Συνέντευξη The Rumjacks: «Να είστε έτοιμοι να χορέψετε σαν τον διάβολο»

The Rumjacks
The Rumjacks

Οι Rumjacks είναι ένα από τα πιο συμπαθητικά και ανοιχτόκαρδα συγκροτήματα που θα συναντήσεις εκεί έξω, όχι πως δεν το γνωρίζαμε, αλλά μας το υπενθύμισαν μέσα από τη συνέντευξη που μας παραχώρησαν. Ξεκίνησαν από την πόλη τους, το Sydney, και μας πρωτοσυστήθηκαν το 2009 με το πρώτο τους EP και έναν και μοναδικό σκοπό: Να μεταφέρουν όσο πιο μακριά μπορούν την αγαπημένη τους, αγνή celtic punk. 6 χρόνια αργότερα, μπορούμε με σιγουριά να πούμε πως το έχουν καταφέρει κατά ένα μεγάλο βαθμό, αφού εκτός από δύο άλμπουμ και ένα τρίτο που κυκλοφορεί πολύ σύντομα, αυτήν την περίοδο πραγματοποιούν την δεύτερη ευρωπαϊκή τους περιοδεία που τους φέρνει σε δεκάδες πόλεις της “γηραιάς ηπείρου”.

Κάπου ανάμεσα, λοιπόν, στις εμφανίσεις τους σε Γερμανία και Αυστρία, επικοινωνήσαμε με τον frontman των Rumjacks, Frankie McLaughlin, ο οποίος με την απλότητα, την ειλικρίνεια και το χιούμορ του, μας μίλησε για πολύ ενδιαφέροντα πράγματα. Πάμε να δούμε τις μας είπε!

Γεια χαρά από την Ελλάδα! Βρίσκεστε στη δεύτερη ευρωπαϊκή σας περιοδεία. Πού ακριβώς σας πετυχαίνουμε τώρα και πώς θα περιγράφατε αυτό το καλοκαίρι στην Ευρώπη μέχρι στιγμής;
Γεια! Αυτήν τη στιγμή βρισκόμαστε στο Shamrock Castle Festival, όπου παίζουμε με τους καλούς μας φίλους, τους The Moorings και τους Fiddler’s Green, μεταξύ άλλων. Η περιοδεία μέχρι τώρα είναι καταπληκτική και γίνεται όλο και καλύτερη σε κάθε show!

Ποιες διαφορές εντοπίζετε στον τρόπο που ανταποκρίνονται και εκφράζονται τα ακροατήρια στη μουσική σας, στις συναυλίες σας σε Αυστραλία, Ην. Βασίλειο και Ευρώπη; Ποια είναι η πιο συγκινητική εμπειρία που ζήσατε ποτέ σε συναυλία;
Νομίζω πως ο κόσμος εδώ είναι πολύ πιο ειλικρινής από την άποψη ότι αν αγαπάει τη μουσική σου, θα το αφήσει να φανεί. Είναι πιο ενθουσιώδεις στην υποστήριξή τους στα live και γενικότερα στις εκδηλώσεις. Περνούμε πολύ χρόνο στο να γνωρίζουμε τους ανθρώπους που έρχονται στις συναυλίες μας και κάποιες προσωπικές ιστορίες που μοιράζονται μαζί μας, για το πώς συνδέονται με τη μουσική μας, είναι απίθανες και συγκινητικές. Πριν από μερικές εβδομάδες κάποιος στην Ισπανία μου έδωσε ένα μικρό αμαξάκι πάνω στη σκηνή, ήταν πολύ ιδιαίτερη στιγμή. Και πέρυσι στην Ιταλία, κάποιος πέταξε στη σκηνή ένα πλαστικό κοτόπουλο. Το λένε “Chokey” και ακόμη ταξιδεύει μαζί μας.

