More
    Αρχική Αφιερώματα ‣ Κείμενα Iron Maiden - Somewhere in Time: Το πλήρωμα του χρόνου

    Iron Maiden – Somewhere in Time: Το πλήρωμα του χρόνου

    Η εξάντληση, η ανακούφιση, η προοπτική της ξεκούρασης και μια επιθυμία να απομακρυνθούν από όλον το χαμό. Αυτή ήταν η εικόνα των Iron Maiden στο τέλος της τεράστιας και πολύ απαιτητικής World Slavery Tour. Έπειτα από χρόνια ασταμάτητων ηχογραφήσεων και περιοδειών, με τις συναυλίες και το στούντιο να εναλλάσσονται διαρκώς, ακόμα και αυτοί λύγισαν.

    Έχοντας ξεπεράσει προ πολλού τα όρια του NWOBHM, έχοντας επιβιώσει της πολυσυζητημένης αλλαγής τραγουδιστή και ήδη αναδεδειγμένοι σε ένα από τα μεγαλύτερα μουσικά ονόματα παγκοσμίως, οι Βρετανοί δεν είχαν πλέον να αποδείξουν τίποτα. Είχαν κερδίσει μια ανάπαυλα, ένα διάλειμμα μερικών μηνών για να ανασυνταχθούν και να θυμηθούν ότι υπάρχει ζωή πέρα από τα όργανα, πριν επιστρέψουν στην ενεργό δράση.

    Αυτή η επιστροφή ωστόσο δεν ήταν ίδια για όλα τα μέλη της μπάντας. Σίγουρα στις τάξεις τους έπνεε ένας άνεμος αλλαγής. Στο επίπεδο που βρίσκονταν και με την επιτυχία που απολάμβαναν, ήταν φυσικό για τους Iron Maiden να προσπαθήσουν για κάτι καινούργιο και διαφορετικό, ένα νέο ύφος για μια νέα εποχή.

    Για τον Bruce Dickinson αυτό σήμαινε εξερεύνηση ακουστικών μονοπατιών, αλλά για τους υπόλοιπους το υλικό που πρότεινε ο τραγουδιστής δεν ανταποκρινόταν ποιοτικά. Συνολικά πάντως, το συγκρότημα έκανε στροφή προς έναν πιο progressive (για να χρησιμοποιήσω λίγο αναχρονιστικά τον όρο) ήχο, βασισμένο κυρίως στη χρήση synthesizer, ήχο που ήταν σαφώς Iron Maiden, αλλά ταυτόχρονα ξέφευγε λίγο από τα αναγνωρισμένα τους στεγανά.

    Όταν τελικά το ‘Somewhere in Time’ κυκλοφόρησε, στις 29 Σεπτεμβρίου του 1986, υπήρξαν αντιδράσεις. Πολλοί θεώρησαν ότι τα synthesizer ήταν μια αλλοίωση στον ήχο και μια τεχνική προσθήκη ανάξια μιας τέτοιας μπάντας, η ποιότητα κάποιων τραγουδιών επικρίθηκε και η ερμηνεία της μπάντας θεωρήθηκε ότι δεν έφτασε στο ύψος προηγούμενων κυκλοφοριών. Ο πρώτος Iron Maiden δίσκος που δίχασε.

    Έχασαν όντως την μπάλα με αυτόν το δίσκο; Για πολλούς είναι ο πιο αδύναμος της χρυσής πρώτης δεκαετίας της μπάντας, και η αλήθεια είναι ότι τα μεγαθήρια με τα οποία καλείται να συγκριθεί κάνουν πολύ δύσκολο το έργο του ‘Somewhere in Time’.

    Εξάλλου, μπορεί το συγκρότημα να ήταν ήδη θρυλικό και να είχε αποδείξει την ικανότητα των μελών του να κυκλοφορούν τη μία δισκάρα μετά την άλλη, στεκόμενοι πάντοτε στο ύψος των περιστάσεων και του ολοένα και μεγαλύτερου ονόματός τους, αλλά παράλληλα με την αναγνώριση ερχόταν και μια ολοένα αυστηρότερη κριτική. Υπήρχαν περιθώρια για πειραματισμούς, αλλά αυτοί οι πειραματισμοί θα έπρεπε να ξεπεράσουν ένα φαινομενικά ανυπέρβλητο τείχος.

