More
    Αρχική Αφιερώματα ‣ Κείμενα Pink Floyd - Ummagumma: Το καλλιτεχνικό σταυροδρόμι των Pink Floyd

    Pink Floyd – Ummagumma: Το καλλιτεχνικό σταυροδρόμι των Pink Floyd

    Ήταν 6 Απριλίου του 1968 όταν οι Pink Floyd ανακοίνωσαν πως ο Syd Barrett, ο άνθρωπος που οραματίστηκε και ίδρυσε το συγκρότημα, δεν θα είναι πια μέλος τους.

    Η ως τότε πορεία των Βρετανών δεν ήταν τόσο εμπορικά επιτυχημένη όσο έμελλε να είναι η μετέπειτα δισκογραφία τους, η οποία τους κατέστησε ως ένα από τα πιο επιδραστικά και ιστορικά καλλιτεχνικά σχήματα όλων των εποχών.

    Ήταν όμως πολλά υποσχόμενη, πειραματική, πρωτοποριακή και προ πάντων συνοδευόμενη από μία απροσδιόριστη «σπίθα», αυτή που ελάχιστοι καλλιτέχνες στην ιστορία κατάφεραν να τιθασεύσουν και να χρησιμοποιήσουν προς όφελός τους.

    Κάτι που ο ίδιος ο Syd Barrett δεν κατάφερε ποτέ να διαχειριστεί σε προσωπικό επίπεδο, επιτρέποντας σε αυτή την εσωτερική φλόγα να τον «κάψει», αφήνοντας τους Pink Floyd στη μέση της διαδρομής χωρίς οδηγό και πλάνο για το καλλιτεχνικό τους ταξίδι…


    Όταν οι Pink Floyd αποχαιρέτησαν τον Syd Barrett


    Αν και ο Barrett αντικαταστάθηκε από τον ιδιαίτερα ταλαντούχο και φιλόδοξο David Gilmour, το συγκρότημα άργησε να βρει ξανά τα πατήματά του, κυκλοφορώντας τα εμπορικά αποτυχημένα και καλλιτεχνικά «μουδιασμένα» singles ‘It Would Be So Nice’ και ‘Point Me At The Sky’, ενώ ακολούθησε η κυκλοφορία του soundtrack της ταινίας ‘More’ του Barbet Schroeder, η οποία, λόγω της φύσης του είδους, δεν επέτρεπε την αξιολόγηση του έργου με συμβατικά κριτήρια για ένα psychedelic rock συγκρότημα, όπως ήταν τότε γνωστοί οι Floyd.

    Στον απόηχο αυτών των προσπαθειών προς αναζήτηση ταυτότητας, οι Pink Floyd κυκλοφορούν στις 7 Νοεμβρίου του 1969 τον τέταρτο δίσκο τους με τίτλο ‘Ummagumma’, έναν δίσκο που, παρά την εμπορική του επιτυχία την εποχή της κυκλοφορίας του, αντιμετωπίζεται τουλάχιστον… υποτιμητικά από τους ίδιους τους δημιουργούς του και από μία μερίδα των οπαδών που τον θεωρούν συγκεχυμένο και χωρίς καλλιτεχνικό προσανατολισμό.

    Μία άλλη μερίδα, βέβαια, του κοινού θεωρεί το ‘Ummagumma’ ένα έργο – δημιούργημα της εποχής του, μίας εποχής όπου οι Pink Floyd αναζητούσαν απεγνωσμένα, εκτός από την καλλιτεχνική τους ταυτότητα μέσω μουσικών πειραματισμών, τις ισορροπίες στο εσωτερικό του συγκροτήματος, ενώ παράλληλα βρίσκονταν μπροστά σε ένα  καλλιτεχνικό σταυροδρόμι, στο οποίο καλούνταν να κοιτάξουν προς τα πίσω, ώστε να βρουν τις απαντήσεις για να διαλέξουν την κατάλληλη οδό.

    Ο δίσκος είχε εξ αρχής μία μοναδικά διττή φύση. Αρχικά, ο τίτλος του αντιμετωπίστηκε διαφορετικά στις δύο ηπείρους, στις οποίες κυκλοφόρησε, με τους Αμερικανούς να θεωρούν τη λέξη «ακαταλαβίστικη» και να προσπαθούν να την αποκρυπτογραφήσουν, ακόμα και να την αναγραμματίσουν, ενώ στην άλλη όχθη του Ατλαντικού, στη γενέτειρα των Pink Floyd, το όνομα ‘Ummagumma’ προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις, μιας και η λέξη αποτελεί αργκό για τη σεξουαλική συνεύρεση στην περιοχή του Cambridgeshire.

    Η επιλογή του ονόματος οφείλεται στον φίλο του συγκροτήματος, Iain Moore, ο οποίος συνήθιζε να χρησιμοποιεί τη συγκεκριμένη λέξη για τις ερωτικές του περιπέτειες.

