Blur – The Magic Whip

The Magic Whip - Blur / Εξώφυλλο
The Magic Whip - Blur / Εξώφυλλο

Αν θέλουμε να μιλήσουμε για μια μεγάλη επιστροφή μπάντας μέσα στο 2015, αυτή σίγουρα θα είναι οι Blur. Και αυτό όχι μόνο επειδή είχαν να βγάλουν δίσκο 12 χρόνια, αλλά γιατί μετά από τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα απουσίας – που συμπεριλαμβάνει και την διάλυσή τους (2003-2008) – απέδειξαν με το ‘The Magic Whip’ ότι έχουν ακόμα πολλά να δώσουν στη μουσική.

Στις 27 Απριλίου, λοιπόν, οι Blur, μια μπάντα που επηρέασε τα μέγιστα τον ήχο των ’90s και θα ήταν σε οποιαδήποτε playlist από/για τη συγκεκριμένη 10ετία, ανέβασαν στα ράφια τη νέα τους δουλειά. Προς αποφυγή εγκεφαλικών και πολλαπλών καρδιακών ανακοπών από τους μεγάλους φανς, αυτό έγινε σταδιακά, αφού είχαν φροντίσει εδώ και αρκετό καιρό να μοιράζονται μαζί μας τραγούδια από το νέο δίσκο ανά τακτά χρονικά διαστήματα και η αλήθεια είναι ότι όσα κυκλοφόρησαν, είναι ορισμένα από τα καλύτερά του εν τέλει.

Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να σας πω ότι εδώ στο StraightOnMusic, ξέραμε από καιρό ότι ο δίσκος θα γινόταν Δίσκος του Μήνα στο site μας για τον Μάιο, αλλά και ότι κανονικά αυτήν την κριτική θα την έγραφε ο super-fan των Blur Αντώνης Καμπίσι (αλλά τον έχουμε ξεζουμίσει το τελευταίο διάστημα – βλ. εδώ κι εδώ), οπότε αναγκάζομαι να γράψω για τους – κατά τ’ άλλα υπεραγαπητούς Blur – εγώ.

Κι ενώ κανονικά το άρθρο θα έπρεπε να τελειώνει εδώ με αυτήν τη φράση:

Είναι δισκάρα από το 1 ως το 12, ακούστε το τώρα χωρίς πολλά – πολλά!

θα γίνει το ακριβώς αντίθετο, οπότε μπαίνουμε στο ψητό – μαζί με τους λίγους που διαβάζουν ακόμη.

Το ‘The Magic Whip’ είναι χωρίς αμφιβολία ένας δίσκος με το χαρακτηριστικό ήχο των Blur. Αρκεί να ακούσεις ένα μόνο τραγούδι για να καταλάβεις ποιοι κρύβονται από πίσω.

Με το πρώτο “Play” που πατάμε, λοιπόν, πέφτουμε πάνω στο ‘Lonesome Street’, ένα τραγούδι-τιμή στα ένδοξα ’90s και τις χρυσές εποχές της Britpop. Μη βάζετε τα κλάματα, πλιζ. Ιδανικό τραγούδι για ξεκίνημα, η παρέα του Damon σε φουλ κέφια και το αποτέλεσμα: επόμενο τραγούδι ‘Lonesome Street’. Ξανά. 2-3 φορές ακόμα.

Το χορευτικό το μάθατε;

Παμ’ παρακάτω.

Συνεχίζουμε με το ‘New World Towers’, ένα ήρεμο τραγούδι που θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει “flat” λόγω των ανύπαρκτων διαφοροποιήσεων στην έντασή του, χωρίς αυτό να είναι απαραίτητα κακό. Έχει και ωραίους στίχους:

Love, love, so far away
New world Towers
Logging your name and pray
Twenty four hours
Green turns to red and blue
And time relates
To us all again
And see the rescue

Η έναρξη του ‘Go Out’ που ακολουθεί, εμένα προσωπικά μου θυμίζει Oasis και συγκεκριμένα αυτό. Και ναι, το ξέρω, είναι σατανικός αυτός ο συνειρμός αν αναλογιστεί κανείς την άτυπη κόντρα μεταξύ των δύο μπαντών κατά τη διάρκεια των ’90s για την πρωτοκαθεδρία στη βρετανική – και όχι μόνο – ροκ σκηνή. Και ναι, οι αδερφοί Gallagher θα συμφωνούσαν για πρώτη φορά σε κάτι και θα με έπαιρναν με τις κλωτσιές, όπως και ο Damon, αλλά μιλάω για τα πρώτα δευτερόλεπτα. Παραλήρημα χωρίς λόγο.

Αν ξέρετε Ιαπωνικά (ή Κινέζικα ή κάτι από κει πέρα τελοσπάντων) και θέλετε να μάθετε να φτιάχνετε σπιτικό παγωτό, δείτε και το επίσημο βιντεοκλίπ (δεν κατάλαβα ποτέ το λόγο να φτιάξει το cover του άλμπουμ σε παγωτό, αλλά γα**ει):

Προχωράμε στο ‘Ice Cream Man’. Α, ξέχασα, τραγουδάρα το ‘Go Out’. Το ‘Ice Cream Man’ θα το χαρακτήριζα φουτουριστικό και κάπως περίεργο. Η κιθάρα που μπλέκεται μαζί με τους ηλεκτρονικούς ήχους προσδίδει μαγεία και ιδιαιτερότητα σε ένα τραγούδι που σίγουρα δεν περνάει απαρατήρητο.

