Steven Wilson: Στιγμές της καριέρας ενός progressive ήρωα

Steven Wilson

Tο να μένεις πιστός σε πιο κλασικά ακούσματα και μουσικές, για πολλούς φαίνεται «κολλημένο» και «παλιομοδίτικο». Τον τελευταίο καιρό έχω ακούσει πολλές φορές ότι η progressive rock είναι ξεπερασμένη και ότι πλέον δεν υφίσταται ως είδος, ωστόσο η άποψή μου είναι πως τα είδη δεν πεθαίνουν, ή έστω τα σοβαρά είδη, από τη στιγμή που έχουν αφήσει παρακαταθήκη, αλλά και όταν εκεί έξω υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που τα υπηρετούν και τα πάνε ένα βήμα παρακάτω. Με περισσή σιγουριά μπορώ να πω ότι το progressive κίνημα δεν έχει πεθάνει.

Ξεκινώντας στα τέλη των ’60s με αρχές ’70s, ανά τις δεκαετίες εξελισσόταν και γινόταν όλο και πιο ευρύ αποκτώντας είτε, αρχικά, ψυχεδελικά είτε πιο folk είτε συμφωνικά στοιχεία (είτε όλα αυτά μαζί). Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 με αρχές του ’90, λοιπόν, όταν το είδος άρχισε να μπαίνει σε πιο σκοτεινά και metal μονοπάτια, αρχίζουμε να συναντάμε τον Steven Wilson, που μέχρι σήμερα, φυσικά, είναι σχεδόν πίσω απ’ ό,τι καλό γίνεται στην progressive rock και metal μουσική.

Γεννημένος στις 3 Νοεμβρίου του 1967 στο Λονδίνο, από τα πρώτα κιόλας βήματα του στη μουσική, η πορεία του ήταν ήδη προδιαγεγραμμένη… Ποιοτικό, ατόφιο prog rock (και πώς γίνεται δηλαδή να μην είναι έτσι αφού από τα πρώτα του ακούσματα ήταν το ‘The Dark Side Of The Moon’). Ο Steven Wilson όντας ένας πραγματικά ακούραστος και χαρισματικός μουσικός από τα δεκαπέντε του κιόλας χρόνια, δεν έχει σταματήσει να γράφει μουσική και να πειραματίζεται, κάνοντάς μας κάθε φορά να αναρωτιόμαστε πού μπορεί να φτάσει η μουσική του ιδιοφυΐα. Έχει δημιουργήσει οχτώ περίπου projects και μπάντες, με τους Porcupine Tree και τη σόλο καριέρα του να ‘χουν τραβήξει περισσότερο τις εντυπώσεις. Από την άλλη πλευρά, αυτό που αποδεικνύει το μεγαλείο του Wilson είναι ότι τις εντυπώσεις, που προαναφέραμε, τις έχει κεντρίσει μόνο η μουσική του, αφού ποτέ δεν έγινε λόγος για την προσωπική του ζωή και πάντα διατηρούσε ένα χαμηλό και ταπεινό προφίλ. Με αφορμή τα γενέθλιά του, σήμερα θα εστιάσουμε στους σημαντικότερους σταθμούς (κατά την άποψή μας) της καριέρας του μέγιστου Steven Wilson!

Η ιστορία αρχίζει από τα σχολικά του χρόνια, όταν σε ηλικία 15 χρονών, σχημάτισε τους Karma μια progressive/ψυχεδελική ροκ μπάντα η οποία δημιούργησε τα θεμέλια για τις επικείμενες επιτυχίες του. Το 1983, οι Karma κυκλοφόρησαν τον πρώτο τους δίσκο, ‘The Joke’s On You’, ο οποίος δεν μοιάζει, για κανέναν λόγο, με κυκλοφορία σχολικής μπάντας. Κομμάτια του δίσκου όπως το ‘Small Fish’ και το ‘Nine Cat’, αργότερα ανακατασκευάστηκαν και συμπεριλήφθηκαν στις πρώτες κυκλοφορίες των Porcupine Tree. Η μπάντα κυκλοφόρησε ακόμα έναν δίσκο, ‘The Last Man to Laugh’, μέχρι την οριστική της διάλυση το 1986.