Οι Rumjacks αναδύθηκαν από την πολυδιάστατη μουσική σκηνή του Sydney. Εσείς, μέσα από τον celtic folk χαρακτήρα σας, νιώθετε πως συμβάλλετε στη διατήρηση της ιρλανδικής κουλτούρας στην Αυστραλία; Ποιοι είναι οι δεσμοί σας με την Ιρλανδία και τους Ιρλανδούς;
Χωρίς να προσπαθούμε επιτηδευμένα να έχουμε μία “Ιρλανδικότητα” στην μπάντα ή να είμαστε οι κοινωνοί της ιρλανδικής κουλτούρας, είμαστε κατά ένα μεγάλο βαθμό μέρος της ιρλανδικής κοινότητας της Αυστραλίας. Οι οικογένειες του Johnny (Johnny McKelvey) και του Adam (Adam Kenny) είναι και οι δύο ιρλανδικές, το ίδιο και του tour manager μας. Η δική μου είναι σκωτσέζικη και ιρλανδική, οπότε είναι δυνατό το αίσθημα της κοινότητας. Νομίζω όμως ότι αυτό που κάνουμε εμείς είναι μία μοναδική άποψη πάνω στις δικές μας εμπειρίες, είναι η αποτύπωση του ποιοι είμαστε και από πού είμαστε. Εμείς απλώς προσθέτουμε την ιστορία μας πάνω σε εκατοντάδες ιστορίες που μας δόθηκαν, και ελπίζουμε πως άλλοι στο μέλλον θα κάνουν το ίδιο.

Το καλύτερο όμως με τη μουσική σας είναι ότι αναγνωρίζεται και εκτιμάται και από πάρα πολλούς ανθρώπους που δεν έχουν καμία σχέση με την Ιρλανδία. Εσείς σε τι ηλικία ήρθατε για πρώτη φορά σε επαφή με το είδος;
Νομίζω ότι είναι καλές ιστορίες με εξαιρετική μουσική που ερμηνεύονται με έναν ανθρώπινο τρόπο, και σε αυτό ανταποκρίνονται οι άνθρωποι, ασχέτως από το από πού κατάγονται. Η παραδοσιακή κέλτικη μουσική έχει μεγάλη ψυχή και η punk rock είναι μία σπουδαία ενωτική δύναμη, και στο συνδυασμό τους είναι δύσκολο να αντισταθείς. Μεγαλώσαμε με την ιρλανδική παραδοσιακή μουσική στη συλλογή δίσκων των γονιών μας και νομίζω πως για εμάς, ήταν μία φυσική εξέλιξη από το να ακούμε τους The Dubliners, The Corries, The Chieftains, The Pogues και αργότερα τους Dropkick, να σχηματίσουμε τη δική μας μπάντα.

Κάνατε ένα εξαιρετικό ντεμπούτο με το ‘Gangs Of New Holland’. Το πρώτο πράγμα που μας έρχεται στο μυαλό είναι το ‘An Irish Pub Song’, που με το επίσημο κλιπ του έγινε viral και πλέον μετράει περισσότερες από 18 εκ. θεάσεις στο YouTube. Όταν το ηχογραφούσατε στο στούντιο, περιμένατε αυτήν την επιτυχία και πώς την εξηγείτε τώρα;
Έκανα πλάκα στο στούντιο λέγοντας πως με ιρλανδικές pubs σε κάθε γωνιά του κόσμου, θα έπρεπε τουλάχιστον να έχει μία διεθνή απήχηση, αλλά δεν νομίζω πως περιμέναμε να γίνει τόσο δημοφιλές όσο έγινε. Δεν είμαι σίγουρος αν κάποιοι άνθρωποι πραγματικά καταλαβαίνουν τον σαρκασμό του τραγουδιού και πιθανόν δεν τους νοιάζει. Αλλά δεν πειράζει, νομίζω πως είναι ένας πιασάρικος ρυθμός με μερικά ελκυστικά στοιχεία και αυτό από μόνο του ήταν αρκετό για να απογειωθεί έτσι.

