Liam Howlett: Ο δαιμόνιος εγκέφαλος των Prodigy

O Liam Paris Ηοwlett γεννήθηκε σαν σήμερα το 1971, σπούδασε κλασικό πιάνο, λατρεύει την hip hop και στα 20 του χρόνια κατάφερε να αλλάξει τη μουσική σκηνή των 90s, αλλά και την ηλεκτρονική μουσική γενικότερα, μια για πάντα.

Όλα ξεκίνησαν στα τέλη του 1980, όταν ο Liam σύχναζε στο Barn, ένα δημοφιλές στέκι για τους ravers. Σε λιγότερο από δύο μήνες ξεκίνησε να παίζει μουσική ως DJ στο club και μια νύχτα, δύο νεαροί χορευτές, ο Keith Flint και ο Leeroy Thornhill ζήτησαν από τον Liam να γράψει μερικά αγαπημένα του remix τραγουδιών.

Εκείνος δέχτηκε κι έγραψε τα κομμάτια σε μια κασέτα, πάνω στην οποία σημείωσε τη λέξη The ProdigyΤο όνομα αυτό ήταν ένας φόρος τιμής στο πρώτο synthesizer του Liam, με το όνομα Moog Prodigy! 

Όταν o Flint και ο Thornhill άκουσαν την κασέτα, εντυπωσιάστηκαν και την επόμενη φορά που πήγαν στο club, ο Flint ρώτησε τον Howlett αν ενδιαφερόταν να συνεργαστούν και να σχηματίσουν μαζί ένα group.

Έτσι έγινε λοιπόν και μαζί με τη χορεύτρια Sharky (η οποία τελικά αποχώρησε λίγο πριν κλείσουν την πρώτη τους επαγγελματική συμφωνία), σχημάτισαν τους Prodigy. Την ίδια χρονιά, μετά από κάποιες εμφανίσεις τους σε γνωστά clubs, για να ενισχύσουν τη δυναμική των live εμφανίσεών τους, ζήτησαν συνεργασία με τον MC Μaxim Reality, ο οποίος στην πορεία χάρισε τη φωνή του στις μεγαλύτερες επιτυχίες του συγκροτήματος.

Με τη μέθοδο της δειγματοληψίας πότε από γκρούβες των 60s, beats από τις καλές εποχές της underground hip hop και άλλoτε δανειζόμενος αποσπάσματα από ταινίες, ο Liam συνδύαζε outer space φωνητικά με τρελά tempo που οδηγούσαν με μαθηματική ακρίβεια σ’ έναν πυρετό χορού…

Από την κυκλοφορία του πρώτου τους single, oι Prodigy είναι η μετάβαση από μια εποχή που έσβηνε, σε μια άλλη, νέα, η οποία καθόρισε την μετέπειτα εξέλιξη της μουσικής πραγματικότητας κι επηρέασε τις επόμενες γενιές όσο καμία άλλη. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή, λίγο πριν τη μεγάλη έκρηξη.

Τον Φεβρουάριο του 1991 ο Howlett σε συνεργασία με την XL Records έβγαλε ένα 12ιντσο βινύλιο και κάπως έτσι κυκλοφόρησε το πρώτο single του συγκροτήματος με τον τίτλο ‘What Evil Lurks’, το οποίο αποτελεί must have για τους απανταχού λάτρεις της electronica και της dance σκηνής (περιείχε τις επιτυχίες Everybody In The Place’ και ‘One Love’).

To video clip του πρώτου έγινε ανάρπαστο με τα έξαλλα χορευτικά του group στους δρόμους της Νέας Υόρκης, κατά τη διάρκεια της πρώτης τους περιοδείας στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής.

‘The Prodigy Experience’  Αν μια μεγάλη δόση αδρεναλίνης σε συνδυασμό με το drumloop σε εξωπραγματικά bpm, μπορούσε να εκφραστεί λεκτικά θα είχε ένα όνομα: The Prodigy.