    Αν προστεθούν σε αυτό η κούραση και το burnout, ειδικότερα του Dickinson (που τελικά δεν υπογράφει κανένα τραγούδι) αλλά και οι τριβές που είχαν προκύψει από τη World Slavery Tour και που δεν ξεχάστηκαν εντελώς (ξανά κυρίως λόγω Dickinson που μετά και την απόρριψη του υλικού του αισθανόταν σαφώς αποκομμένος συγκριτικά με την υπόλοιπη μπάντα από το δίσκο), μπορούν να εξηγηθούν αρκετά ικανοποιητικά τόσο μερικές πιο διφορούμενες επιλογές στη σύνθεση, όσο και κάποιες πιο μέτριες ερμηνείες.

    Τελικά βέβαια, ανεξαρτήτως από το αν είναι δικαιλογημένο ή όχι, το αποτέλεσμα είναι που κρίνει τα πάντα σε τέτοια θέματα. Ποιο είναι λοιπόν το αποτέλεσμα;

    Όπως πάντα, τέτοιες κριτικές είναι υποκειμενικές, αλλά προσωπικά θεωρώ το ‘Somewhere in Time’ έναν καλό δίσκο.

    Δεν έχει την αρτιότητα του ‘The Number of the Beast’ ή του ‘Powerslave’, μερικές φορές ξενίζει με τον ήχο του και έχει κάποια σαφώς πιο μέτρια τραγούδια, με τα ‘Deja-Vu’ και ‘Stranger in a Stranger Land’ να μην ικανοποιούν. Ακόμα και το συναυλιακό ‘Heaven Can Wait’, αν και σίγουρα ξεσηκωτικό, σε περιβάλλον δίσκου φαίνεται σαφώς πιο περιορισμένο.

    Από την άλλη, όταν σε ένα δίσκο βρίσκονται μαζί το εντυπωσιακό και δυναμικό ‘Caught Somewhere in Time’, το σαφώς ραδιοφωνικό αλλά κολλητικό χωρίς ενοχές ‘Wasted Years’, το όμορφα δυσοίωνο ‘Sea of Madness’ και το μοναδικό ‘Alexander the Great’, είναι δυνατό να πει κάποιος ότι το αποτέλεσμα δεν είναι καλό;

    Μπάντα και οπαδοί δυσκολεύονται με το ‘Somewhere in Time’. Το συγκρότημα ως επί το πλείστον αποφεύγει να παίξει live τα περισσότερα τραγούδια (ακόμα περιμένουμε τον Αλέξανδρο καπετάνιε), ενώ και ο κόσμος, αν και συχνά θα το εξυμνήσει, εξίσου συχνά θα αποφύγει την αναφορά σε αυτό.

    Αλλά είναι πολύ ωραίος δίσκος. Δεν είναι έγκλημα το να μην είναι κάτι ‘The Number of the Beast’, και εδώ υπάρχουν κομμάτια με ποιότητα που αρκούν για να εκτοξεύσουν την καριέρα οποιασδήποτε μπάντας. Έβδομο στην κατάταξη από τα επτά; Ίσως, αλλά παραμένει ένα από τα επτά.

    Δεν έχει κάθε γεγονός που έχει γραφτεί στην ιστορία το ίδιο βάρος, αλλά για να είναι άξιο καταγραφής πρέπει να έχει μεγάλο. Και οι Iron Maiden τη δεκαετία του ’80 έγραψαν ιστορία επτά φορές. Μπορεί να χάθηκαν λίγο στις δίνες του χρόνου του ‘Somewhere in Time’, αλλά τελικά παρέμειναν εξίσου διαχρονικοί.

    Δείτε ακόμα:

    Iron Maiden – Somewhere In Time: Τα 39 (!) μυστικά που κρύβονται στο artwork