Queensrÿche – Empire: Δυναστεία

Queensrÿche - Empire

Κοιτώντας ξανά τα κύματα που προκάλεσε η κυκλοφορία του τέταρτου δίσκου των Queensrÿche, ‘Empire’, από τα πρώτα πράγματα που βλέπει κανείς είναι ένας σκόπελος πάνω στον οποίο φαίνονται αρχικά να βρίσκουν.

Αριστούργημα ή όχι ιδιαίτερα συγκαλυμμένη προσπάθεια στροφής στην εμπορικότητα και το ραδιόφωνο;

Στον πλανήτη metal, ο εμπορικός ήχος και τα ραδιοφωνικά hits αποτελούν συχνά ενδείξεις, αν όχι αποδείξεις, του μεγαλύτερου ίσως εγκλήματος που μπορεί να διαπράξει συγκρότημα, του posing.

Οι εμπορικές μπάντες δεν είναι metal μπάντες, η απήχηση σε πιο mainstream κοινό είναι ξεπούλημα, και η είσοδος σε τέτοια μονοπάτια σημαίνει προδοσία και ξεστράτισμα από τον ακραίο ήχο, ο οποίος εξ ορισμού δεν θα έπρεπε να συμβιβάζεται με τέτοιου είδους κοινοτοπίες και βλέψεις δόξας και χρήματος.

Ειδικά όταν πρόκειται για extreme metal μπάντες που φαίνεται να «μαλακώνουν», ή για προοδευτικά σχήματα τα οποία επιχειρούν να «κρυφτούν» πίσω από την ταμπέλα τους.

Τέτοιες κατηγορίες συνδέονται με τους Queensrÿche ήδη από το ‘Operation: Mindcrime’, με κύριο ένοχο το ‘I Don’t Believe in Love’.

Και αν τέτοιες κατηγορίες αγγίζουν έναν από τους καλύτερους concept – και όχι μόνο – δίσκους που έχουν ποτέ κυκλοφορήσει έναν από τους καλύτερους concept – και όχι μόνο – δίσκους που έχουν ποτέ κυκλοφορήσει, τι γίνεται με την εμπορικά πιο επιτυχημένη συνέχεια του ‘Empire’, με τη σαφή ροπή προς τις μπαλάντες, το ερωτικό περιεχόμενο και τα έξι singles;

Κοιτώντας όμως πέρα από τέτοιες κλισαρισμένες αντιδράσεις, είναι το ‘Empire’ όντως τόσο υπερεκτιμημένο;

Ήταν απλά μια προσπάθεια προσέγγισης ενός μεγαλύτερου κοινού, 63 φουσκωμένα λεπτά για να χωρέσουν όσο περισσότερες power ballads ήταν δυνατό; Ή υπάρχει και ουσία πίσω από την επιτυχία του;

Οι Queensrÿche του ‘Empire’ απέχουν ακόμα πολύ από την αξιοθρήνητη κατάσταση στην οποία περιήλθαν αργότερα, με την έξοδο του Chris DeGarmo, τον ολοκληρωτισμό του Geoff Tate και τα χρόνια αστάθειας που σχεδόν τους κατέστρεψαν.

Στο ‘Empire’ προέρχονται από μια κυκλοφορία με ευρύτατη απήχηση τόσο ανάμεσα σε οπαδούς όσο και σε κριτικούς, και το επόμενο βήμα ήταν αποκλειστικά δική τους επιλογή.

Και η απήχηση ήταν δικαιολογημένη. Δεν επρόκειτο για μια τυχαία πεντάδα, ένα οποιοδήποτε συγκρότημα. Μπροστάρηδες της progressive metal, αργότερα θεωρούμενοι ως μέρος των Big Three του ιδιώματος, από τους πλέον ολοκληρωμένους μουσικούς της εποχής τους, εξίσου ικανοί να γράψουν στίχους, να παίξουν πιασάρικα και περίπλοκα κομμάτια, να μιλήσουν για αγάπη και να κάνουν πολιτική κριτική.

Το μπάσο του Eddie Jackson κράταγε στιβαρά τους ρυθμούς, οι DeGarmo και Michael Wilton ήταν από τα κορυφαία κιθαριστικά δίδυμα της περιόδου, ο Scott Rockenfield είναι διαχρονική αξία στον τομέα ντραμς, και όσο για τον Tate, μπορεί κανείς να του καταλογίσει πολλά, αλλά όχι ότι δεν μπορεί να τραγουδήσει.

