The Rolling Stones – Blue & Lonesome

Η δισκογραφική επιστροφή των θρυλικών Rolling Stones είναι πλέον γεγονός! Το ‘Blue & Lonesome’ κυκλοφόρησε, 11 χρόνια μετά τον προκάτοχό του, ‘A Bigger Bang’, και 52 (!) μετά από το ντεμπούτο του ιστορικού σχήματος.

Όταν καλείσαι να αξιολογήσεις έναν τέτοιον δίσκο, ξέρεις πως το βάρος είναι μεγάλο. Γιατί πρόκειται για το μεγαλύτερο εν ενεργεία συγκρότημα όλων των εποχών, σε εμπορικά δυσθεώρητα ύψη, με ένα όνομα τόσο μεγάλο που έχει ξεπεράσει τους ίδιους τους μουσικούς του.

Και αυτό επειδή, με καθαρά μουσικά κριτήρια, το μεγαλείο των Stones προέρχεται κυρίως από τα ’60s και κορυφώνεται στα early ’70s με το αριστουργηματικό ‘Exile on Main St.’ (1972).

Μετά απ’ αυτό το peak υπάρχουν καλές μουσικές στιγμές, αξιοσημείωτοι δίσκοι, όμως κάθε δισκογραφική απόπειρα χάνει από κάπου.

Είτε είναι το συνθετικό τους ναδίρ, ‘Dirty Work’, είτε το μπερδεμένο ‘Bridges to Babylon’, είτε το τελευταίο ‘A Bigger Bang’, το οποίο στερείται φρεσκάδας, τα τελευταία 30 χρόνια οι «γερόλυκοι» κινούνται σε χαμηλά συνθετικά επίπεδα – για τα δικά τους δεδομένα, φυσικά.

Και οι λόγοι συνήθως εντοπίζονται είτε στην έλλειψη έμπνευσης από τους δημιουργούς Richards/Jagger, είτε στις συγκρούσεις του συγκροτήματος με την ίδια του τη φύση: η blues ψυχή τους φαίνεται να έχει συγκρουστεί σε πολλές περιπτώσεις με τις mainstream προσταγές του τεράστιου brand name τους.

Τώρα πια, στην 8η πλέον δεκαετία της ζωής τους (μόνο ο Ronnie Wood είναι ακόμα «πιτσιρικάς», στα 69 του) οι Stones επιστρέφουν στις ρίζες τους, χωρίς κανένα μουσικό σύμπλεγμα, καμία προσταγή και καμία ανάγκη να κατευθυνθούν σε πιο radio friendly ή mainstream rock μονοπάτια. Με μοναδικό όραμα να «τζαμάρουν» με τα αγαπημένα τους ακούσματα, να παίξουν electric blues της σχολής του Chicago των ’50s-’60s. Και όλα αυτά να συμπυκνώνονται στο ‘Blue & Lonesome’.

Ο δίσκος ανοίγει με το σχεδόν δίλεπτο ‘Just Your Fool’, το οποίο αποτέλεσε και το πρώτο teaser του δίσκου.

Το πρώτο που παρατηρεί κανείς από τις πρώτες κιόλας νότες, πίσω από τις κιθάρες που «κροταλίζουν», είναι η πιο vintage παραγωγή και ο ηλεκτρικός και ξερός ήχος.

Ακολουθεί το ‘Commit a Crime’ με την αυξανόμενη ένταση και την αποπνικτική του ατμόσφαιρα που σε απορροφά. Ο Jagger, παρά την όχι τόσο στιβαρή φωνή του συγκριτικά με τον αυθεντικό ερμηνευτή, Howlin’ Wolf, είναι πολύ εκφραστικός, ενώ το solo του στη φυσαρμόνικα στο τέλος συμπληρώνει ιδανικά τη μελωδία που σταδιακά χάνεται με fade-out.

Το τρίτο κομμάτι του δίσκου, το ομώνυμο ‘Blue and Lonesome’, ξεκινά εντυπωσιακά με τον Keith Richards να «κεντάει» στην κιθάρα και τον Ronnie Wood να τον συνοδεύει υποδειγματικά. Το απόλυτο highlight του δίσκου, με έναν ηλεκτρικό και γεμάτο όγκο ήχο που σου δίνει την εντύπωση πως κάθεσαι πάνω στον ενισχυτή του Keith.

Ο Jagger ερμηνεύει γεμάτος συναίσθημα, με αποκορύφωμα το σπαρακτικό “Baby, ple-e-ease!” και το επικό harmonica solo.

Οι τρεις εισαγωγικές νότες του μπάσου του Darryl Jones που ακολουθούν, σηματοδοτούν το ‘All Of Your Love’, με τις fuzzy νότες των Richards/Wood, λες και είναι βγαλμένες από την κιθάρα του Hubert Sumlin, τα hi-hats του Charlie Watts και ένα παιχνιδιάρικο bluesy πιάνο από τον Chuck Leavell, πριν μεσολαβήσει ακόμα ένα solo από τη φυσαρμόνικα του Jagger.

To ‘I Gotta Go’ ξεκινά με μια βαβούρα από το στούντιο, ένα “one, two, three, four”‘ και τη φυσαρμόνικα του Mick να δίνει το το έναυσμα για το πιο rock ‘n’ roll κομμάτι του δίσκου. Δίνεται η εντύπωση πως πρόκειται για ένα άσημο μουσικό σχήμα που μαζεύτηκε σε ένα blues bar και τζαμάρει μεταξύ φίλων και γνωστών.