Όποιος αγαπάει τους Prodigy επιβάλλεται να ακούσει αυτό το άλμπουμ. Έχουν πουλήσει πάνω από 25 εκατομμύρια δίσκους παγκοσμίως κι αν μπαίναμε στη διαδικασία να ορίσουμε ποσοστιαία το λόγο στον οποίο οφείλεται η τεράστια επιτυχία τους, θα λέγαμε ότι κατά 70% οφείλεται στον Liam, 20% στα άλλα μέλη του group -ο Keith ίσως παίρνει λίγο παραπάνω γιατί ήταν μορφάρα- και τέλος, ένα 10% στον παράγοντα τύχη!

Αν ο Liam είχε γεννηθεί σε άλλη εποχή, ίσως να κάναμε λόγο για έναν καλό και αξιόλογο producer και DJ, αλλά ένας σημαντικός λόγος που oι Prodigy είναι Νο.1, είναι τα αναλογικά μέσα τα οποία χρησιμοποίησε o Liam για να παράγει τον πρωτότυπο ήχο του ‘The Prodigy Expirience’, που ήταν ο προπομπός όσων θα επακολουθούσαν.

Όλα αυτά λοιπόν, συνέβησαν σε μια εποχή που ακόμα η επανάσταση των ψηφιακών μέσων παραγωγής ήταν κάτι το απροσδόκητο. Το συγκρότημα μέχρι σήμερα έχει λάβει θριαμβευτικές κριτικές, έχει αποσπάσει αρκετά βραβεία, μεταξύ άλλων τρία MTV Video Music Awards κι έχει προταθεί δύο φορές για βραβείο Grammy.

Ακολούθησε το ‘Music For The Jilted Generation’, το 1994, που συμπεριλάμβανε τα tracks ‘Break and Enter’, ‘No Good (Start the Dance)’, ‘Voodoo People’, ‘Poison’, καθώς και το ‘Their Law’ με τον γνωστό στίχο-απάντηση “Fuck ’em and their law”, για την ποινικοποίηση της rave μουσικής και κουλτούρας στη Μεγάλη Βρετανία.
Επίσης, περιείχε το ‘The Narcotic Suite’ με τρία tracks. Πολλά από τα samples που χρησιμοποιήθηκαν για τον δίσκο είναι ηχητικά αποσπάσματα ή φράσεις από ταινίες, για παράδειγμα το κομμάτι ‘Their Law’ έχει sample απ’το soundtrack της ταινίας Smokey and the Bandit του 1977 και το ‘Full throttle’ έχει sample από το Star Wars.

Ο στίχος του ‘No Good’, είναι παρμένος από το ομώνυμο τραγούδι της Kelly Charles. 

Στο ‘Claustrophobic Sting’, μια φωνή ψιθυρίζει ‘My mind is glowing’, μια φράση εμπνευσμένη από την ταινία ‘2001: A Space Odyssey’ του Stanley Kubrick κι επίσης περιλαμβάνει μέρη με φλάουτο στο ‘3 Kilos’ τα οποία παίζει ο Phil Bent

Αρχικά, είχε ζητηθεί από Ian Anderson (Jethro Tull) να παίξει το φλάουτο, κάτι που δεν συνέβη τελικά διότι η επιστολή του Liam δεν είχε ποτέ παραλήπτη τον Anderson. Γενικά στον εν λόγω δίσκο, όπως και στον πρώτο, δεν εμφανίζονται τα άλλα δύο μέλη του group (Keith Flint και Leeroy Thornhill).

Το άλμπουμ αποτελεί ορόσημο στην καριέρα του συγκροτήματος αφού σχεδόν όλα τα κομμάτια έγιναν hits και (!) έχει συμπεριληφθεί στο βιβλίο ‘1001 άλμπουμ που πρέπει να ακούσεις πριν πεθάνεις’. O δίσκος επανακυκλοφόρησε το 2008 με τον τίτλο ‘More Music for the Jilted Generation’ με remastered κομμάτια.