Το είδος σας είναι μία μίξη κέλτικης folk μουσικής με punk rock. Πώς καταφέρνετε να κρατάτε την ισορροπία και να συνδυάζετε αυτά τα διαφορετικά στοιχεία στον ήχο σας; Από στιχουργικής πλευράς ποιες είναι οι πηγές έμπνευσής σας;
Όταν “συναρμολογούμε” τα τραγούδια για το άλμπουμ, μας αρέσει να έχουμε μία καλή ισορροπία από είδη, punk rock, reggae και folk, μεταξύ άλλων. Μαζί και με άλλες επιρροές μου στιχουργικά, νομίζω ότι ο Shane MacGowan και ο Σκωτσέζος ποιητής Robert Burns, είναι δύο πολύ δυνατές πηγές έμπνευσης.

Εκτός από τις μουσικές επιρροές σας και από το είδος σας, τι μουσική ακούτε στην καθημερινότητά σας;
Πραγματικά ακούμε σχεδόν τα πάντα, παλιά και νέα μουσική, όλα τα είδη. Ειδικά όταν περιοδεύουμε, ακούμε πολύ punk, rock, ska, reggae, hardcore, roots, country, ακουστική, παραδοσιακή ιρλανδική… Ακόμα και λίγο βαριά ηλεκτρονική μουσική κατά καιρούς. Εφόσον είναι ποιοτικά παραγμένη και γραμμένη, δεν μας νοιάζει.

‘Sober & Godless’ (σ.σ. “Νηφάλιος και Άθεος”). Αυτός είναι ο τίτλος του δεύτερου άλμπουμ σας που κυκλοφόρησε πέρυσι. Θα πρέπει να πιστέψουμε ότι αποτελεί μία δήλωση για τους Rumjacks; Ειδικά για το πρώτο θα δυσκολευτείτε να μας πείσετε…
Το title track ‘Sober & Godless’ είναι εμπνευσμένο από έναν πραγματικό χαρακτήρα που εγώ φαντάστηκα ότι θα ήταν ένα φάντασμα αν δεν είχε ουίσκι να πιει, θρησκείες για τις οποίες να αγωνιστεί και επαναστατικά τραγούδια για να τραγουδήσει. Είναι σαν να λες την ιστορία ενός άγριου ανθρώπου προς τα πίσω και, επίσης, πίστευα ότι θα είχε πλάκα να πάρουμε κάποια από τα κοινά θέματα και να τα αλλάξουμε τελείως. Όχι, δεν είναι και πολύ συχνό μία folk punk μπάντα να γράφει τραγούδια για το να είσαι νηφάλιος.

Διαβάζουμε πως ο Adam (Adam Kenny), εκτός από μαντολίνο και banjo, παίζει και μπουζούκι, ένα παραδοσιακό ελληνικό έγχορδο. Πώς έγινε αυτό και το έχετε χρησιμοποιήσει σε κάποιο τραγούδι σας; Μιλάτε με Έλληνες φίλους ή fans σας;
Ο Adam παίζει αυτό που είναι γνωστό ως ιρλανδικό μπουζούκι, λίγο διαφορετικό από το παραδοσιακό ελληνικό όργανο. Πιστεύω ότι έγινε πολύ δημοφιλές από Ιρλανδούς και Σκωτσέζους folk μουσικούς των ’50s και ’60s. Πάντα είχα πολλούς Έλληνες φίλους στο Sydney και αυτό που έχουμε σίγουρα κοινό είναι η αγάπη για την καλή μουσική… Και το καλό φαγητό… Και ίσως και το ούζο.

