AC/DC – For Those About to Rock: Ένας rock ‘n’ roll χαιρετισμός

AC/DC - For Those About to Rock (We Salute You)
AC/DC - For Those About to Rock (We Salute You)

Ακούγοντας ξανά το For Those About to Rock των AC/DC

1981. Οι AC/DC έχουν κυκλοφορήσει τον πιο εμπορικό δίσκο στην ιστορία της hard rock.

Το ‘Back In Black’ βρίσκεται στα ράφια των δισκοπωλείων σχεδόν έναν χρόνο, η παρέα των αδερφών Young κατάφερε με μαεστρία να σώσει το τρένο από τον εκτροχιασμό μετά τον θάνατο του Bon Scott, και με τον Brian Johnson σκαρφαλώνουν με ταχείς ρυθμούς τα σκαλιά της επιτυχίας, φτάνοντας σε δυσθεώρητα ύψη.

Ήταν ένας πραγματικός θρίαμβος μετά από την τραγωδία που βίωσαν, κερδίζοντας το στοίχημα με τους εαυτούς τους.

Με την τελευταία τους κυκλοφορία επανέφεραν το rock ‘n’ roll στο προσκήνιο με έναν δίσκο που έκανε κρότο, σε μια δεκαετία που το μουσικό ηχοτοπίο άρχιζε να αλλάζει άρδην και να κινείται σε πιο heavy μονοπάτια, με την metal και τα παρακλάδια της να εισβάλλει στην κουλτούρα των νέων της εποχής και να διανύει την πιο επιτυχημένη, για πολλούς, περίοδό της.

Το ερώτημα ήταν πόση έμπνευση και κουράγιο είχε απομείνει στην μπάντα, έπειτα από τη σύνθεση του magnum opus της, τον πόνο για την απώλεια του Bon που προηγήθηκε του ‘Back In Black’ και του μικρού χρονικού διαστήματος μέχρι την κυκλοφορία του album διαδόχου του.

Η μπάντα είχε πάρει φόρα για τα καλά, ήταν φτιαγμένη να ηλεκτρίζει αρένες στον διάβα της και η ανέλιξή της στο μουσικό Έβερεστ, παρά την ατυχία της, ήταν ταχύτατη και συνάμα εντυπωσιακή…

Ο Malcolm Young, δήλωνε με σιγουριά στο Classic Rock:

Ξέραμε ότι με την καινούρια μας σύνθεση ότι τα πάντα θα πάνε καλά για εμάς, δεν θα έπρεπε να κοιτάμε πίσω στο παρελθόν…

Βρήκαμε το διαβατήριο για την επιτυχία με τον Brian Johnson και αυτό ήταν η μεγαλύτερη ανακούφισή μας…

Ο Ιούλιος του 1981 βρήκε την πεντάδα να μετακομίζει στο Παρίσι, για να δουλέψει ήσυχη πάνω σε νέα κομμάτια και να αποφορτιστεί από τη σκόνη που σήκωσαν στο πέρασμά τους με το ‘Back In Black’, μην μπορώντας να συνειδητοποιήσουν τον χαμό που προκάλεσε.

Επιπλέον, τα αδέρφια Young είχαν εξαγριωθεί με την δισκογραφική τους, Atlantic Records, η οποία θέλοντας να κεφαλαιοποιήσει ακόμα περισσότερο την άνοδο των Αυστραλών, κυκλοφόρησε το ‘Dirty Deeds Done Dirt Cheap’ (1976) στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, μπερδεύοντας περισσότερο το κοινό που άρχιζε σιγά σιγά να συνηθίζει την μετάβαση από την Bon Scott εποχή στον Brian Johnson.

Ο Phil Carson, υπεύθυνος της εταιρείας για τις διανομές σε όλες τις χώρες του κόσμου εκτός των Η.Π.Α., τα έβαλε κι αυτός με την διοίκηση της Atlantic:

Πώς διάολο κυκλοφορείτε έναν δίσκο με την φωνή του Scott, ενώ τόσο καιρό έχουμε σπάσει τα α@@ια μας για να συστήσουμε στον κόσμο τον Brian;

Είστε τελείως τρελοί;

Ήταν μια από τις χειρότερες αποφάσεις για αρπαχτή που έχει λάβει μια εταιρεία τέτοιου διαμετρήματος!