Liam Howlett of The Prodigy, in a helicopter, United Kingdom, 1995. (Photo by Martyn Goodacre/Getty Images)
Liam Howlett/United Kingdom, 1995/Photo by Martyn Goodacre

Μετά την έκρηξη του σκοτεινού Μusic for the Jilted Generation’ που ουσιαστικά τους καθιέρωσε ως το απόλυτα χορευτικό group της δεκαετίας του ’90 το και τους έκανε αναγνωρίσιμους παγκοσμίως, τον Ιούνιο του 1997 κυκλοφορεί το τρίτο στούντιο άλμπουμ του συγκροτήματος, με τίτλο The Fat of The Land’ με επιτυχίες όπως ‘Smack My Bitch Up’, ‘Breathe’ και ‘Firestarter’.

Ο δίσκος είχε πουλήσει πάνω από 11 εκατομμύρια αντίτυπα μέχρι το 2012, όταν επανακυκλοφόρησε. Υπεύθυνος για τη σύνθεση όλων των τραγουδιών είναι ο Howlett, ενώ είναι η πρώτη φορά που συμμετέχει ο Keith Flint κάνοντας τα φωνητικά σε τέσσερα κομμάτια.

Ο δίσκος αυτός είναι η μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία τους μέχρι και σήμερα.

To 1999 o Liam παρουσίασε ένα mixtape με τίτλο The Dirtchamber Sessions Volume One’ που περιείχε γνωστά κομμάτια από Run-DMC, Babe Ruth, Ultramagnetic MCs, The Chemical Brothers, Frankie Bones, Beastie Boys, Sex Pistols, Barry White και άλλους και παίχτηκε πρώτη φορά στο Breezeblock, μια ραδιοφωνική εκπομπή της Mary Anne Hobbs στο BBC Radio 1. Το “Dirtchamber” ήταν το όνομα του home studio του Liam κι έτσι προέκυψε και ο τίτλος της συλλογής.

Ακολούθησε μια παύση 10 χρόνων σχεδόν και πλέον το group ήταν τριμελές αφού είχε αποχωρήσει ήδη από το 2000, ο “Prodigy Dancer”, Leeroy Thornhill. Το ‘Always Outnumbered, Never Outgunned’ κυκλοφόρησε το καλοκαίρι του 2004 με επιτυχίες όπως το Spitfire’, ‘Medusa’s Path’ και ‘Girls’.

Θεωρείται το πιο αμφιλεγόμενο άλμπουμ τους και οι κριτικές που απέσπασε δεν ήταν κι οι καλύτερες, αφού πέρα από το κομμάτι ‘Girls’, δεν κατάφερε κανένα άλλο να φτάσει στο tοp-40 των charts. Η παραγωγή του δίσκου έγινε αποκλειστικά από τον Liam Howlett o oποίος αργότερα δήλωσε για το άλμπουμ και την αποτυχία του:

Ήταν ένα άλμπουμ τόσο μπερδεμένο, όσο ήμασταν κι εμείς εκείνη την εποχή.

Για το info να πούμε ότι τα κομμάτια Phoenix’ και ‘The Way It Is’, δανείστηκαν samples από το ‘Love Buzz’ των Shocking Blue (που έγινε γνωστό από τη διασκευή των Nirvana) και το ‘Thriller’ του Michael Jackson, αντίστοιχα.

Στο τελευταίο κομμάτι του δίσκου με τίτλο ‘Shoot Down’, ο Liam συνεργάστηκε με τους Noel & Liam Gallagher των Oasis, ενώ στο ‘Girls’ χρησιμοποίησε sample από το ‘You’re The One For Me’ του D Train. 

