Arctic Monkeys – Tranquility Base Hotel & Casino

Arctic Monkeys - Tranquility Base Hotel & Casino / Εξώφυλλο
Arctic Monkeys - Tranquility Base Hotel & Casino / Εξώφυλλο

Θα είμαι ειλικρινής, δεν είχα σκοπό να γράψω κάτι για το νέο άλμπουμ των Arctic Monkeys. Ήξερα πως θα το ακούσω, ή μάλλον πως θα έπρεπε να το ακούσω, όντας μία από τις ελάχιστες κυκλοφορίες-event που απολαμβάνει η ροκ μουσική κάθε χρόνο.

Λογικά θα μου άρεσε κιόλας ως ένα βαθμό, αλλά ως εκεί. Το ίδιο το συγκρότημα είχε διαφορετική άποψη όμως και με μία απότομη στροφή που άφησε τους περισσότερους ζαλισμένους και ορισμένους οργισμένους, πυροδότησε συζητήσεις, απόψεις, διαφωνίες και φράσεις του στυλ Πού πάμε εμείς;, κυρίως όμως Πού πήγαν τα μικρά επαρχιακά παιδιά; – τα οποία φυσικά και είχαν ήδη μεγαλώσει όταν ανακοίνωναν την αιώνια παραμονή του ροκ εν ρολ τέσσερα χρόνια πριν, τη στιγμή που δέχονταν το βραβείο για άλμπουμ της χρονιάς στα BRIT awards.

Το ‘AM’ του 2013 έκανε τους πάντες να ακούνε Arctic Monkeys και θα έλεγε κανείς πως κατασκεύασε τον πύραυλο που τους έστειλε στο φεγγάρι όπου και επέλεξαν να μείνουν για την τελευταία τους δουλειά με τίτλο ‘Tranquility Base Hotel & Casino’ το οποίο έφτασε δίχως ιδιαίτερο promotion πέραν των τυπικών, δίχως καν ένα single πριν την κυκλοφορία του την περασμένη Παρασκευή (11 Μαΐου). Κι αν το ακούσει κανείς έστω και μία φορά θα καταλάβει τον λόγο.

Ο νέος δίσκος των Βρετανών έρχεται γεμάτος από μουσική και ιδέες και αναφορές σε μεγάλα λογοτεχνικά και κινηματογραφικά δημιουργήματα επιστημονικής φαντασίας, δίχως όμως (πολλές) κιθάρες. Και αυτό είναι πρωτάκουστο.

Ένα σχήμα που συνέδεσε όνομα και φήμη με ριφάκια, εκρηκτικά ντραμς και εθιστικά ρεφρέν, δημιούργησε ένα σαραντάλεπτο μουσικής όπου όλα τα παραπάνω κατά κύριο λόγο απουσιάζουν.

Μία κρίση ταυτότητας ή φυσική εξέλιξη των πραγμάτων;

Το άλλο μουσικό σχήμα του Turner, το οποίο διοικεί μαζί με τον καλό του φίλο Miles Kane, οι Last Shadow Puppets, μάλλον υποδεικνύει πως το δεύτερο αποτελεί μία πιο λογική εξήγηση, αν και οι παλαιότεροι θαυμαστές των Monkeys δεν θα την δεχτούν εύκολα, και απόδειξη αποτελούν οι έντονες αντιδράσεις που γεννήθηκαν το πρωί της περασμένης Παρασκευής.

Εξάλλου η αλλαγή σπανίως και σχεδόν σε κανένα φάσμα της καθημερινότητας δεν αντιμετωπίζεται μόνο με χαρά και καλωσορίσματα.

Η πρώιμη ιδέα του του ‘TBH&C’ πήρε μορφή μέσα από τις νότες ενός πιάνου που είχε πάρει ως δώρο ο Turner όταν έκλεισε τα 30 του χρόνια, με τον ίδιο να δηλώνει πως οι χορδές της κιθάρας δεν φάνηκε να βοηθάνε ιδιαίτερα την έμπνευσή του και με τα υπόλοιπα μέλη να ακολουθούν τον ρυθμό του εμβληματικού τραγουδιστή τους.

Η επιλογή του συγκροτήματος να μην κυκλοφορήσει κάποιο single είναι φυσικά συνειδητή μιας και ο Turner επιθυμεί διαφορετική αντιμετώπιση του κοινού, να δουν και να ακούσουν το άλμπουμ αυτό ως μία συνολική δουλειά αντί για μία συλλογή από διάσημα singles.

Κι εκεί μάλλον κρύβεται η δύναμη του δίσκου αλλά και μερικές από τις αδυναμίες του.

Σχεδόν 30 χρόνια νωρίτερα, ο Lou Reed παρότρυνε τους ακροατές να ακούσουν το ‘New York’ (1989) δίχως διακοπές, όπως θα έβλεπε κανείς μία ταινία ή θα διάβαζε κάποιο βιβλίο.