Ο δίσκος τελικά έφτασε μέχρι το νούμερο 3 των billboard charts, πουλώντας 2 εκατομμύρια αντίτυπα, ενώ το ‘Back In Black’ σάρωνε ακόμα, με 10 εκατομμύρια καταγεγραμμένες πωλήσεις.

Μέσα σε όλο αυτό το κλίμα, λοιπόν, και με τους τραπεζικούς τους λογαριασμούς υπέρογκα φουσκωμένους όσο ποτέ άλλοτε, οι αφοί Young μαζί με τους Cliff Williams, Brian Johnson και Phil Rudd πέρασαν την πόρτα του studio στη γαλλική πρωτεύουσα, κάνοντας προσπάθεια να μαζέψουν το μυαλό τους και να συνθέσουν έναν δίσκο που θα στεκόταν αξιοπρεπώς δίπλα στον προηγούμενο.

Με τον παραγωγό Robert John Mutt Lange, έψαξαν αρκετά για την τελική τους εγκατάσταση, ενώ η υπομονή τους είχε προ πολλού εξαντληθεί.

Μπορεί να μαζευτήκαμε με κάποιες ιδέες αλλά και μερικά ολοκληρωμένα τραγούδια και να ξέραμε τι θέλαμε, αλλά είχαμε εκεί τον Lange…

Αυτός ο τύπος ήταν πάντα αργός σε όλα του! Πραγματικά αργός!

Ήθελε μια αιωνιότητα για να ολοκληρώσει κάτι. Χωρίς αυτόν θα ξεμπερδεύαμε σε μια εβδομάδα!

Angus Young

Ο τύπος προσπαθούσε να ξεπεράσει την παραγωγή του ‘Back In Black’, αυτός έψαχνε τι θα κάνει με τον ήχο, εμείς σκεφτόμασταν την μουσική και όλο αυτό το πράγμα έκανε την απόδοσή μας να υποφέρει…

Malcolm Young

Ο Lunge που είχε μάθει να δουλεύει λεπτομερώς, επέμενε σε διάφορες διαδικασίες, έφαγε τρεις ημέρες μέχρι να αποφασίσει πως θέλει να ακούγεται το drum snare, παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι οι AC/DC ήταν μια μπάντα που βασιζόταν στον αυθορμητισμό και στο κέφι της.

Άλλαξαν studio, ψάχνοντας αρκετές ημέρες και όπως ήταν φυσικό, ο εκνευρισμός των μελών ήταν έκδηλος.

Ενώ προσπαθούσαν να βρουν τα πατήματά τους στο studio, έπρεπε μέσα σε όλα αυτά να διακόψουν τις διαδικασίες των συνθέσεων και των ηχογραφήσεων και να πεταχτούν μέχρι το Donnington και Monsters of Rock Festival για μια κανονισμένη, headline εμφάνιση.

Γεγονός που μπορεί να συνέβαλε στο δέσιμο με τον κόσμο και την άνοδο της δημοτικότητάς τους, αλλά μιλώντας καθαρά μουσικά, ήταν μια διακοπή που δεν γινόταν να μην τους αποσυντονίσει.

Όλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα να σταματήσουν την συνεργασία τους μαζί του, αφού σπαταλούσαν πολλές ώρες τζαμαρίσματος μέχρι να αποφασίσει ο ίδιος ποιο take να διαλέξει, χωρίς να υπάρχει κάποια ουσία σε όλο αυτό.

Τελικά, τον Σεπτέμβριο ο δίσκος ολοκληρώθηκε και ήταν έτοιμος να κοπεί, ενώ όπως είχε εκμυστηρευτεί ο Malcolm Young, κανείς από το συγκρότημα αλλά ούτε και ο παραγωγός ήταν σίγουροι για το τελικό αποτέλεσμα, μετά από το μπέρδεμα διαρκείας που είχε προηγηθεί.

Το πρώτο, ομώνυμο κομμάτι του δίσκου ήταν και η κορυφαία του στιγμή. Ένας αγνός, rock ‘n’ roll χαιρετισμός, ένα «ευχαριστώ» των AC/DC στο κοινό τους, μια απλή αλλά τόσο πιασάρικη σύνθεση που ήταν κομμένη και ραμμένη για να μετατραπεί σε έναν συναυλιακό ύμνο.

Ο τίτλος είναι εμπνευσμένος από τον ρωμαϊκό χαιρετισμό «We who are about to die salute you», που φώναζαν οι μελλοθάνατοι μονομάχοι όταν εισέρχονταν στην αρένα.