Κι ύστερα ήρθαν οι… Porcupine Tree! Το μουσικό τους ταξίδι ξεκίνησε το 1987 και κράτησε ως το 2010, με τον Steven Wilson σε ρόλο ο τραγουδιστή, κιθαρίστα και πληκτρά να θέτει σχεδόν όλες τις μουσικές ιδέες. Σύμφωνα με τον Wilson, έφτιαξε τους Porcupine Tree «για πλάκα» και ξαφνικά ο κόσμος άρχισε να αγοράζει και να ασχολείται υπερβολικά πολύ με τα «γελοία» άλμπουμ τους. Τα λόγια αυτά που χρησιμοποίησε για να περιγράψει τα αρχικά του συναισθήματα σχετικά με την μπάντα, έρχονται σε αντιπαράθεση με τη μουσική και τη θεματολογία των στίχων, καθώς πρόκειται για μια άκρως σοβαρή δουλειά, από τον πρώτο κιόλας δίσκο. Εντάξει, οι τίτλοι των τραγουδιών ήταν κάπως εκκεντρικοί, ωστόσο από τις πρώτες κιόλας νότες του ‘On The Sunday Of Life’ παραδίδεσαι στην progressive με space στοιχεία αισθητική ενός δίσκου που αποτελεί κάτι παραπάνω από εξαιρετικό ντεμπούτο.

Με το ‘Signify’ που κυκλοφόρησε το 1996, η «μπάντα» άρχισε να δουλεύει περισσότερο ως μπάντα και παρά ως ένα project του Wilson. Αυτή η αλλαγή γίνεται αισθητή στον ήχο τους αφού αρχίζουν και εντάσσονται πιο σκληρά στοιχεία και περιορίζεται η space πλευρά του συγκροτήματος σε έναν από τα πιο υποτιμημένα άλμπουμ της καριέρας τους.

Με τέσσερις εκπληκτικούς δίσκους να παρεμβάλλονται, θεωρείται πως το αποκορύφωμα για τους Porcupine Tree ήρθε το 2000 με το Lightbulb Sun’, έναν δίσκο που γράφτηκε μέσα σε 3 μήνες και προσφέρει μια ανεπανάληπτη μουσική αλλά και στιχουργική εμπειρία. Για πολλούς είναι ο δίσκος που καθόρισε την μετέπειτα πορεία της μπάντας που μας έδωσε τα πιο γνωστά άλμπουμ των Porcupine Tree, που εξαιτίας του μπορέσαμε να μάθουμε την αγάπη του Wilson για τα «τρένα» και χάρη σε αυτόν, το 2007, στο Fear Of The Blank Planet’, ταξιδέψαμε για 17 λεπτά με ένα από τα καλύτερα κομμάτια που μας έχει δώσει η μπάντα άλλα και γενικά η progressive μουσική, με το επικό Anesthetize’. Αξίζει εδώ να σημειωθεί πως η ένταξη του Gavin Harrison στο σχήμα, το 2002, ίσως ήταν το καλύτερο δώρο που έκανε ο Wilson στο ρυθμικό τμήμα.

Το βασικό συστατικό της επιτυχίας των Porcupine Tree ήταν ο Steven Wilson γιατί ουσιαστικά όλες οι ιδέες ήταν δικές του και, όπως έχει πει ο ίδιος, του ήταν εύκολο να ξεκινήσει σόλο καριέρα γιατί η δουλειά γινόταν με τον ίδιο τρόπο – το μόνο που άλλαζε ήταν η μπάντα που έπαιζε αυτές τις ιδέες.

Τα λόγια αυτά έγιναν αντιληπτά από το 2008 που κυκλοφόρησε τον πρώτο σόλο δίσκο του, το ‘Insurgentes’, ωστόσο η επιβεβαίωση σχετικά με το ότι ο Steven Wilson πήρε τη σωστή απόφαση και προχώρησε κάνοντας σόλο καριέρα ξεκίνησε το 2011, με το Grace For Drowning’. Κινούμενος στα πλαίσια της progressive αισθητικής, δημιούργησε κάτι το οποίο δεν θυμίζει και πολύ Porcupine Tree, αλλά είναι εξίσου μεγαλειώδες και αναδεικνύει έναν καλλιτέχνη που δεν φοβάται να πειραματιστεί.

Ύστερα ήρθε το 2013. Με το The Raven That Refused to Sing (And Other Stories)’ μας μίλησε για τα προσωπικά φαντάσματα που μπορεί να χει μέσα του ο καθένας, σε έναν δίσκο που αποτελεί κάτι σαν tribute στην κλασική prog σκηνή, φεύγοντας λίγο από τις σκοτεινές και στοιχειωτικές μελωδίες, πράγμα που διατήρησε και στον επόμενό του δίσκο, Hand Cannot Erase’ του 2015, όπως και στο ‘4 ½’, έναν χρόνο αργότερα.