Στο πρόσφατο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου στη Γαλλία, οι Ιρλανδοί οπαδοί έκλεψαν την παράσταση σε πολλές περιπτώσεις και επαινέθηκαν από όλους για το πνεύμα, το χιούμορ και τη ζωντάνια τους. Πώς νιώσατε βλέποντάς τους ή έστω τώρα ακούγοντάς το αυτό; Είχατε χρόνο για να δείτε κάποιο αγώνα της Ιρλανδίας;
Και οι Σκωτσέζοι και οι Ιρλανδοί fans, λατρεύονται σε όλον τον κόσμο. Νομίζω πως υπάρχει μία βαθιά πολιτισμική κατανόηση πως δεν επισκέπτεσαι το σπίτι του άλλου για να το διαλύσεις και να αναστατώσεις τους ντόπιους, ίσως γιατί γνωρίζουμε πάρα πολύ καλά πως είναι να στο κάνουν αυτό οι άλλοι. Ήμασταν τυχεροί και είδαμε την Ιρλανδία να κερδίζει την Ιταλία σε μία μεγάλη οθόνη σε δρόμο του Μιλάνου. Ήταν περίεργο γιατί ήμασταν οι μόνοι που πανηγυρίσαμε το γκολ της Ιρλανδίας, ενώ σε όλο το υπόλοιπο πλήθος επικρατούσε νεκρική σιγή!

Λατρέψαμε το ‘A Fistful O’ Roses’, το πρώτο single από το επικείμενο, τρίτο άλμπουμ σας, όταν το ακούσαμε και το λατρέψαμε ακόμα περισσότερο όταν διαβάσαμε την ιστορία πίσω από το τραγούδι. Στην πραγματικότητα είναι ένα κομμάτι αλληλεγγύης στη νυχτερινή ζωή του Sydney που επηρεάζεται από τη νέα νομοθεσία που εφαρμόζει η αυστραλιανή κυβέρνηση. Πώς υποδέχτηκε η τοπική κοινωνία το τραγούδι σας;
Ευχαριστούμε… Και ναι, αυτό είναι για ένα πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα στο Sydney. Έχουμε μία πολύ σκληρή κυβέρνηση που καταπιέζει τη ζωή σε μία θαυμάσια πόλη που ήταν πάντα ζωντανή. Η ατζέντα τους είναι απλή: Να μετατρέψουν την πόλη σε μία παιδική χαρά για τους ζάμπλουτους και να οδηγήσουν την εργατική τάξη στο περιθώριο. Οι κοινότητες διαλύονται, ηλικιωμένοι διώχνονται από τα σπίτια τους και η νυχτερινή ζωή και οι σχετικές επιχειρήσεις σβήνονται από το χάρτη, με την αστυνομία να έχει όλο και περισσότερη δύναμη κάθε μέρα για να παρενοχλεί και να ασκεί εξουσία σε όποιον επιθυμεί. Είναι πολύ ανησυχητικό.

Πείτε μας για το ‘Sleepin Rough’. Όταν μπαίνετε στο στούντιο, είστε ανοιχτοί σε πειραματισμούς στον ήχο σας ή προτιμάτε να παραμένετε προσηλωμένοι στις ρίζες σας;
Ξέροντας πως θα ξεκινούσαμε και πάλι για περιοδεία και χωρίς να γνωρίζουμε πόσο καιρό θα ταξιδεύουμε, η δισκογραφική εταιρεία μας, μας έθεσε την πρόκληση του να φτιάξουμε ένα άλμπουμ πριν αποχωρήσουμε. Ήταν ένα καλό τεστ για μένα σαν τραγουδοποιό και αποφάσισα πως αν θα πιεζόμουν για να βγω από την άνεσή μου, τότε θα έπρεπε να το κάνουμε όλοι. Για αυτό και πήγαμε όλη η μπάντα σε ένα σπίτι στην εξοχή και τζαμάραμε με τα πάντα. Ντραμς, ενισχυτές, μικρόφωνα… Ακόμα και ο παραγωγός και ο μηχανικός ήχου, όλοι σε ένα μεγάλο δωμάτιο και να παίζουμε τα πάντα ζωντανά. Πολλά από τα τραγούδια δημιουργήθηκαν εκεί, ηχογραφήθηκαν χωρίς στίχους, μελωδίες ή σόλο. Φτιάξαμε κάθε τραγούδι επί τόπου και πολλά από αυτά που θα ακούσετε είναι αυτά που παίξαμε με την πρώτη φορά. Νομίζω πως είναι ένας πολύ οργανικός και ειλικρινής τρόπος για να κάνεις ένα δίσκο, έτσι όπως συνηθιζόταν να γίνεται, και λατρέψαμε το να το κάνουμε έτσι.

