Need – Hegaiamas: a song for freedom

Need - Hegaiamas: a song for freedom
Need - Hegaiamas: a song for freedom

Το ‘Hegaiamas: a song for freedom’ είναι το τέταρτο στούντιο άλμπουμ των «δικών μας» Need και είναι ο δίσκος που περίμεναν περισσότερο οι οπαδοί της progressive metal στη χώρα μας – και όχι μόνο. Η αλήθεια είναι πως ο κλάδος την τελευταία δεκαετία έχει χάσει μεγάλο μέρος της αίγλης του: φυσικά υπάρχουν πολλές progressive metal εκφάνσεις σε παρεμφερή μουσικά είδη και κάποιες αξιόλογες κυκλοφορίες, όμως η μουσική όπως την δίδαξαν οι Savatage και οι Dream Theater, την υπηρέτησαν οι Queensrÿche πριν γίνουν σκιά του εαυτού τους και αρχίσουν να περνούν περισσότερο χρόνο σε δικαστήρια παρά σε στούντιο και την τελειοποίησαν οι Psychotic Waltz τη δεκαετία του ’90, έχει προσφέρει πολύ λίγα πραγματικά καλά άλμπουμ τα τελευταία χρόνια. Με το ‘Orvam: a song for home’ του 2014, οι Need έθεσαν τον πήχη ψηλά, ξέφυγαν από το status της (απλά) ανερχόμενης μπάντας και μας έδειξαν πως ίσως μπορούμε να περιμένουμε από αυτούς κάτι ενδιαφέρον σε μία σκηνή, της οποίας οι κύριοι εκφραστές είτε έχουν πάψει να υπάρχουν είτε έχουν χάσει το momentum. Ο πήχης, λοιπόν, είναι ψηλά, οι Αθηναίοι είναι πλέον μια φτασμένη μπάντα και ως τέτοια πρέπει να κριθεί για την πρόσφατη δισκογραφική της δουλειά…

Ο δίσκος ανοίγει με το ‘Rememory’, το οποίο αποτέλεσε και το πρώτο teaser του δίσκου και ξεκινά με μία σαγηνευτική γυναικεία φωνή πριν αναλάβει το rhythm section και στη συνέχεια μπει το βασικό riff του τραγουδιού. Η εκφραστικότατη φωνή του Jon V. υπηρετεί ιδανικά το τραγούδι, ενώ οι στίχοι προϊδεάζουν για τα υπαρξιακά ερωτήματα που θα τεθούν στην πορεία του δίσκου.

Το ‘Alltribe’ διακατέχεται από μία πιο progressive rock αισθητική, έχει μία απαλή συμφωνική μελωδία πιάνου στην αρχή και εξελίσσεται σε ένα guitar-driven κομμάτι, ενώ ήδη, πριν ακόμα συμπληρωθούν δέκα λεπτά μουσικής στον δίσκο, έχει γίνει ξεκάθαρο πως το δυναμικό rhythm section είναι η ειδοποιός διαφορά του από τον προκάτοχό του.

Σειρά έχει το ‘Therianthrope’, το οποίο ακούγεται σαν μία κραυγή απόγνωσης, όπως μαρτυρά ο αποκρουστικός τίτλος, οι στίχοι απελπισίας, αλλά και η ερμηνεία του Jon V., καθώς για πρώτη φορά κάνουν την εμφάνισή τους brutal φωνητικά στο δίσκο. Η αποπνικτική ατμόσφαιρα της εισαγωγής αραιώνει, το tempo χαμηλώνει και ένα μελωδικό και λυτρωτικό κιθαριστικό σόλο κάνει την εμφάνισή του. Πρόκειται για το πιο σκληρό κομμάτι του δίσκου, τόσο στη σύνθεση όσο και στην ατμόσφαιρά του.

Το ‘Riverthane’ που ακολουθεί, είναι το τραγούδι που θα μπορούσε να σταθεί μόνο του εκτός του δίσκου ευκολότερα και έχει όλα τα χαρακτηριστικά για να πάρει χρόνο airplay σε κάποιους heavy ραδιοφωνικούς σταθμούς. Όπως και σε όλο τον δίσκο ως τώρα, το rhythm section είναι δυναμικότατο, τα πλήκτρα μπαίνουν συνοδευτικά ανά διαστήματα, ώσπου λίγο πριν την συμπλήρωση του 5ου λεπτού ξεκινούν να φορτίζουν αργά την ατμόσφαιρα, για να έρθει ένα μικρό solo του Ravaya και να απογειώσει το κομμάτι.