Πριν μερικούς μήνες ο ακούραστος κύριος Wilson κυκλοφόρησε το ‘To The Bone’, μια ακόμα απόδειξη πως μπορεί να παίξει και να συνθέσει και pop μελωδίες χωρίς να χάσει την ποιότητα και την καλλιτεχνικότητά του.

Steven Wilson – To The Bone / Review

Παράλληλα, όλα αυτά τα χρόνια ασχολούταν και με άλλα projects. Το 2001 δημιούργησε τους Blackfield μαζί με τον Aviv Geffen, στο οποίο είναι από τις λίγες φορές που ο Wilson επωμίζεται το βάρος των συνθέσεων 50-50 με κάποιον άλλον. Αυτό, βέβαια, κράτησε μόνο για τους δύο πρώτους δίσκους, αφού μετά πήρε τα ηνία ο Geffen και η μπάντα πήρε μια πιο «ελαφριά» κατεύθυνση. Τον Φεβρουάριο του 2017 κυκλοφόρησαν το εξαιρετικό πέμπτο τους άλμπουμ, με τον Wilson να ‘χει και πάλι ενεργό ρόλο, δίνοντας στο ‘Blackfield V’ κάποιες μελαγχολικές νότες, κάτι που έλειπε πολύ στους φίλους της μπάντας.

Blackfield – V / Review

Σε ένα αφιέρωμα που μιλάει για βασικά σημεία της καριέρας του Steven Wilson δεν γίνεται να μην αναφερθείς στις τεράστιες συνεργασίες που έχει κάνει. Ξεκινώντας από τους Opeth, τα πράγματα είναι πάνω κάτω γνωστά: Έχει κάνει παραγωγή, έχει παίξει πλήκτρα και έχει κάνει δεύτερη φωνή στους δίσκους ‘Blackwater Park’, ‘Deliverance’ και ‘Damnation’, αφού η φιλία του με τον Mikael Åkerfeldt είναι γενικά γνωστή, μιας και συνεργάστηκαν για τους Storm Corrosion κυκλοφορώντας τον ομώνυμο δίσκο το 2012. Το πιο αξιοθαύμαστο όλων είναι τα remix που έχει κάνει σε κλασικούς δίσκους μεγάλων καλλιτεχνών όπως οι King CrimsonYesGentle GiantJethro TullHawkwindEmerson, Lake & Palmer και πολλοί άλλοι. Ο Ian Anderson δήλωσε ότι με τα remix ο Steven Wilson κάνει τον ήχο πιο καθαρό, με καλύτερη ανάλυση, χωρίς να αλλάζει τίποτα από τη βασική δομή και τον βασικό ήχο των οργάνων.

Οι No-Man είναι ένα ακόμα εγχείρημα του πολυπράγμονα αυτού καλλιτέχνη, μαζί με τον τραγουδιστή Tim Bowness, που εξερευνά πιο dreamy και pop μελωδίες δημιουργώντας το soundrack των ονείρων μας. Όντας ενεργοί από το 1987 μέχρι τυπικά και σήμερα οι No-Man είναι ένα πολύ υποτιμημένο σχήμα το οποίο έχει δώσει πολλά στην dream pop/ambient σκηνή και απαιτούν άμεσα την προσοχή σου ειδικά αν απολαμβάνεις αυτού του είδους τις μουσικές.

Σίγουρα, ένα μόνο άρθρο δεν είναι αρκετό για να σκιαγραφήσεις, πόσο μάλλον να αναλύσεις, το μουσικό πορτραίτο ενός ανθρώπου που τα τελευταία 20 και παραπάνω χρόνια σηκώνει στις πλάτες του ένα τεράστιο (ίσως και το μεγαλύτερο) μέρος της progressive rock σκηνής. Ο Steven Wilson, εκτός της μουσικής του, μας έχει αφήσει παρακαταθήκη τη φωνή του, με την οποία ερμηνεύει με μοναδικό τρόπο τους, συνήθως μελαγχολικούς, με έντονο προβληματισμό, στίχους που γράφει. Δεν είναι ένας ακόμα άψογος τεχνικά παίκτης και τραγουδιστής, έχει ιδέες και συναίσθημα που μεταδίδει σε οτιδήποτε καταπιαστεί (ακόμα και όταν βρίσκεται στη θέση του παραγωγού), αφού όπως και ο ίδιος έχει παραδεχτεί έχει θυσιάσει πολλά πράγματα στη ζωή του για τη μουσική, και με αυτόν τον τρόπο έχει κερδίσει τον σεβασμό νέων αλλά και παλαιότερων μουσικών με τους οποίους έχει συνεργαστεί.