Από εκείνη τη χρονιά φυσικά και έχουν υπάρξει δημιουργήματα που επωφελούνται από μία τέτοια τακτική, και το ‘THB&C’ είναι ένα από αυτά – έχει όμως διαφορετική σημασία εξαιτίας της ημερομηνίας κυκλοφορίας του.

Το 2018 η μουσική και ο τρόπος που την καταναλώνει κανείς έχει αλλάξει δραστικά από την μέρα που ο Reed έκανε αυτήν την προσωπική παράκληση, και αυτή είναι η μεγαλύτερη πρόκληση που ζητούν οι Monkeys από τους δικούς τους ακροατές:

Να ακούσουν και να προσέξουν το συνολικό μέρος του έργου και όχι ξέχωρα κομμάτια του.

Με τη νέα αυτή κατεύθυνση το ‘TBH&C’ φαίνεται να χάνει κάποια από τη γοητεία του τη στιγμή που προσπαθείς να το προσεγγίσεις με τον συνηθισμένο τρόπο της εποχής μας ή αλλιώς, ακούγεται πολύ πιο ευχάριστα ολόκληρο.

Σε πρώτη ακρόαση μοιάζει λίγο μουντό, λίγο ίδιο, λίγο χωρίς πολλές ιδέες, χρειάζεται όμως καλύτερη και πιο προσεχτική παρατήρηση για να αναδυθούν οι λεπτομέρειές του. Και σε επιβραβεύει γι’ αυτό.

Το πιο single κομμάτι ενός άλμπουμ δίχως singles είναι το ‘Four Out Of Five’ το οποίο βρίσκεται ακριβώς στη μέση της λίστας για να ζωντανέψει λίγο το πάρτι σε αυτό το νεκρό από όρεξη δωμάτιο, και καθόλου τυχαία ήταν και το πρώτο τραγούδι που απέκτησε συνοδευτικό κλιπ.

Το άλμπουμ ανοίγει με μία προσωπική εξομολόγηση του Turner η οποία οδηγεί σε ανησυχίες για την κατάσταση που επικρατεί στο σήμερα (το οποιοδήποτε σήμερα μιας και το ‘TBH&C’ φαίνεται να διαδραματίζεται σε κάποιο μέλλον) παρατηρώντας οθόνες να ρουφάνε χαρακτήρες στον ψηφιακό τους κόσμο, τον ηγέτη του ελεύθερου κόσμου να παρελαύνει ντυμένος με χρυσά σορτς μποξέρ, ενώ δεν ξεχνάει να περάσει λίγο χρόνο με την προσωπική του VR μάσκα, αν και σε αντίθεση με τον Father John Misty, στην άλλη πλευρά της οθόνης βρίσκεται ο ίδιος ο Θεός αντί για ένα ποπ είδωλο.

Μπορεί να μην είναι τα πιο ρηξικέλευθα θέματα συζήτησης, αυτό όμως που γίνεται φανερό μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα (και διασώζει μάλλον από παρόμοια σχόλια με αυτά που δέχτηκε το ‘Everything Now’ [2017] των Arcade Fire), είναι η διάσημη ικανότητα του Turner να χτίζει ζωντανές εικόνες μέσα από προσεγμένες μεταφορές, ικανότητα που μένει ακέραιη στο νέο άλμπουμ, αν και εξίσου σημαντική είναι η προσήλωση του συγκροτήματος στο χτίσιμο ατμόσφαιρας.

Για τον Turner, μερικοί από τους αγαπημένους του δίσκους συνδέονται με μέρη οπότε δεν είναι τυχαίο το ότι μετέφερε τον ίδιο και τους φίλους του σε ένα ξενοδοχείο (+καζίνο) στο φεγγάρι.

Μπορεί κανείς να φανταστεί το ρεαλιστικό sci-fi τοπίο όπου παίζουν οι Monkeys τα νέα τους τραγούδια ως έναν χώρο όχι πολύ διαφορετικό από εκείνον όπου η Jennifer Connely ερμήνευε απαλά ακούσματα στο ‘Dark City’ του Alex Proyas.

Χαμηλός φωτισμός, θλιμμένα πρόσωπα με κατεβασμένα μάτια, έξω από το παράθυρο αμέτρητα αστέρια λίγο πάνω από το μεξικάνικο που χτίστηκε στην επιφάνεια της σελήνης.

Ο ίδιος ο Turner δεν μπορεί να μην παίξει με τις επιρροές του, κι έτσι περιμένει κανείς στο τρίτο τραγούδι του άλμπουμ, ‘American Sports’, τα εισαγωγικά τύμπανα του Matt Helders να αναγεννήσουν τον David Bowie ενώ το φάντασμα του ‘Star Treatment’ ίσως και να κατοικεί στο ίδιο σπίτι που έχτισε ο Leonard Cohen και το οποίο νοίκιασαν για λίγο οι Last Shadow Puppets στο ‘The Dream Synopsis’ (2016).