Η συνέχεια ανήκει στο ‘Tilikum’ με μία πιο ατμοσφαιρική, πιανιστική εισαγωγή και τα ηχητικά εφέ ήχων φάλαινας, καθώς το τραγούδι είναι εμπνευσμένο από την ομώνυμη όρκα του SeaWorld της Florida, η οποία άφησε την τελευταία της πνοή στις αρχές του Ιανουαρίου. Μουσικά, έχει progressive αισθητική και κολλητικό ρυθμό, ενώ τα growls του Jon V. παντρεύονται ιδανικά με τα αιθέρια γυναικεία φωνητικά, σαν σε μία υποθετική συνάντηση του Russell Allen με τη Lisa Gerrard.

Το ‘I.O.T.A.’ που ακολουθεί, υπηρετεί έναν πολύ συγκεκριμένο σκοπό, λειτουργεί ως πρελούδιο για την επερχόμενη καταιγίδα και περιέχει μία ιδιαίτερη μαγεία στη σύνθεσή του. Πρόκειται για μία ψυχανάλυση μετά μουσικής, εκεί όπου ο Αϊνστάιν συναντά τον Φρόυντ και ο αγνωστικισμός τον σουρεαλισμό, όλα υπό την κινηματογραφική μουσική των πλήκτρων του Anthony, η οποία ακούγεται σαν να βγήκε από τα συνθετικά συρτάρια του Hans Zimmer. Το τραγούδι εξελίσσεται ως ένας διάλογος περί ονείρων «σε μι μινόρε» και, παρά τα ορισμένα κλισέ αποφθέγματα, περνά ένα ξεκάθαρο υπαρξιακό μήνυμα, το οποίο συμπλέει απόλυτα με τη γενικότερη αισθητική του δίσκου.

Με το ιντερλούδιο που προηγήθηκε να έχει ηρεμήσει επαρκώς την ατμόσφαιρα, οι Need κρατούν το καλύτερο για το τέλος, κλείνουν το δίσκο με το ομώνυμο 22λεπτο progressive έπος, στο οποίο για πρώτη φορά το μπάσο ξεπηδά στο προσκήνιο, ενώ το βασικό riff που συνοδεύει το κομμάτι έχει τις ρίζες του (ίσως και ασυναίσθητα) στην μουσική παράδοση της ανατολικής Μεσογείου. Το ‘Hegaiamas’ θα μπορούσε κάλλιστα να έχει κυκλοφορήσει αυτούσιο ως EP και καταφέρνει κάτι εξαιρετικά δύσκολο για ένα κομμάτι τέτοιας έκτασης: διατηρεί τη μουσική του συνοχή, ξετυλίγεται με progressive μαεστρία, χωρίς όμως να καταντά βαρετό. Στιχουργικά, πρόκειται για μια ωδή στην ελευθερία και στη μάχη για τη διεκδίκησή της, περιέχει αποσπάσματα από την «Ασκητική» του Νίκου Καζαντζάκη, με τους πιο χαρακτηριστικούς στίχους «Die every day, be reborn every day. Deny all you have every day. The ultimate virtue is not to be free but to fight for freedom» να υποδεικνύουν το απώτερο νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης με τη λυρικότητα του μεγάλου Κρητικού λογοτέχνη.

Στο σύνολό του, το ‘Hegaiamas: a song for freedom’ είναι ένας συμπαγής δίσκος, ένα εμπνευσμένο και βαθυστόχαστο progressive έργο, το οποίο μέσα στην τεχνική του αρτιότητα και την υποδειγματική του παραγωγή πραγματεύεται βαθύτατα υπαρξιακά θέματα, επεξεργασμένα από το καλλιτεχνικό -και όχι απλά μουσικό- φίλτρο των Need και φέρει το χαρακτηριστικό ήχο τους, χωρίς όμως να χάνει την αυθεντικότητά του. Και δεν θα μπω στη διαδικασία να αναπαράγω το επιχείρημα «δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από τα συγκροτήματα του εξωτερικού», καθώς κάτι τέτοιο τους υποτιμά εκ προοιμίου. Αντίθετα, θα τολμήσω να δηλώσω πως οι Need θα μπορούσαν κάλλιστα να διδάξουν ορισμένα πράγματα σε όλες τις μπάντες του είδους τους, ανεξαρτήτως εθνικότητας και επιπέδου, καθώς σε αυτά αριστεύουν: μουσική χημεία, τεχνική αρτιότητα, έμπνευση και καλλιτεχνική ανησυχία, όλα, δηλαδή, τα στοιχεία που απαρτίζουν το ‘Hegaiamas: a song for freedom’.

Fates Warning και Need στο Gagarin!