Tον Οκτώβρη του 2005 κυκλοφόρησε μια συλλογή με singles του συγκροτήματος από το 1990 κι έναν χρόνο αργότερα ο Liam κυκλοφόρησε μια δική του συλλογή με κομμάτια από Queens of the Stone Age, Μax Romeo, The Stranglers και άλλους, με τίτλο ‘Back To Mine’ που συμπεριλάμβανε και το track ‘Wake the Fuck Up’.

Το 2008 οι Prodigy επέστρεψαν με το Invaders Must Die’ το οποίο έλαβε πολύ καλές κριτικές και πήγε αρκετά καλά σε πωλήσεις σε Αμερική και Ευρώπη.

Το 2015 κυκλοφόρησε το άλμπουμ ‘The Day Is My Enemy’ από την Cooking Vinyl και είναι το πρώτο άλμπουμ στο οποίο συμμετέχουν ενεργά οι Keith Flint και Maxim. Το περιοδικό NME θεώρησε πως τα τραγούδια γράφτηκαν κυρίως για ζωντανές εκτελέσεις και σημείωσε:

Πρόκειται για το πιο δυνατό και με αυτοπεποίθηση άλμπουμ των Prodigy μετά από το ‘The Fat of the Land’.


The Prodigy – The Day Is My Enemy / Κριτική


O Howlett μίλησε για τον δίσκο λέγοντας πως πρόκειται για «αγνή βίαιη ενέργεια» και εξέφρασε και την άποψή του για τους νέους DJs και τα τραγούδια τα οποία δημιουργούνται με συγκεκριμένο τρόπο σαν να ακολουθούν πιστά μια προκαθορισμένη φόρμουλα, ενώ ο νέος δίσκος των Prodigy, πρόσθεσε, είναι καθαρά οργανικός.

Δεν είμαι μουσικός αλλά γνωρίζω ότι η μουσική που παράγεται από ηλεκτρονικά μέσα μπορεί να είναι πολύ πιο “ζωντανή” και οι Prodigy είναι η επιτομή της διαπίστωσης αυτής. Tα μελλοντικά σχέδια του group, σύμφωνα με δηλώσεις του Liam στο περιοδικό Rolling Stone, δεν περιλαμβάνουν κάποια κυκλοφορία άλμπουμ.

Βασικά δε νιώθω ότι θέλω να κάνω άλλα άλμπουμ προς το παρόν γιατί απλά παίρνουν πολύ χρόνο. 

Παίρνει πολύ χρόνο να δώσεις νέα μουσική στους fans, ωστόσο η μπάντα δεν θα απέχει από τη μουσική, καθώς στο εξής θα κυκλοφορούν EPs (Extended Plays) γιατί θέλουμε να κάνουμε κάτι που να γίνεται γρηγορότερα.

Μπορούμε να μιλάμε ώρες ατελείωτες, αναλύοντας τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται και δημιουργεί μουσική ο Liam, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε όμως σε καμία περίπτωση το γεγονός ότι για τα δεδομένα της εποχής, αυτό που έχει καταφέρει ο παραγωγός από το Essex της Αγγλίας είναι εντυπωσιακό.

Χρησιμοποιώντας οποιοδήποτε μέσο παραγωγής βρισκόταν στη διάθεσή του (synths, mpc’s, κονσόλες, μίκτες) κατάφερε να δημιουργήσει τον πιο πρωτότυπο ήχο, ένα κράμα από punk, hip hop, funky beats, drum ‘n’ bass, electronica, techno και breaks.

Το αποτέλεσμα ονομάστηκε αργότερα από τους ειδικούς bigbeat και breakbeat. Οι ίδιοι το αποκαλούν pure fire. Θα κλείσω κλέβοντας μια φράση από ένα άρθρο του Σωκράτη Παπαχατζή για τους Prodigy, που έτυχε να διαβάσω κάποιον καιρό πριν:

Είναι παράξενο, ή ίσως τελικά όχι και τόσο: τα πιο αντιπροσωπευτικά έργα μιας εποχής είναι, ταυτόχρονα, εκείνα που την υπερβαίνουν.