I just wanted to be one of the Strokes/now look at the mess you made me do…

Οι αναφορές δεν σταματούν εκεί με τους χαρακτήρες του άλμπουμ να παρακολουθούν αρκετό σινεμά για να γεμίσουν μερικούς κύκλους αφιερωμάτων, από το ‘Blade Runner’ μέχρι την τριλογία της εκδίκησης και λίγο ‘Fassbinder’ πριν πέσει η νύχτα.

Φυσικά μένει αρκετός χώρος για τον εγωισμό του Alex Turner μέσα σε όλα αυτά, καθόλου τυχαία δεν ασχολείται το κείμενο (κάθε κείμενο) σχεδόν καθολικά με αυτόν εξάλλου, ο οποίος μιλά για τον εαυτό του με μία δόση αυτοσαρκασμού αλλά και αξιολόγησης.

Επιθυμεί να φτιάξει κάτι που (θα) έχει σημασία και θα μείνει με στον κόσμο όπως ακριβώς συμβαίνει και με τα μεγάλα έργα επιστημονικής φαντασίας δίχως όμως να του διαφεύγει η συνειδητοποίηση πως ίσως όλο αυτό είναι κάτι παραπάνω από δύσκολο.

Σε μία ενδιαφέρουσα συνέντευξη αναφέρει πως οι στίχοι του ουσιαστικά προστατεύονται από τις μελωδίες που τους περιτριγυρίζουν και πως ίσως κάποια μέρα θα ήθελε να γράψει κάτι πιο ευάλωτο και όχι προορισμένο για ακρόαση. Αυτή τη στιγμή όμως, έχει το μικρόφωνο και έχει και την σκηνή, κυρίως όμως έχει χιλιάδες ζευγάρια μάτια (και ένα τρίτο λίγο μακριά από το πρόσωπο) να τον κοιτάνε σε κάθε σόου.

I want to stay with you my love/the way some science fiction does…

Το ‘Tranquility Base Hotel & Casino’ πολύ δύσκολα θα γνωρίσει την ανάλογη επιτυχία του ‘AM’, κι αν την γνωρίσει κατά πάσα πιθανότητα θα είναι με διαφορετικό τρόπο.

Φυσικά δεν θα λείψουν οι πωλήσεις και προφανώς το συγκρότημα θα συνεχίσει να είναι headliner στα περισσότερα φεστιβάλ του κόσμου. Ίσως όμως δουν μια διαφορετική αντιμετώπιση από αρκετούς θαυμαστές που κέρδισαν το 2013 και που τώρα βλέπουν ένα διαφορετικό πρόσωπο του συγκροτήματος.

Διάβασα ένα σχόλιο τις προάλλες το οποίο εκ των υστέρων προκαλεί ένα κάποιο ενδιαφέρον και είχε να κάνει με τον τίτλο του τραγουδιού ‘The World’s First Ever Monster Truck Front Flip’.

Το account λοιπόν, ένα μήνα πριν την κυκλοφορία του τραγουδιού μαζί με το άλμπουμ, υποστήριξε/ήλπιζε πώς αυτό το τραγούδι θα ήταν ίσως και το πιο ρομαντικό των Monkeys χρησιμοποιώντας την κίνηση του φορτηγού ως μία μεταφορά για τον έρωτα.

Φυσικά τώρα ξέρουμε πως δεν θα μπορούσε να έχει περισσότερο άδικο, όλο αυτό όμως λέει κάτι για τις προσδοκίες που είχε κανείς από τα νέα τραγούδια, προσδοκίες που φυσικά δεν εκπληρώθηκαν.

Σε μία πιο προσωπική νότα, το νέο άλμπουμ με έκανε φαν των Arctic Monkeys με έναν αναπάντεχο τρόπο που θα μπορούσε να εκπληρωθεί μόνο με αυτήν την απότομη στροφή που αναφέραμε στην αρχή του κειμένου.

Φυσικά υπάρχουν κάποια εμπόδια στο δρόμο που εμποδίζουν το ‘TBH&C’ από το να φτάσει στα αστέρια όπου τοποθετείται η δράση του (και τα περισσότερα από αυτά τα εμπόδια είναι αναπόφευκτα).

Πρόκειται όμως για ένα τολμηρό εγχείρημα από ένα από τα λίγα ροκ συγκροτήματα της εποχής που μπορούν να παίρνουν τέτοια ρίσκα τα οποία όμως να έχουν και κάποια σημασία.

Όσο για τον Alex Turner, μπορεί να μην πραγματοποιήθηκε ποτέ η πρώιμη επιθυμία του να γίνει ένας από τους Strokes, έγινε όμως κάτι διαφορετικό, και τώρα, με το νέο αυτό άλμπουμ, μπορούμε ίσως να πούμε πως έγινε και κάτι καλύτερο.