Queens of the Stone Age – Villains

Queens of the Stone Age - Villains
Queens of the Stone Age - Villains / Εξώφυλλο

Από την έρημο του Palm Desert στα «σαλόνια», και από τα βρώμικα riffs των Kyuss στα χορευτικά τραγούδια των Queens of the Stone Age, πάντα πιστός στο ότι «η ροκ πρέπει να είναι αρκετά heavy για να αρέσει στα αγόρια και αρκετά γλυκιά για να αρέσει στα κορίτσια» όπως είχε δηλώσει κάποτε, η αλήθεια είναι ότι ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης των QOTSA, Josh Homme, πάντα βρίσκει τον τρόπο να προκαλεί συζήτηση γύρω απ’ τη δουλειά του.

Έτσι και με τον ολοκαίνουριο δίσκο των Queens of the Stone Age, που ήρθε μετά από 4 χρόνια αναμονής έπειτα το ‘…Like Clockwork’ (2013), για να κινηθεί σε αρκετά διαφορετικά μουσικά μονοπάτια, ξενίζοντας τους πάντες, άλλους ευχάριστα και άλλους δυσάρεστα.

Τι μεσολάβησε, όμως, όλα αυτά τα χρόνια;

Ας ξεκινήσουμε με το ότι ο Alex Turner έκανε guest στο ‘…Like Clockwork’ και ο Josh Homme ανταπέδωσε τη χάρη κάνοντας guest στο ‘AM’ των Arctic Monkeys και επηρεάζοντάς τους σε μεγάλο βαθμό.

Από ‘κει και πέρα, ο Troy Van Leeuwen έφτιαξε το supergroup Gone Is Gone μαζί με μέλη των Mastodon και At the Drive-In, ενώ ο Josh Homme συνεργάστηκε άμεσα και με τον Iggy Pop στον τελευταίο δίσκο του δεύτερου .

Συν τοις άλλοις, ο Homme κυκλοφόρησε τον δίσκο ‘Zipper Down’ με τους Eagles Of Death Metal και έπαιξε κιθάρα και στο ‘Perfect Illusion’ της… Lady Gaga, δεχόμενος σκληρή κριτική από διάφορους μουσικούς (μεταξύ των οποίων και ο Patrick Carney των Black Keys), με τον Mark Ronson να τον υπερασπίζεται σθεναρά.

Από όλα αυτά, εκτός των θεωρητικών επιρροών που μπορεί να προέκυψαν, τι άλλο έμεινε;

Η απάντηση είναι ο Mark Ronson, ο οποίος ανέλαβε την παραγωγή των Queens of the Stone Age και μαζί με αυτήν και την ευθύνη για τη σαφή αλλαγή ρότας της αμερικανικής μπάντας, που, όπως είχε υποσχεθεί, μας προσέφερε έναν δίσκο κατά βάση «χορευτικό».

Και αν η χαρακτηριστική γκρούβα δεν έπαψε ποτέ να είναι το Α και το Ω των QOTSA, σε αυτόν εδώ τον δίσκο μιλάμε για εμφανή διάθεση για πειραματισμό.

Κακά νέα αφενός για τους πρωτοδισκάκιδες, αφετέρου για τους σκληροπυρηνικούς stoner/desertάδες.

Όχι, βέβαια, ότι χρειάζεται να ανήκεις σε κάποια από τις δύο κατηγορίες για να μην σου αρέσει – γούστα είναι αυτά.

Η πρώτη φράση που ακούγεται μετά την opening βαβούρα του ‘Feet Don’t Fail Me’ είναι «I was born in the desert, May 17, in ’73», δηλαδή η μέρα γενεθλίων του Josh Homme που εξακολουθεί να είναι η κινητήρια δύναμη και το άτομο γύρω απ’ το οποίο περιστρέφεται ό,τι έχει να κάνει με τους Queens of the Stone Age και, κάπως έτσι, ξεκινάει το κομμάτι που ακούγαμε στα πρώτα teasers για τον δίσκο. Ρυθμικό και αρκετά εύθυμο, δίνει εξ αρχής το στίγμα του ‘Villains’.

Στο No.2 το, γνωστό πλέον σε όλους, ‘The Way You Used To Do’, το οποίο, εκτός από ένα εκ των highlights του δίσκου, είχε επιλεχθεί για να ανοίξει τον χορό του teasing για τον δίσκο.