    Διττή ήταν, όμως, και η φύση του ίδιου του δίσκου, καθώς το ‘Ummagumma’ αποτέλεσε την πρώτη διπλή κυκλοφορία των Pink Floyd, με τον πρώτο δίσκο να αποτελείται αποκλειστικά από ζωντανές επανεκτελέσεις παλιότερων συνθέσεων του συγκροτήματος, ηχογραφημένες στο Mothers Club του Birmingham τον Απρίλιο του 1969 και στο Manchester College of Commerce μία εβδομάδα αργότερα (2 Μαΐου), στα πλαίσια της περιοδείας ‘The Man and The Journey Tour’ και τον δεύτερο δίσκο να αποτελείται από νέες συνθέσεις των Βρετανών.

    Η κεντρική ιδέα πίσω από τη studio πλευρά του δίσκου ήταν να αναλάβει κάθε ένας από τους τέσσερις μουσικούς από μισή όψη του δίσκου και να τη γεμίσει με αποκλειστικά δικές του ιδέες, συνθέσεις, ενορχηστρώσεις και εκτελέσεις.

    Η πρώτη πλευρά του δίσκου ανοίγει με το ‘Astronomy Domine’, τη μοναδική σύνθεση που ανήκει στον απερχόμενο Syd Barrett, εκτελεσμένη πιο ελεύθερα, πιο πειραματικά, με μεγαλύτερη ένταση και σχεδόν διπλασιασμένη διάρκεια, με τα αιθέρια πλήκτρα του Rick Wright και τα επιβλητικά κρουστά του Nick Mason να δίνουν στο κομμάτι μία εντελώς διαφορετική υπόσταση από την αρχική έκδοση που είχε κυκλοφορήσει δύο χρόνια νωρίτερα, στο ‘The Piper at the Gates of Dawn’.


    Pink Floyd – The Piper at the Gates of Dawn: Η ιστορία πίσω από κάθε κομμάτι


    https://youtu.be/tQhQeDAMU0E

    Το ‘Careful with That Axe, Eugene’ που ακολουθεί, είχε κυκλοφορήσει στο παρελθόν ως b-side του ‘Point Me At The Sky’ και αποτελούσε εκείνη την εποχή συναυλιακό αγαπημένο. Επίσης διευρυμένη σε διάρκεια και εκτελεσμένη πιο πειραματικά, η νέα εκτέλεση του τραγουδιού διακρίνεται για την αντικατάσταση του hammond του Rick Wright από μία Farfisa Compact Duo, η οποία τυλίγει το τραγούδι με ένα εντελώς διαφορετικό μουσικό πλέγμα.

    https://youtu.be/VQH8LcAsEvA

    Η συνέχεια ανήκει στο ‘Set the Controls for the Heart of the Sun’ του Roger Waters από το ‘A Saucerful of Secrets’ και στο εκτενές ορχηστρικό ομώνυμο κομμάτι από τον ίδιο δίσκο, με την πειραματική και avant-garde διάθεση να είναι εμφανής και τις εκτελέσεις να έχουν περισσότερο χαρακτήρα jamming παρά δομημένων εκτελέσεων, αποδεικνύοντας πως η περίοδος εκείνη ήταν η πιο παραγωγική και ίσως η καλύτερη ερμηνευτικά στη ζωντανή ιστορία του συγκροτήματος.

    Ακολουθεί η studio πλευρά του δίσκου, στην οποία το συγκρότημα συνεχίζει πειραματικά, με κάθε μέλος να παρουσιάζει τη δημιουργία του. Η πρώτη όψη ανήκει στους Richard Wright και Roger Waters, με το 13λεπτο έπος του Wright, ‘Sysyphus (Parts 1–4)’, να αποτελεί ένα μουσικό κολάζ διαφορετικών στυλ και ήχων.

    Ίσως η πιο ενδιαφέρουσα σύνθεση του δίσκου, το τραγούδι είναι εμπνευσμένο από το μύθο του Σισύφου και εναλλάσσεται ανάμεσα στην εφιαλτική και πομπώδη συμφωνική ατμόσφαιρα και στα πειραματικά ξεσπάσματα, συνδυάζοντας μοναδικά την αρμονία με την ψυχεδελική διάθεση. Παρ’ όλα αυτά, ο ίδιος ο Wright στην πορεία της ζωής του αποστασιοποιήθηκε από το έργο του, χαρακτηρίζοντάς το βεβιασμένο και υπερφίαλο.

    Με τη σειρά του, ο Roger Waters παρουσιάζει τα πιο συμβατικά και προσβάσιμα ‘Grantchester Meadows’ και ‘Several Species of Small Furry Animals Gathered Together in a Cave and Grooving with a Pict’, με το πρώτο να αποτελεί μία ακουστική και νοσταλγική ακουστική μπαλάντα με βουκολικό στιχουργικό περιεχόμενο και το δεύτερο να συγκεντρώνει διαφορετικούς ήχους ζώων, παιγμένους σε αυξημένη ταχύτητα, με τον Water να μονολογεί με έντονη σκωτσέζικη προφορά ανάμεσα στους ήχους.

