ίσως τρόπο, danceable δίσκο, ο οποίος αφενός αναζωογόνησε την καλλιτεχνική ύπαρξη του σημαντικού αυτού καλλιτέχνη, καθιστώντας την ως μια υπολογίσιμη δύναμη, αφετέρου, μέσω συγκεκριμένων κομματιών κατάφερε να εισχωρήσει σε soundtracks σκηνοθετών όπως οι David Fincher και David Lynch. Διόλου υπερβολικό να υποστηρίξει κανείς ότι το συγκεκριμένο πόνημα αποτελεί (την) εκ των πραγμάτων αγαπημένη δισκογραφική δουλειά του Marilyn Manson.

Ευρέως γνωστό το γεγονός ότι ο David Bowie αποτελεί, μεταξύ άλλων, προσωπικό καλλιτεχνικό (και όχι μόνο) Θεό του 48χρονου σήμερα -και πάλαι πότε αυτοπροσδιοριζόμενου ως «God of Fuck»– Manson, ο οποίος προχθές κυκλοφόρησε τη δέκατη κατά σειρά LP δουλεία του με τίτλο ‘Heaven Upside Down’. Η σημειολογία τονίζει κάποιες διαφορές, όπως το ότι ο προηγούμενος δίσκος με τίτλο ‘The Pale Emperor’ υπήρξε παρ’ ολίγον αριστουργηματικός, ο συγκεκριμένος όμως λογικά θα είναι αυτός που θα επαναφέρει όλη την καθώς πρέπει Manson-ική ουσία στο προσκήνιο, 17 χρόνια μετά το ‘Holy Wood’ (ή 14, αν υπολογίσει κανείς το ‘The Golden Age Of Grotesque’, ανάλογα με την άποψη που θα πάρεις). Με αυτό θα (έπρεπε να) ασχολούνταν τα μαζικά media αν δεν είχε υπάρξει εκείνο το επί σκηνής ατυχηματάκι που είχε ο star σε πρόσφατη συναυλία του – αναγκάζοντάς τον να ακυρώσει σημαντικό μέρος της τρέχουσας περιοδείας.

Πέραν όμως των on stage ατυχημάτων, οριακά παιδαριωδών τσακωμών με τον Justin Bieber, ιδιότυπων bromances με σύγχρονους αστέρες του hip hop και δηλώσεων για το πόσο «γλυκούλης» είναι ο Johnny Depp, η υπ’ αριθμόν 10 απόπειρα του αντιφατικού rocker για βιομηχανοποίηση της σύγχρονης ροκ και επίθεση με σαρδόνια στιχουργικά λογοπαίγνια βρίσκεται πλέον στα χέρια μας. Δεύτερη σερί συνεργασία με τον κινηματογραφικό συνθέτη Tyler Bates στην αποκλειστική εποπτεία της μουσικής, η πολυπόθητη χημεία έχει επιτευχθεί σε βαθμό που τους επιτρέπει να ξεφύγουν από τα safe blues-rock νερά του δισκογραφικού προκατόχου και να δουλέψουν πάνω σε κάτι που μπορεί να επαναφέρει λίγο από τη δόξα των late ’90s: Λίγο από το ηλεκτρονικό, πληκτράδικο glam του ‘Mechanical Animals’, λίγη από την «εξευγενισμένη» επιθετικότητα του ‘Holy Wood’, εξ ολοκλήρου ο δίσκος που ποτέ δεν υπήρξε το ‘The High End Of Low’ του 2009 (αν και κατά τον γράφοντα κάτι παραπάνω από τίμιος). Όλα αυτά σε ένα πακέτο για κατανάλωση εν έτει 2017.

Δεν θα έλεγα ότι ο δίσκος έχει ξεκάθαρα fillers. Θα έλεγα ότι χωρίζεται σε δύο μέρη: Το «μεταλλικό», πιο in-your-face κομμάτι, καθώς και το απείρως πιο ενδιαφέρον μελωδικότερο, εφευρετικότερο ως προς την ενορχήστρωση, ενίοτε και κάπως sexy, μέρος. Το ευτύχημα είναι ότι καθ’ όλη τη διάρκεια του δίσκου εναλλάσσονται, ουδέποτε πλήττει ο εκάστοτε ακροατής. Η εισαγωγή γίνεται με το ‘Revelation #12’, κομμάτι που θέλει άνευ αμφιβολίας να μοστράρει τη δυνατή πλευρά του δίσκου. Και το καταφέρνει. Το αμέσως επόμενο είναι αυτό που θα εντείνει το ενδιαφέρον: ‘Tattooed In Reverse’, από τις πιο αντιπροσωπευτικές συνθέσεις του δίσκου και μια καλή ευκαιρία για sing-alongs σε ζωντανές εμφανίσεις.