Η ιστορία λέει ότι ο Bon Scott είχε δώσει ένα ιστορικό βιβλίο με ρωμαϊκές μονομαχίες στον Angus και αυτός μετέτρεψε τον τίτλο σε έναν χαιρετισμό προς τους οπαδούς τους.

Οι κανονιοβολισμοί που ακούγονται στο τραγούδι ήρθαν σαν ιδέα στην μπάντα ενώ ηχογραφούσαν στο Παρίσι και χάζευαν στην τηλεόραση τον γάμο του πρίγκηπα Κάρολου με την Νταϊάνα, με τα κανόνια να ηχούν εορταστικά.

Στις συναυλίες τους θα καθιέρωναν τα κανόνια πάνω στη σκηνή δημιουργώντας ένα φαντασμαγορικό σκηνικό.

Μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ, το συγκρότημα ξεκίνησε την πρώτη του arena-tour στη Βόρεια Αμερική, στα τέλη του 1981 μέχρι τις αρχές του 1982.

Για το ‘For Those About to Rock (We Salute You)’, τοποθετήθηκαν μεγάλα κανόνια στη σκηνή ενώ κατά τη διάρκεια της περιοδείας, χρησιμοποιήθηκαν 100.000 watts ηλεκτρικής ισχύος για τον ήχο.

Η δημοτικότητά του ήταν τέτοια που σχεδόν σε κάθε συναυλία που ακολούθησε το τραγούδι το έπαιζαν encore και συνοδεύεται πάντα από πυροβόλα όπλα στο stage. Για τη μεταφορά τους, μάλιστα, από χώρα σε χώρα, συχνά υπήρχαν μπλεξίματα με τις αντίστοιχες νομοθεσίες και τους τελωνειακούς υπαλλήλους.

Ολόκληρος ο δίσκος κυλάει πάνω στη γνωστή μανιέρα των AC/DC.

Πολύ δεμένο ρυθμικό μέρος με τον Cliff στο μπάσο και τον Rudd στα τύμπανα, απλά αλλά ηλεκτρισμένα riffs από τους Young, χωρίς πολυπλοκότητες, αλλά τόσο αναγνωρίσιμα και μοναδικά που σου φτιάχνουν αμέσως το κέφι.

Το ‘Let’s Get It Up’ είναι ένα rock ‘n’ roll κομμάτι που αναδύει τις επιρροές του Angus και τον blues προσανατολισμό που έβαζε στην κιθάρα του (μεγάλος fan του Chuck Berry).

Ήταν το πρώτο single του δίσκου, και ο Brian Johnson το περιέγραψε λιτά και κατανοητά στο Kerrang:

Βρώμικο! Είμαστε μια βρώμικη μπάντα!

Το ‘For Those About To Rock We Salute You’ δεν παρήγαγε τα super hits του ‘Back In Black’, και κάθε σύγκριση μαζί του θα ήταν άδικη, αφού μιλάμε για έναν από τους μνημειώδεις δίσκους του είδους.

Έχει σαφώς πιο αδύναμα κομμάτια, αλλά απέδειξε και την ικανότητα των AC/DC να γράφουν τουλάχιστον ένα τραγούδι σε κάθε κυκλοφορία τους που θα μείνει καρφωμένο για χρόνια στα μυαλά των ακροατών.

Βρέθηκε για τρεις εβδομάδες στην κορυφή των Billboard charts, ενώ μέχρι σήμερα έχει σημειώσει 7 εκατομμύρια πωλήσεις, και ήταν η αρχή μιας αναπόφευκτης κοιλιάς του συγκροτήματος, συνθετικά και εμπορικά, από εκείνο το σημείο και έπειτα, μέχρι να ανέβει στα ράφια των δισκοπωλείων το ‘Razors Edge’ (1990) και με το ‘Thunderstruck’ να τους απογειώσει ξανά.

Η μπάντα όμως είχε γίνει top act να παρακολουθήσει κανείς live, οι περιοδείες που ακολούθησαν τους γιγάντωσαν ακόμη περισσότερο, φτάνοντας σε σημείο να απορρίψουν μια τρομερή οικονομική πρόταση για να ανοίξουν τους Rolling Stones στη Ζυρίχη το 1982.

Όπως τόνιζε ο Malcolm, δεν πρόκειται να άνοιγαν το live κανενός από εκείνο το σημείο και έπειτα…

AC/DC- For Those About to Rock (We Salute You):