    Παρά την πλήρη απουσία μελωδικότητας, το τραγούδι αναδεικνύει την τεράστια δημιουργικότητα του Roger Waters, αλλά και την πειραματική διάθεση του δίσκου, ενώ σε τεχνικό επίπεδο η χρήση του looping που κάνει ο Waters είναι αξιοθαύμαστη αν αναλογιστεί κανείς την τεχνολογία που είχε στη διάθεσή του εν έτει 1969.


    5 κορυφαίες στιγμές του Richard Wright με τους Pink Floyd


    Η δεύτερη όψη ανήκει στους David Gilmour και Nick Mason, με τον πρώτο να παρουσιάζει το ‘The Narrow Way’, ένα 12λεπτο έργο, αποτελούμενο από τρία μέρη. Το πρώτο μέρος, ονόματι ‘Baby Blue Shuffle in D Major’, είχε παρουσιαστεί από το συγκρότημα στη ζωντανή τους εμφάνιση στο BBC το Δεκέμβριο του 1968 και αποτελείται από ακουστικά μέρη και διαστημικά ηχητικά εφέ, το δεύτερο μέρος περιέχει ηλεκτρικά μέρη και πιο έντονο τον ήχο των κρουστών, οδηγώντας στο τρίτο και τελευταίο μέρος, το οποίο περιέχει και φωνητικά από τον ίδιο τον Gilmour, τη μοναδική ερμηνευτική συμβολή του στον δίσκο. Στην ατμόσφαιρα και στις κιθαριστικές μελωδίες του ‘The Narrow Way’ μπορεί κανείς να αναγνωρίσει στοιχεία που έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στα μετέπειτα δισκογραφικά έργα των Floyd. Τέλος, το ‘The Grand Vizier’s Garden Party’ του Nick Mason, αποτελούμενο από τρία μέρη και με τον τίτλο να παραπέμπει στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και στον τίτλο του «Μεγάλου Βεζίρη», του ανώτερου διοικητικά ρόλου μετά τον Σουλτάνο. Μία από τις σπάνιες συνθετικές συμβολές του Nick Mason στη δισκογραφία των Pink Floyd, το τραγούδι ακολουθεί τον πειραματικό χαρακτήρα του δίσκου, ενώ περιέχει μία μεγάλη ποικιλία κρουστών, από drum rolls μέχρι κύμβαλα, αλλά και ένα εντυπωσιακό folk solo από φλάουτο, εκτελεσμένο από την Lindy Mason, σύζυγο του drummer.

    Η πειραματική αισθητική του δίσκου είναι ευδιάκριτη σε κάθε του στοιχείο, μιας και ακόμα και το εξώφυλλο του δίσκου ήταν πρωτοποριακό και αρκετά ψυχεδελικό για την εποχή, καθώς γίνεται χρήση του οπτικού φαινομένου Droste.

    Τα μέλη του συγκροτήματος κάθονται σε έναν χώρο, ενώ στον τοίχο κρέμεται ένα κάδρο, στο οποίο μπορεί κανείς να αναγνωρίσει την ίδια εικόνα, με τα μέλη όμως να κάθονται σε διαφορετικές θέσεις. Ανάλογα με την έκδοση του δίσκου, το φαινόμενο επαναλαμβάνεται είτε άπειρες φορές, είτε σε μερικές εκδόσεις μόνο τέσσερις, μία για κάθε μέλος, ενώ το κάδρο της πέμπτης εικόνας απεικονίζει το εξώφυλλο του ‘A Saucerful of Secrets’.

    Στο σύνολό του, το ‘Ummagumma’ είναι ένα απόλυτα αντιπροσωπευτικό δείγμα της περιόδου 1968-1970 για τους Pink Floyd, είναι γεμάτο δημιουργικότητα και διάθεση για πειραματισμό, του λείπει όμως η ηγετική δύναμη και η ξεκάθαρη καλλιτεχνική γραμμή.

    Αν κάποιος μπορούσε να παρομοιάσει την καλλιτεχνική πορεία του συγκροτήματος με την ηλικιακή εξέλιξη ενός ανθρώπου, θεωρώντας το ‘The Piper at the Gates of Dawn’ ως γέννηση και την μετα-‘The Dark Side of the Moon’ πορεία ως περίοδο ωριμότητας, τότε το ‘Ummagumma’ αποτελεί αδιαμφισβήτητα την καλλιτεχνική εφηβεία του των Pink Floyd: Μία περίοδο που ίσως φαντάζει υπερβολική και ντροπιαστική από μία ώριμη και αποστασιοποιημένη οπτική, αποτελεί όμως «αναγκαίο κακό» και θεμέλιο για την περαιτέρω εξέλιξη.

    Και κρίνοντας από τα μεταγενέστερα έργα των Pink Floyd, μπορεί εύκολα κανείς να αποφανθεί αν ο δρόμος που πήραν οι Βρετανοί στο σταυροδρόμι του 1969 ήταν ο σωστός…


    Δείτε ακόμα:

    Pink Floyd – The Division Bell: Η τελευταία καμπανοκρουσία

    Ο David Gilmour κατέκτησε τον κόσμο με την απλότητά του

    Η αλήθεια βρίσκεται στους Pink Floyd