1917: Κριτική Ταινίας

Την 6η Απριλίου του 1917:

Δύο Βρετανοί στρατιώτες αναλαμβάνουν μία δύσκολη αποστολή.

Να περάσουν από εχθρικά εδάφη με ταχείς ρυθμούς και να παραδώσουν ένα σημαντικό μήνυμα σε συμμαχικά στρατεύματα, προκειμένου να αποφευχθεί η σφαγή 1.600 στρατιωτών.

Ο Sam Mendes (‘American Beauty’, ‘Skyfall’), εμπνευσμένος εν μέρει από τις ιστορίες που του έλεγε ο παππούς του (στον οποίο είναι αφιερωμένη και η ταινία) και με την βοήθεια της Krysty Wilson-Cairns στο σενάριο, μας μεταφέρει στα μέσα του Μεγάλου Πολέμου.

Δημιούργησε μία ταινία που σε σημεία φαντάζει αναπάντεχα μικρή σε κλίμακα για το είδος της, αποφεύγοντας τις επικές μάχες εδάφους και τις εντυπωσιακές αερομαχίες, για να παραδώσει μία ιστορία ανθρώπινου ηρωισμού, δίχως όμως τις περιττές θριαμβολογίες.

Ο σκηνοθέτης φρόντισε να κάνει τη ζωή του αρκετά πιο δύσκολη, επιλέγοντας την τεχνική του μονοπλάνου (με τα ψίχουλα της προσπάθειας αυτής να πέφτουν ήδη από το ‘Spectre’), χρησιμοποιώντας έξυπνο μοντάζ για να μπορέσει να κρύψει τις διάφορες λήψεις, που στη συνέχεια ενώθηκαν μεταξύ τους για να δώσουν την αίσθηση μίας συνεχόμενης.

Πρόκειται για μία τεχνική που γεννά νέες προκλήσεις, οι οποίες έρχονται να προστεθούν στις ήδη υπάρχουσες, αν όμως η εκτέλεση είναι σωστή, τότε ο δημιουργός θα έχει στα χέρια του ένα αξιομνημόνευτο αποτέλεσμα.

Πολλοί σκηνοθέτες το έχουν επιχειρήσει στο παρελθόν, όπως ο Hitchcock (με το ‘Rope’ του 1948) ή, πιο πρόσφατα, ο Alejandro Iñárritu, ο οποίος πήρε δύο χρονιές σερί το Όσκαρ σκηνοθεσίας, με βασικό του εργαλείο τη συγκεκριμένη τεχνική.

Μπορεί όμως να λειτουργήσει και ανάποδα όλο αυτό;

Η τεχνική του μονοπλάνου έχει τη δυνατότητα να εντυπωσιάσει. Υπάρχει όμως και ένας φόβος πως ίσως μπει στη μέση της όλης προσπάθειας, αποσπώντας περισσότερο την προσοχή και φέρνοντας το αντίθετο από το επιθυμητό αποτέλεσμα (ένα προσωπικό μου παράδειγμα είναι η χαρακτηριστική σκηνή στην 2η σεζόν του ‘Daredevil’, με την σειρά πάντως να αναπληρώνει και με το παραπάνω στην επόμενη σεζόν).

Αυτό συμβαίνει διότι ο θεατής γνωρίζει πως εξαπατάται όσο βλέπει την ταινία, έχει πλήρη επίγνωση πως αυτό που βλέπει, όσο όμορφα και άρτια φτιαγμένο κι αν είναι, δεν αποτελεί πραγματικά μία συνεχόμενη λήψη (εκτός κι αν μιλάμε για το ‘Russian Ark’).

Η κάμερα δεν άνοιξε στα ειρηνικά λιβάδια στο ξεκίνημα της ταινίας, για να κλείσει μόλις μία φορά όταν θα πέσουν οι τίτλοι τέλους.

Και κάπως έτσι, ένας από τους βασικούς στόχους μίας ταινίας, το να σε μεταφέρει δηλαδή με κάποιον τρόπο εκτός σινεμά (ή καναπέ), μεταλλάσσεται σε ένα ανελέητο ψάξιμο του θεατή, καθώς αναζητεί ακριβώς τον τρόπο που προσπαθεί να τον εξαπατήσει ο σκηνοθέτης.

Κάθε φορά που η κάμερα φτάνει απειλητικά κοντά σε έναν τοίχο ή όποτε η εικόνα κυριεύεται από άπλετο σκοτάδι, μεγαλώνει και ο κίνδυνος να σπάσει αυτή η μυστική συμφωνία μεταξύ δημιουργού και θεατή, μιας και ο δεύτερος συνειδητοποιεί αμέσως το ψέμα (το ποιος από τους δύο φταίει περισσότερο γι’αυτό βέβαια, είναι μία διαφορετική συζήτηση).