Το άλμπουμ κυκλοφορεί ένα χρόνο μετά από το προηγούμενό σας, όχι πολύ χρόνο σε σχέση και με τα πέντε χρόνια που μεσολάβησαν ανάμεσα στις δύο πρώτες κυκλοφορίες σας. Νιώσατε σε αυτό το σημείο πιο εμπνευσμένοι ή απλώς συνέβησαν πράγματα σε εσάς ή γύρω σας για τα οποία έπρεπε να πείτε κάτι μέσα από τα τραγούδια σας;
Με το να ταξιδεύουμε περισσότερο, να περιοδεύουμε σε νέα μέρη και να γνωρίζουμε νέο κόσμο, η έμπνευση ήταν σίγουρα μεγάλη. Έχουμε πολλά κομμάτια στα σκαριά ανά πάσα στιγμή και θεωρώ πως έχουμε φτάσει σε ένα σημείο που πρέπει να βγάζουμε φρέσκια, νέα μουσική εκεί έξω και να συνεχίζουμε να περιοδεύουμε για αυτή.

Το πρώτο σας ζωντανό show μετά από την κυκλοφορία του νέου σας άλμπουμ θα είναι στο Βόλο και στο Los Almiros Festival, εδώ στην Ελλάδα. Θα δούμε ή θα ακούσουμε κάτι special αυτή τη βραδιά;
Θα είναι ένας υπέροχος τρόπος για να σας επισκεφτούμε για πρώτη φορά, με ένα ολοκαίνουριο άλμπουμ, και ανυπομονούμε να το κάνουμε. Θα έχουμε και λίγες ελεύθερες μέρες στην Ελλάδα οπότε θα πρέπει να οργανώσουμε κάτι σαν launch party. Τι λέτε;

Σε μερικές εβδομάδες θα μας επισκεφτείτε. Θα θέλατε να στείλετε κάποιο μήνυμα στους Έλληνες fans που περιμένουν να σας ακούσουν για πρώτη φορά εδώ; Εμείς το μόνο πράγμα που σας προτείνουμε για την παραμονή σας στο Βόλο, είναι να κάνετε μία ή και παραπάνω επισκέψεις στα τσιπουράδικα της πόλης. Απλώς ρωτήστε για αυτά και μπορείτε να μας ευχαριστήσετε αργότερα.
Κάντε εξάσκηση τα αγαπημένα σας τραγούδια για να μπορέσουμε να τα τραγουδήσουμε δυνατά μαζί. Να είστε έτοιμοι να χορέψετε σαν τον διάβολο και να πιείτε σαν τρελαμένοι. Ανυπομονούμε να σας δούμε πάρα πολύ! Tsipouradika; Με ιντριγκάρατε… Θα βάλω τον Johnny να ρωτήσει πρώτος σε περίπτωση που είναι φάρσα…

Σας ευχαριστούμε πολύ για το χρόνο σας, ήταν πραγματική απόλαυση το να μιλήσουμε μαζί. Ανυπομονούμε να σας δούμε από κοντά και να σας ακούσουμε ζωντανά τον επόμενο μήνα. Αντίο για τώρα!
Εμείς σας ευχαριστούμε! Τα λέμε σύντομα!

Διαβάστε ακόμα:

Πλήρης οδηγός για το Los Almiros Rockradio Festival (2016)