Όσο κι αν σε κάποιους δεν αρέσει, οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι η παραγωγή είναι άψογη, κάτι που ισχύει για όλη τη διάρκεια του άλμπουμ, ενώ το κομμάτι εξυπηρετεί στο έπακρο τον σκοπό του:

Ένα χορευτικό, εύθυμο κομμάτι, που θα μπει σε όλα τα ραδιόφωνα (στην Ελλάδα βέβαια ποτέ δεν ξέρεις), θα ακουστεί σε κάθε μαγαζί με ροκ μουσική και θα κυκλοφορήσει αρκετά ώστε να μάθουν άπαντες ενδιαφερόμενοι ότι οι QOTSA είναι και πάλι εδώ.

Στο ίδιο περίπου μήκος κύματος κινείται και το ‘Domesticated Animals’, που έχει και μια πινελιά από την πρότερη δουλειά τους, ενώ στο ‘Fortress’ τα πράγματα ξεφεύγουν λίγο από την ροή του δίσκου.

Η ατμόσφαιρα σκοτεινιάζει, η φωνή του Josh Homme έχει πρωταγωνιστικό ρόλο απέναντι στην γκρούβα για αρκετή ώρα και μιλάμε σίγουρα για ένα απ’ τα καλύτερα τραγούδια του ‘Villains’.

Όλα αυτά μέχρι να έρθει το ‘Head Like a Haunted House’ που εξαπολύει ξανά τις χορευτικές διαθέσεις των QOTSA σε ένα κομμάτι που παρασέρνει τον ακροατή με τον ρυθμό και τα «τρελαμένα» φωνητικά αυξομειούμενης έντασης.

Στο ‘Un-Reborn Again’ τα πλήκτρα κλέβουν την παράσταση και ο επαναλαμβανόμενος, παρατεταμένος ρυθμός του, μαζί με την προσθήκη ολίγων εγχόρδων είναι εκπληκτικός.

Παρά τις όποιες αλλαγές έχει υποστεί -όχι και τόσο ξαφνικά- η μουσική κατεύθυνση των QOTSA, τα τραγούδια τους εξακολουθούν να είναι μεστά και στο ‘Villains’ τα πλήκτρα είναι σε πολλά σημεία καθοριστικής σημασίας και αυτό ισχύει και στο ατμοσφαιρικό ‘Hideaway’ που κλιμακώνεται υπομονετικά.

Μία στροφή πριν το τέλος του δίσκου, ακούμε το ‘The Evil Has Landed’. Με διάρκεια 6:31 και απόλυτη «αφοσίωση» στον προσανατολισμό του ‘Villains’, είναι πολύ ευχάριστο και ειδικά προς το τέλος εκρύγνηται απολαυστικά.

Μέχρι, όμως, να φτάσει σε αυτό το σημείο έχει προλάβει να επαναλάβει τον εαυτό του αρκετές φορές, αφήνοντας την αίσθηση ότι θα πιθανώς να έπρεπε να «κοπεί» λίγο.

Το τελευταίο τραγούδι έχει τίτλο ‘Villains of Circumstance’  και αποτελεί το πιο πολύπλοκο και πολυποίκιλο του ‘Villains’. Από τη στοιχειωτική ατμόσφαιρα, αναθαρρεί και ξαφνικά ξαναγκρεμίζεται, ενώ από τα 5:00 και μετά εξαπολύει έναν ορχηστρικό -ας μου επιτραπεί η φράση- οργασμό, κλείνοντας εμφατικά έναν δίσκο που είχε να προσφέρει αρκετές συγκινήσεις.

Κοιτώντας το πλούσιο παρελθόν των Queens of the Stone Age, το ‘Villains’ αποτελεί αναμφίβολα τη μύγα μέσα στο γάλα από άποψη μουσικής προσέγγισης, αλλά όχι ως προς την ποιότητά του.

Ο Mark Ronson έχει βάλει φαρδιά πλατιά την υπογραφή του στην ταυτότητα των QOTSA, οι οποίοι, όμως, αν το καλοσκεφτούμε, πάντοτε είχαν τάσεις φυγής από τα τετριμμένα.

Σίγουρα ήθελε αρκετό θάρρος μια τέτοια διαφοροποίηση, αλλά ο Homme δεν είναι επ’ ουδενί ο τύπος που θα νοιαζόταν ιδιαίτερα για κάτι τέτοιο ή που θα «κώλωνε». Αν αυτός είναι ο ήχος που επιθυμούν οι QOTSA, το μόνο που έχει κάποιος να κάνει είναι να το αποδεχτεί και να πράξει αναλόγως.

Προσωπικά εκτιμώ τις αλλαγές όταν αυτές γίνονται με μετρημένο και προσεγμένο τρόπο και το ‘Villains’ είναι ακριβώς αυτό, χωρίς όμως οι QOTSA να δείχνουν τάσεις να απαρνηθούν το παρελθόν τους -πώς θα μπορούσαν να το κάνουν άλλωστε;- και αυτό μπορεί να είναι μόνο επιπλέον πόντοι.