Το άλλο ζήτημα, το οποίο είναι πιο συγκεκριμένο για το ‘1917’, είναι πως μιλάμε για μία ταινία που δεν αφηγείται την ιστορία της σε μία λήψη, αλλά σε δύο (όπως κι αν επιτυγχάνεται αυτό).

Η αλλαγή γίνεται με τρόπο ξεκάθαρο, δίχως να αφήνει κάποια αμφιβολία, ενώ έχει και θεματικό σκοπό, όπως σχολίασε και ο ίδιος ο σκηνοθέτης.

Όσο εντυπωσιακό κι αν είναι όμως το ‘1917’ σκηνοθετικά και τεχνικά (και ειλικρινά είναι), ποτέ δε θες να έχεις μία ταινία που θα καταλήξει να αναλύεται περισσότερο για τα όσα έγιναν πίσω από την κάμερα, παρά για τα όσα συμβαίνουν μπροστά από αυτήν.

Το ‘1917’ λοιπόν αποφεύγει τους από πάνω, υποθετικούς κινδύνους και αυτό ίσως συμβαίνει διότι, πέρα από την όλη συζήτηση για το τεχνικό του κομμάτι και τις ιστορίες για το πόσο δύσκολο ήταν να το φτιάξουν, επικεντρώνεται τελικά στον άνθρωπο και σε μία ιστορία απλή, σχεδόν ανάξια να ειπωθεί.

Οι δύο στρατιώτες που αναλαμβάνουν την επικίνδυνη αυτή αποστολή (ο Dean-Charles Chapman του ‘Game of Thrones’ και ο George MacKay του ‘Fantastic Planet’), είναι ο καθένας τους “Ένας Ακόμα” και σίγουρα όχι κάποιοι εκλεκτοί που επιλέχθηκαν από μία ανώτερη δύναμη για να φέρουν ειρήνη στον κόσμο.

Όταν δεν κινδυνεύουν, συζητάνε και όταν συζητάνε παίρνουμε όσα στοιχεία μπορούμε για τις ταυτότητες αυτών των ανθρώπων, με τον Mendes να προτιμά την προσέγγιση μίας οικονομικής αφήγησης, μακριά από δακρύβρεχτες εξομολογήσεις και συναισθηματικούς μονολόγους.

Στο ταξίδι τους θα περάσουν από άγονα πεδία μάχης στολισμένα με αμέτρητα ανθρώπινα πτώματα, αλλά και από καταπράσινες πεδιάδες που εκτείνονται μέχρι εκεί που μπορεί να δει το μάτι.

Ο Sam Mendes δε χάνει ευκαιρία να γεμίσει τις εικόνες του με ένα σωρό διαφορετικά χρώματα, έχοντας στο πλευρό του κιόλας τον σπουδαίο διευθυντή φωτογραφίας Roger Deakins, ενώ ο Thomas Newman έγραψε μάλλον το soundtrack της χρονιάς, το οποίο καταλαβαίνει κανείς πόσο σημαντικό είναι για την ταινία όταν απουσιάζει πλήρως.

Όσο πιο βαθιά μπαίνουμε στην ταινία, τόσο πιο ξεκάθαρο γίνεται πως ο πραγματικός εχθρός είναι ανίκητος, ένα αόρατο θηρίο που όμως φαίνεται να σκεπάζει τα πάντα.

Μία ξεχασμένη κούκλα στη γωνία ενός εγκαταλελειμμένου σπιτιού, μία αφίσα τσίρκου που κάπως κατόρθωσε να παραμείνει κολλημένη σε έναν διαλυμένο τοίχο, είναι μόνο μερικά από τα διάσπαρτα σημάδια που μπορεί να εντοπίσει κανείς στο γύρω περιβάλλον, σημάδια μίας κοινωνίας που χάθηκε και άφησε πίσω της μοναχά ελάχιστα ενθύμια καλύτερων ημερών.

Ο Sam Mendes κάνει ό,τι μπορεί για να βρει κάποια θετική πλευρά σε όλο αυτό, δεν αγνοεί όμως και την ματαιότητα της όλης κατάστασης, μιας και ακόμα και οι νίκες παρουσιάζονται σαν ένα μικρό, παροδικό γεγονός, έτοιμο να αναιρεθεί με την επόμενη διαταγή.

Οι ήρωες του ‘1917’ δεν είναι ήρωες και σίγουρα δεν βλέπουν ούτε οι ίδιοι τους εαυτούς τους έτσι.

Είναι απλοί άνθρωποι, που αναγκάστηκαν όμως να απαρνηθούν την ανθρώπινη πλευρά τους, αναγκασμένοι από την απόκοσμη κατάσταση στην οποία βρέθηκαν.

Στο ‘1917’,το ταξίδι είναι μόνο προς τα εμπρός, αν ρίξει κανείς όμως μία πιο προσεκτική ματιά, θα μπορούσε να πει πως πρόκειται παράλληλα και για ένα ταξίδι επιστροφής στο σπίτι και σε όλα αυτά που, στο τέλος της ημέρας, θεωρούμε σημαντικά.