Sons Of Apollo – Psychotic Symphony

Sons Of Apollo - Psychotic Symphony / Εξώφυλλο
Sons Of Apollo - Psychotic Symphony / Εξώφυλλο

Όταν στις αρχές του έτους ανακοινώθηκε η ίδρυση των Sons Of Apollo από τους Mike Portnoy και Derek Sherinian ο μουσικός κόσμος τραντάχτηκε για τα καλά. Το Ίντερνετ «έπεσε», τα μουσικά portals ανά τον κόσμο γέμισαν με συζητήσεις περί προσδοκιών, με την καχυποψία των οπαδών για τους «γυρολόγους» μουσικούς και φυσικά με τα αιώνια (και ανούσια) debate «Portnoy ή Mangini», «Rudess ή Sherinian (ή Kevin Moore)» κ.ά.. Μία ματιά στη σύνθεση του σχήματος αρκεί για να δικαιολογήσει τη μαζική παράκρουση σχετικά με τους Sons Of Apollo. Εκτός από τους Portnoy και Sherinian που έχουν αμφότεροι περάσει από το μεγαθήριο που λέγεται Dream Theater και έχουν «σπουδάσει» την τέχνη των supergroup σε Flying Colors και Black Country Communion αντίστοιχα, οι μουσικοί που τους πλαισιώνουν είναι ο μπασίστας Billy Sheehan (Steve Vai, David Lee Roth, Mr. Big, Niacin, The Winery Dogs), ο κιθαρίστας Ron ‘Bumblefoot’ Thal (Guns N’ Roses) και ο τραγουδιστής Jeff Scott Soto (Trans-Siberian Orchestra, Talisman, Yngwie Malmstein). Η εμπειρία, το ταλέντο και οι δεξιότητες, λοιπόν, είναι δεδομένα. Ζητούμενο για τους γιους του Απόλλωνα είναι το όραμα και οι ισορροπίες σε αυτή την πρώτη δισκογραφική τους απόπειρα…

Ο δίσκος ανοίγει με το ‘God of the Sun’, το οποίο έρχεται να συστήσει το συγκρότημα στο κοινό, με τον τίτλο να παραπέμπει στον Θεό Απόλλωνα και δεν αφήνει κανένα περιθώριο για αμφισβήτηση από τα πρώτα κιόλας δευτερόλεπτα. Η oriental εισαγωγή δίνει τη θέση της στο αγνό, αμερικανικό prog-metal που όλοι προσμένουν ανυπόμονα από το νέο αυτό σχήμα. Είναι προοδευτικό, ρυθμικά πολύπλοκο, άλλοτε πιο επιθετικό και άλλοτε πιο μετρημένο, ένα πραγματικό έπος, τοποθετημένο με διπλωματικό τρόπο στην αρχή του δίσκου επηρεάζοντας τον ακροατή θετικά από τα πρώτα κιόλας λεπτά της ακρόασης. Οι εναλλαγές μέσα στο τραγούδι δίνουν σε κάποιο σημείο την εντύπωση πως πρόκειται για ολόκληρη playlist, όμως όλο και κάποιο από τα κεντρικά στοιχεία του τραγουδιού επανέρχεται στο προσκήνιο να επαναφέρει την τάξη. Πραγματικά γιγαντιαίο progressive metal κομμάτι, αντάξιο των προσδοκιών που θα είχε κανείς από ένα τέτοιο σχήμα.

Η συνέχεια ανήκει στο ‘Coming Home’ που ανοίγει με το keyboard riff του Sherinian και στο οποίο λάμπει περισσότερο ο Billy Sheehan και οι trademark μπασογραμμές του. Πολύ πιο άμεσο και γραμμικό στην εξέλιξή του σε σύγκριση με τον προκάτοχό του, με κολλητικό ρεφρέν και κιθαριστικές πινελιές από τον Thal, θυμίζοντας κατά διαστήματα τις χρυσές εποχές των Van Halen και των Deep Purple της εποχής Coverdale.