Είναι η σύνθεση του ‘Operation: Mindcrime’, στην πιο παραγωγική της φάση. Και το αποτέλεσμα είναι ένα πραγματικά σπουδαίο άλμπουμ.

Είναι όντως λιγότερο heavy στο σύνολό του, και σίγουρα στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στις μπαλάντες.

Αλλά, αν και… καψουροδίσκος, δεν είναι Bon Jovi. Οι Queensrÿche είχαν δείξει και στο παρελθόν ότι μπορούσαν να πάρουν το αργό και το μελωδικό και να του δώσουν άλλη διάσταση, τόσο μουσικά όσο και συναισθηματικά, και έτσι η τελική μορφή είναι κάτι πιασάρικο αλλά και νοσταλγικό, με πολύ περισσότερο βάθος απ’όσο θα περίμενε κανείς από τέτοιου είδους κυκλοφορία.

Το ‘Empire’ γενικά βγάζει μια απροσδόκητη για το χαρακτήρα του ωριμότητα.

Μπορεί να μην είναι στο επίπεδο της πολύπλευρης κοινωνικοπολιτικής διήγησης του προκατόχου, αλλά δεν είναι σε καμία περίπτωση μια ακόμα ραδιοφωνική συλλογή ερωτικών κομματιών.

Αυτό φαίνεται και από τα κλασικά κομμάτια που περιλαμβάνει, κομμάτια ποιοτικά, αξιομνημόνευτα και σημαντικό μέρος της κληρονομιάς της μπάντας.

Μπορεί να μιλήσει κανείς για Queensrÿche χωρίς να μιλήσει για ‘Empire’, για ‘Jet City Woman’, για ‘Silent Lucidity’;

Ακούς το ‘Jet City Woman’ και το ‘Another Rainy Night’ και πλημμυρίζεις από νοσταλγία, από αγάπη, από εκτίμηση για το έτερον ήμισυ, που είναι εκεί για εσένα. Δεν είναι τραγούδια για σεξ και για φτηνό έρωτα, ούτε είναι βεβιασμένα κλισέ στη σύνθεσή τους.

Έχουν γραφτεί για να τα ακούει και να τα νιώθει ο καθένας, αλλά και με τέχνη και συναίσθημα, με όμορφα περάσματα και παθιασμένα φωνητικά.

Ακούς το ‘Empire’, το πολιτικό κομμάτι του δίσκου, και μεταφέρεσαι στην καρδιά του διαχρονικού παιχνιδιού, της αμερικάνικης όσο και παγκόσμιας αυτοκρατορίας βίας και διαφθοράς, μέσα από κολοσσιαία riff και μια κοφτή αλλά πάντα εντυπωσιακή επωδό.

Ακούς το Silent Lucidity’ και θυμάσαι ότι εδώ παίζει μια από τις κορυφαίες και πιο τεχνικές μπάντες της δεκαετίας του ’80, είδωλα και πηγές έμπνευσης για πολλούς μελλοντικούς καλλιτέχνες, θυμάσαι ότι, όσο και αν η μετέπειτα πορεία τους τους οδήγησε σχεδόν σε διάλυση, κάποτε ήταν θρύλοι.

Οι Queensrÿche δεν είναι τέλειοι σε κάθε τραγούδι του ‘Empire’. Δεν αποφεύγουν πιο αδιάφορες στιγμές, και η προσπάθεια να ακουστούν πιο mainstream ανά σημεία μπορεί να ξενίσει.

Αλλά δεν είναι posers και ξεπουλημένοι, ούτε αποτυγχάνουν. Παντρεύουν την μπαλάντα και την προοδευτική σκοπιά όπως μόνο αυτοί ξέρουν, και δίνουν ένα δίσκο ο οποίος απευθύνεται σε όλους, στο μεταλά και σε αυτόν που ακολουθεί το ρεύμα της εποχής, στον καψούρη και στο φιλόσοφο, στο λάτρη του sing-along και τον πιο εκλεπτυσμένο αναλυτή.

Οι Queensrÿche του ‘Empire’ είναι, με τον τρόπο τους, εξίσου διαχρονικοί με τους Queensrÿche του ‘Operation: Mindcrime’.

Δίνουν έναν από τους τελευταίους μεγάλους δίσκους τους, που τριάντα χρόνια αργότερα, μετά από πολύ δύσκολες καταστάσεις, εξακολουθεί να ζει, σε περίοπτη θέση, στα μυαλά και τις καρδιές των οπαδών.