Τρίτο κατά σειρά κομμάτι αποτελεί το πρώτο single που κυκλοφόρησε, το αρκετά εύγλωττο ‘We Know Where You Fucking Live’ – έφτασε νομίζω το πλήρωμα του χρόνου για τον Manson να βαφτίσει κομμάτι του τοιουτοτρόπως. Ο αδιαμφισβήτητος βασιλιάς του «επιθετικού» μισού του δίσκου, αποτελεί την εν δυνάμει ειδοποιό διαφορά με το δισκογραφικό προκάτοχο, μάλλον και η εξήγηση του λόγου που προωθήθηκε άμεσα και σχετικά έντονα. Ακολουθεί το ‘Say10’, κομμάτι που παραλίγο να δώσει τον τίτλο του στο album, το πρώτο λεπτό του οποίου 1) συνόδευσε creepy promo video περσινής χρονιάς με πρωταγωνιστή (;) τον Donald Trump, στον απόηχο των ραγδαίων πολιτικών εξελίξεων των Η.Π.Α. και 2) μέχρι το εκρηκτικό ρεφρέν φέρει διακριτικές πλην σαφέστατες trap επιρροές (!). Η μέση του δίσκου κλείνει με το εν μέρει χορευτικό και παραδόξως ευδιάθετο (;) ‘Kill4Me’, το οποίο σοφά και αποτέλεσε το δεύτερο single του δίσκου. Άπαντες αποθεώνουν τα νεοκυματικά πλήκτρα που συνοδεύουν τον Manson στο ρεφρέν, σε ένα κομμάτι που αντιπροσωπεύει τις πιο ραδιοφωνικά φιλικές στιγμές σε όλη του την καριέρα.

Στις θέσεις Νο.6 και 7 έχουμε τα ‘Saturnalia’ και ‘Je$u$ Cri$i$’ αντίστοιχα, κλείνοντας το «επιθετικό μισό» του δίσκου (μαζί με Revelation #12′, ‘We Know Where You Fucking Live’ και ‘Say10’). Το πρώτο εξ αυτών αποτελεί μια 8λεπτη σύνθεση, από τις μακρύτερες σε διάρκεια στη καριέρα του τραγουδιστή, ίσως και το πιο αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου, που αποτελεί κατά τ’ άλλα ένα σχετικά ενδιαφέρον αλλά επαναλαμβανόμενο κομμάτι. Το δεύτερο από την άλλη, θα κολλούσε ωραιότατα σε κάποιο trailer ή soundtrack εναλλακτικού action movie, όχι ανόμοια απ’ ό,τι είχε συμβεί με το ‘Killing Strangers’ και το ‘John Wick’ προ τριετίας.

Στις θέσεις 8, 9 και 10 συναντάμε το τρίπτυχο-φωτιά του δίσκου. Μελωδικό, μελαγχολικό όσο και catchy intro με πιάνο προλογίζει τον στίχο «You only say that you want me / When I’m upside down, upside down» για να δώσουν τη θέση τους σε ένα εκ των δύο αδιαμφισβήτητων highlights με τίτλο ‘Blood Honey’. Αργόσυρτο όσο και απολαυστικό, αναδεικνύει σε όλο του το μεγαλείο την αισθητική κατεύθυνση που ορθώς έχει επιλέξει ο καλλιτέχνης σε αυτό το σημείο της καριέρας του. Εν συνεχεία, παραδίδει τη σκυτάλη στο namesake του album, το οποίο ανεβάζει λίγο τους παλμούς, κρατάει το αισθησιακό, κάπως πιο pop feel του προαναφερθέντος «άλλου μισού» του δίσκου. Κι φυσικά στρώνει το έδαφος για το τελευταίο κομμάτι, έτερο highlight (κατά τον γράφοντα) και εξίσου σημαντική radio-friendly στιγμή του δίσκου (κατ’ επέκταση και του Manson γενικότερα): ‘Threats Of Romance’ και δεύτερη δημιουργικότατη ενσωμάτωση πιάνου (ή εν προκειμένω κλαβινόβας) σε τραγούδι του δίσκου. Τα όποια blues κατάλοιπα από τον προηγούμενο δίσκο εισχωρούν αρμονικότατα στο συγκεκριμένο κομμάτι, ιδανικότερη κατακλείδα από το οποίο δεν θα μπορούσε να έχει υπάρξει.

Σύγχρονο όσο και αναχρονιστικό, ταχύρρυθμο όσο και mid-tempo, industrial με πασπαλίσματα από blues και new wave, εναλλακτικό, υπόγειο με σαφέστατες pop κατευθύνσεις, αναπόφευκτα άνισο σε σημεία, το ‘Heaven Upside Down’ είναι ένα άκρως ενδιαφέρον κράμα ηχητικών νοοτροπιών το οποίο αποτελεί δίχως αμφιβολία ένα από τα πλέον καθηλωτικά ακούσματα του τρέχοντος έτους. Δίχως ιδιαίτερες φιλοδοξίες να κερδίσει νέους fans, με ξεκάθαρη δε διάθεση να ανανεώσει τους όρκους αιώνιας πίστης και αφοσίωσης με τους «λίγους πιστούς εκεί έξω που περιμένουν». Ο Marilyn Manson είναι έτοιμος για το 2017, ας ελπίσουμε και το 2017 με τη σειρά του να είναι έτοιμο για αυτόν.