Αυτή είναι λίγο πολύ και η γενικότερη εικόνα του άλμπουμ, στη μέση του οποίου βρίσκονται τα ‘Everybody Knows About My Good Thing’ και ‘Ride ‘Em On Down’, με το πρώτο να περιέχει τον χαρακτηριστικό καθαρό ήχο της κιθάρας του Eric Clapton να συνοδεύει τον Richards.

Το ‘Hate to See You Go’ που ακολουθεί, σοφά επιλέχθηκε ως δεύτερο teaser του δίσκου, καθώς αποπνέει ίσως καλύτερα απ’ όλα τα κομμάτια του δίσκου τη bluesy ατμόσφαιρά του.

‘Hoo Doo Blues’ στη συνέχεια, με το γνωστό μοτίβο της μπάντας να τζαμάρει πίσω από την κάσα και τα hi-hats του «μετρονόμου» Watts, ενώ ακολουθεί το ‘Little Rain’, με το δεύτερο highlight του δίσκου, το διπλό κιθαριστικό μέρος του να χτίζει μία ήρεμη ατμόσφαιρα για να έρθει ξανά ο Mick να την γκρεμίσει με τη φυσαρμόνικά του.

Στο πιο γρήγορο ‘Just Like I Treat You’ τα groovy solo του Richards παντρεύονται αρμονικά με το bluesy πιάνο και τα μουσικά ξεσπάσματα του Jagger, όλα υπό τη διακριτική συνοδεία των τυμπάνων του Watts.

Ο δίσκος κλείνει με το ‘I Can’t Quit You Baby’ του Willie Dixon με ένα solo του Eric Clapton (στη δεύτερη και τελευταία εμφάνισή του), το οποίο προβληματίζει μέσα στην ομορφιά του με το ερώτημα κατά πόσο ταιριάζει το ακριβές και «καθώς πρέπει» ερμηνευτικό ύφος του ‘Slowhand’ στην «αλήτικη» ατμόσφαιρα των Stones.

Εδώ τελειώνει και το ταξίδι των «παλιόγερων» στις blues ρίζες τους. Δεν υπάρχει λόγος να κριθούν συνθετικά τα κομμάτια μιας και πρόκειται για διασκευές, για την αξία τους δεν νομίζω πως υπάρχει αμφιβολία, άλλωστε.

Ερμηνευτικά, πάντως, οι Stones ακούγονται πιο φρέσκοι από ποτέ (τα τελευταία 30 χρόνια), ενώ παράλληλα πιο ώριμοι και πιο «μπαρουτοκαπνισμένοι».

Με μισό αιώνα καριέρας στην πλάτη τους, μπορούν πλέον να μπαίνουν στο στούντιο, να κλείνονται για 3 ημέρες (τόσο διήρκεσαν οι ηχογραφήσεις του ‘Blue & Lonesome’) και να παίζουν βασισμένοι στη χημεία τους, χωρίς overdubbing και υπερβολές στη μίξη, χωρίς ανάγκη να μπουν σε καλούπια ή εμμονές να αποδείξουν ότι είναι παιδιά της Delta Blues σχολής, όπως επιχειρούσαν στους πρώτους δίσκους της νιότης τους.

Και όλα αυτά αποπνέουν μια αυθεντικότητα, φαίνεται πως οι «γερόλυκοι» δεν έκαναν αυτό το δίσκο για τη σιγουριά, αλλά επειδή τους βγήκε φυσικά – είναι λες και το καταπίεζαν για καιρό και απλά τους βγήκε τώρα στην επιφάνεια. Και το έκαναν καλύτερα απ’ όσο θα περίμενε κανείς.

Πέραν της άριστης χημείας και της φρεσκάδας, όμως, η κινητήριος δύναμη των Stones στο ‘Blue & Lonesome’ έχει ονοματεπώνυμο: Mick Jagger.

Και κάποιος θα περίμενε τον Keith Richards να λάμψει με την R&B ψυχή του, όμως μεγάλο κομμάτι της ερμηνευτικής δεινότητας του συγκροτήματος πιστώνεται στον Jagger, ο οποίος, εκτός από τις συναισθηματικές και εκφραστικές ερμηνείες του, απέδειξε πως η μουσική ιστορία παραλίγο να ξεχάσει να γράψει πόσο ικανός είναι με τη φυσαρμόνικα.

Από το θρηνώδη ήχο στο ‘I Gotta Go’ του Little Walter ως τις πιο τραγουδιστές υψηλές συχνότητες του ‘Little Rain’, ο Jagger θυμίζει τις ηχογραφήσεις των ’50s με τα κρυσταλλικά μικρόφωνα και δίνει αέρα αυθεντικού blues στα τραγούδια.

Το επιμύθιο είναι πως οι Rolling Stones επέλεξαν να κάνουν έναν αμιγώς blues δίσκο και το έκαναν υποδειγματικά. Δεν άνοιξαν νέους μουσικούς ορίζοντες, ούτε σάρωσαν τα πάντα στο διάβα τους με την ορμή 20άρηδων, αλλά δεν περίμενε και κανείς -σίγουρα ούτε οι ίδιοι- κάτι τέτοιο. Παρά τα χρόνια τους, δεν επαναπαύονται στις δάφνες του παρελθόντος και στην τεράστια κληρονομιά τους, είναι εδώ, alive and kicking.

Θα συμπλήρωνα πως ίσως και να άργησαν να αφήσουν τη blues ψυχή τους ελεύθερη, αλλά ο χρόνος, όταν αναφέρεται κανείς στους Stones, έχει ούτως ή άλλως διαφορετική έννοια…