Deep Purple – Burn: Η στροφή στον ήχο τους

Deep Purple - Burn

Το 1974 βρίσκει τους Deep Purple να ταλαιπωρούνται ξανά από τις συνεχείς ανακατατάξεις.

To ‘Who Do We Think We Are’, είναι ο τελευταίος δίσκος που έχουν κυκλοφορήσει, με το κοινό να τον υποδέχεται με ανάμεικτα συναισθήματα.

Δεν είχε την λάμψη των τεσσάρων προηγούμενων, και εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς έναν κορεσμό στις συνθέσεις τους.

Μέσα σε ένα χρόνο, οι Purple ετοίμαζαν πυρετωδώς το επόμενο πόνημά τους, ‘Burn, αλλά με δυο σημαντικές απώλειες.

Ο Ian Gillan αποχωρεί από το μικρόφωνο, έχοντας προλάβει να ερμηνεύσει εξαιρετικά κλασικά τραγούδια της rock με την μπάντα, ενώ παρελθόν αποτελεί και ο μπασίστας, Roger Glover.

Με τους Ian Paice, John Lord και Rithcie Blackmore από τους παλιούς, στο line up τους προστίθενται οι David Coverdale και Glenn Hughes, με το εύλογο ερώτημα να είναι κατά πόσο θα έχει την απαιτούμενη χημεία η νέα τους δουλειά.

Ο ίδιος ο Blackmore έχει εκμυστηρευτεί ότι πριν προσλάβουν τα δυο νέα μέλη, έκανε σκέψεις αποχώρησης από τους Purple, κάτι που θα γινόταν τελικά… δυο δίσκους μετά:

Το πράγμα εξελίχθηκε φυσιολογικά. Δεν προσπαθήσαμε ποτέ να θέτουμε όρια γιατί ποτέ δεν ήμασταν έτσι.

Ζω για να παίζω τη μουσική που μου αρέσει, δεν θα έμενα ποτέ στην μπάντα αν δεν ήμουν ικανοποιημένος.

Δεν ήθελα να μείνω γιατί έβλεπα ότι τα φωνητικά ήταν πλέον πολύ… pop.

O νέος μας τραγουδιστής έχει μια πιο δυνατή φωνή, και με τον Glenn στις δεύτερες θα έχουμε ένα πιο δυνατό συναίσθημα.

Όπως είναι φυσιολογικό, δυο βασικές αλλαγές σε μπάσο και φωνή δεν ήταν δυνατόν να μην τους επηρεάσουν.

Αυτό πέρασε και στα κομμάτια του δίσκου, με τους Deep Purple να ακούγονται κατά τι πιο διαφορετικοί, γεγονός που αποτυπώνεται και στις δηλώσεις του Blackmore:

Πλέον είμαστε σαν τους Beatles με ένα πιο hard rock υπόβαθρο, δεν είμαστε οι Deep Purple πια, είμαστε μια τελείως διαφορετική μπάντα…

Αδιαμφισβήτητα, η ναυαρχίδα του δίσκου είναι το ομώνυμο κομμάτι. Εξάλεπτο, δυναμικό και κεφάτο, που περιέχει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά στοιχεία που έκαναν τους Deep Purple μοναδικούς.

Τα πλήκτρα του Jon Lord καλωσορίζουν τον ακροατή, μέχρι να συστηθεί και ο David Coverdale πίσω από το μικρόφωνο.

Σφιχτό ρυθμικό μέρος, μια πρώιμη speed metal σύνθεση, παρόμοιας αισθητικής με το ‘Highway Star’, θέτει από το ξεκίνημα κιόλας του δίσκου ψηλά τον πήχη των προσδοκιών για το τι θα ακούσει κανείς στη συνέχεια.

Ο Ritchie Blackmore βάζει τη συνθετική του σφραγίδα στο τραγούδι, στο οποίο συνεισέφερε και ο Coverdale.

Η επιρροή της μπάντας σε αυτό, έχει τις ρίζες της πολύ βαθιά μέσα στο χρόνο και συγκεκριμένα πίσω στο 1924, στο κομμάτι ‘Fascinatin’ Rhythm’ των Fred και Adele Astaire, το οποίο έντυσε μουσικά το musical της εποχής, ‘Lady, Be Good’.

Έκτοτε, έχει ηχογραφηθεί με διάφορες παραλλαγές από πολλούς καλλιτέχνες, μέχρι να δώσουν σε αυτό μια πολύ πιο heavy πινελιά οι Purple το 1974.

Ήταν μάλιστα και ένα από τα πολλά χαμένα scores από musical και προπολεμικές ταινίες που έπεσαν στα χέρια της Warner Bros το 1980, και που βρίσκονταν σε μια ξεχασμένη αποθήκη της εταιρείας στο New Jersey:

Η στροφή στο μουσικό ύφος του συγκροτήματος για το οποίο έγινε λόγος στην αρχή, αρχίζει να διαφαίνεται από το δεύτερο track του album.

Το ‘Might Just Take Your Life’ ξεκινά σε πιο χαλαρό τέμπο, με τα πλήκτρα του Lord να ξεκινούν το χτίσιμό του.

Ένα πιο funky και φανταχτερό κομμάτι, με λιγότερες ψηλές από τον προηγούμενο frontman, Ian Gillan, και αρκετές fuzzy παραμορφώσεις στις κιθάρες σε συνδυασμό με το keyboard του Lord που είναι και εδώ στο προσκήνιο, συνοδεύοντας το gospel ρεφρέν.

Το ‘Lay Down, Stay Down’ που ακολουθεί, περιλαμβάνει ένα εξαιρετικό κιθαριστικό σολάρισμα από τον Ritchie Blackmore (2.30-3.35) που αναδεικνύει ατόφιες όλες τις αρετές του στο όργανο, ενώ το ‘Sail Away’ είναι ένα hard blues κομμάτι που ανεβαίνει επίπεδο από το βαρύ μπάσο του του Glenn Hughes.

Αυτή η blues και funky ταυτόχρονα αίσθηση που αφήνει στο αυτί, ήταν η προσφορά του και το νέο στοιχείο που εισήγαγε στην μπάντα, σε σχέση με τον προκάτοχό του, Roger Glover.

Στο ‘You Fool No One’ ο Ian Paice στα τύμπανα δίνει έναν afro, γρήγορο τόνο στην δεύτερη πλευρά του βινυλίου, ενώ τα solos του Blackmore είναι κι αυτά εκεί, μέχρι να μπει το πιο bluesy ‘What’s Goin’ On Here’.

Τα πιάνο του Lord φέρνει το κομμάτι σε πιο κλασικό, country, αμερικάνικο ήχο. Highlight της δεύτερης πλευράς είναι αδιαμφισβήτητα το ‘Mistreated’, μια 7λεπτη σύνθεση των Coverdale-Blackmore.

Τα κιθαριστικά μέρη είναι και εδώ εξαιρετικά, με τον Coverdale όμως να κλέβει την παράσταση:

Ο δίσκος κλείνει με το instrunmental ‘A’ 200′, ένα track που φέρνει ήχους από το μέλλον.

Τα ρυθμικά χτυπήματα του Paice και τα πλήκτρα του Lord που επισκιάζουν την κιθάρα, δίνουν μια space και ψυχεδελική γεύση στο τραγούδι, που ακούγοντάς το τόσα χρόνια μετά, καταλαβαίνεις ότι, ηχητικά, ήταν δυο βήματα μπροστά από την εποχή του.