Ακολουθεί το ‘Sign of the Times’, το οποίο επιλέχθηκε ως κεντρικό teaser του δίσκου και κυκλοφορεί στο διαδίκτυο εδώ και καιρό. Ο συνδυασμός της μπασογραμμής του Sheehan, του εντυπωσιακού shredding του Thal, των keyboard riffs του Sherinian με το πάντα καθηλωτικό drumming του Portnoy και το κολλητικό ρεφρέν, ερμηνευμένο με στιβαρότητα από τον Soto λειτουργεί ως ένα πολύ σύντομο αλλά κατατοπιστικό δείγμα για το τι είναι ικανό αυτό το supergroup να δημιουργήσει και πιθανότατα αυτό ήταν το σκεπτικό πίσω από την επιλογή του ως single-teaser του δίσκου.

Ο δίσκος περιέχει ακόμα τα ‘Alive’, ‘Lost in Oblivion’ και ‘Divine Addiction’ στις ίδιες συχνότητες, με δομή σαφώς πιο απλή (για τα δεδομένα του δίσκου και του είδους), πιο ραδιοφωνικές μελωδίες και πιο συμβατικά μουσικά θέματα, με το ‘Alive’ να είναι ό,τι κοντινότερο μπορούν να προσφέρουν οι Sons Of Apollo σε μπαλάντα, το ‘Lost in Oblivion’ να κινείται σε πιο σκληρά και γρήγορα μονοπάτια και το ‘Divine Addiction’ να έχει πιο classic rock επιρροές, θυμίζοντας πολύ έντονα Deep Purple, κυρίως λόγω του Jon Lord-ικού εισαγωγικού keyoard riff του, αλλά και της φωνής του Soto που ακούγεται για ακόμα μία φορά σαν ένας σύγχρονος David Coverdale.

Οι άλλοι δύο larger-than-life-prog-metal πυλώνες του δίσκου είναι τα ‘Labyrinth’ και ‘Opus Maximus’, τα οποία έχουν επίσης τοποθετηθεί σε στρατηγικές θέσεις στην tracklist, στη μέση (σχεδόν) του δίσκου και στην τελευταία θέση αντίστοιχα. Κοινός παρονομαστής των δύο τραγουδιών είναι η πολύπλοκη δομή τους και η εξαιρετική τεχνική των μουσικών. Ο τίτλος του ‘Labyrinth’ περιγράφει με απόλυτη ευστοχία τη μετάβαση του τραγουδιού από AOR σε heavy metal, σε prog metal και ξανά στην αρχική του κατάσταση, ενώ το instrumental ‘Opus Maximus’ κλείνει τον δίσκο με την εξωφρενικά πολύπλοκη δομή του και την καθηλωτική εκτέλεση των μουσικών να μην αφήνουν κανένα περιθώριο για αμφισβήτηση, ακόμα από τους πιο απαιτητικούς…

Το ‘Psychotic Symphony’ στο σύνολό του είναι απολαυστικό, αντάξιο των προσδοκιών των (ρεαλιστών) οπαδών και έχει να προσφέρει πολλές μεγάλες στιγμές, κινούμενο κυρίως ανάμεσα στο σύγχρονο progressive και στο πιο «κλασικό» hard rock. Είναι μεστό και αρκετά «μετρημένο», με κάθε μουσικό να επιδεικνύει τις ικανότητές του, χωρίς όμως να επιδίδεται σε υπερβολές και σε κινήσεις εντυπωσιασμού εις βάρος του καλλιτεχνικού αποτελέσματος. Το πιο σημαντικό, όμως, είναι πως ο δίσκος είναι για όλες τις ώρες και για κάθε προσέγγιση· από μία φευγαλέα ακρόαση θα μείνουν οι κολλητικές μελωδίες και τα arena rock ρεφρέν, ενώ από κάθε αφοσιωμένη θα προκύπτει κάθε φορά κάτι νέο, κάποια συνθετική η ερμηνευτική λεπτομέρεια που θα συμπληρώνουν σιγά σιγά το puzzle του μεγάλου αυτού έργου.

Σε κάθε περίπτωση, ο Θεός της Μουσικής έχει κάθε λόγο να νιώθει περήφανος για τα παιδιά του…