Στο ίδιο μοτίβο είναι και το ακόλουθο τραγούδι, ‘Thought I Was A Spaceman’, το οποίο είναι πέραν πάσης αμφιβολίας ένα από τα highlights του δίσκου. Ο κυρίως ηλεκτρονικός ήχος, ο άλλοτε αργός και άλλοτε γρήγορος ρυθμός και η συνοδεία από πληθώρα ήχων στο background, γεμίζουν 6 λεπτά και 16 δευτερόλεπτα σκέτης μαγείας και – συγχωρέστε με γι’ αυτό – αλλά άλλοι που υποτίθεται πως ασχολούνται με την ηλεκτρονική μουσική, δεν έχουν δει τέτοιο αποτέλεσμα ούτε στα όνειρά τους.

Για του λόγου το αληθές, ακούστε (το βάζω από Spotify γιατί στο Youtube δεν υπάρχει ολόκληρο):

Πολύ χαλαρώσαμε όμως. ‘I Broadcast’ στη συνέχεια και… αυτά γίνονται όταν υπάρχει πολλή ενέργεια συσσωρευμένη από 12χρονη απουσία. Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια, αρκούν τα  2:52 του τραγουδιού για να καταλάβετε περί τίνος πρόκειται. Για να έρθει το ‘My Terracotta Heart’ να (ξανά)ρίξει το tempo, χωρίς αυτό να μας χαλάει, καθώς δε σας κρύβω ότι το άκουσα τουλάχιστον 10 φορές στο repeat τις προάλλες που κυκλοφόρησε. Πολύ ατμοσφαιρικό λέμε.

Μια μικρή παρένθεση. Πριν λίγο καιρό,  ο Damon Albarn (ο frontman της μπάντας) κατέκρινε τους καλλιτέχνες της γενιάς μας που δεν ασχολούνται πια με τα προβλήματα του κόσμου αλλά μόνο με την αυτοπροβολή τους, χαρακτηρίζοντάς τους ως “γενιά της selfie”.

Κοιτάξτε τη μουσική τώρα. Έχει κάποιο νόημα; Νέοι καλλιτέχνες μιλούν για τον εαυτό τους κι όχι γι’ αυτά που συμβαίνουν εκεί έξω. Είναι η γενιά της selfie. Δε μιλάνε για τίποτα καινούριο.

Ο λόγος που ανέφερα τα παραπάνω, είναι το όγδοο κομμάτι του δίσκου, το ‘There Are Too Many Of Us’. Εξίσου ατμοσφαιρικό με το προηγούμενο, το τραγούδι αυτό αναφέρεται στον υπεπλυθησμό του πλανήτη μας, στηλιτεύοντας για τον τρόπο ζωής μας, τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τη θρησκεία και γενικά τις συνήθειές μας.

There are too many of us
That’s plain to see
We all believe in praying
For our immortality

We pose this question to our children
That calls them all to stray
And live in tiny houses
Of the same mistakes we make

‘Cause there are too many of us
In tiny houses here and there
Passing out somewhere
But you won’t care

Βάρυνε το κλίμα, αλλά ακολουθεί το ‘Ghost Ship’. Καλοκαιράκι έρχεται και οι συνειρμοί που περιλαμβάνουν μια ζεστή βραδιά, μια ξαπλώστρα δίπλα στη θάλασσα, ένα μπαράκι με καλή μουσική και ένα cocktailάκι/μπυρίτσα είναι αναπόφευκτοι.

Το ‘Pyongyang’ που ακολουθεί, έχει πάρει το όνομά του από μια πόλη της Βόρειας Κορέας. Μιλά για το ταξίδι του Damon στη Βόρεια Κορέα, η οποία δεν του έκανε και την καλύτερη των εντυπώσεων.

Θα τη χαρακτήριζα ως ένα μαγικό βασίλειο, με την έννοια ότι όλοι είναι υπό την επήρεια κάποιου ξορκιού. Όπου και να πας, σου υπενθυμίζουν την ύπαρξη του Kim, είναι πανταχού παρών. Είναι μια χώρα γεμάτη με φυσιολογικούς ανθρώπους που όμως λειτουργούν κάτω από αυτό το τρελό ξόρκι.

Είναι εμφανές ότι οι Blur θέλησαν να ασχοληθούν με το κοινωνικό γίγνεσθαι. Οι δηλώσεις του Daron κάθε άλλο παρά τυχαίες ήταν. Να πω, επίσης, ότι επιβεβαιώνει τον νόμο που λέει πως όποιο τραγούδι ξεκινάει με καμπάνα/καμπανάκι είναι τραγουδάρα. Ειλικρινά, δεν ξέρω πώς γίνεται αυτό. Ας μου το εξηγήσει κάποιος.

Σειρά έχει το ανεβαστικό ‘Ong Ong’ που έρχεται να ελαφρύνει το βαρύ κλίμα και να μας επαναφέρει στην καλοκαιρινή και ερωτική διάθεση.

Got on a boat on a hot sunny day
To get out of this town
But the tarmac was melting and the people seemed to sway
Stuck in the underground

To the isle of the rainclouds and the wishing tree
I wanna be with you
On the slow boat that lands on misty sea
I wanna be with you

Τελευταίο τραγούδι του ‘The Magic Whip’ είναι το ‘Mirrorball. Με επιρροές από blues και ρυθμό που το καθιστά συγγενή πρώτου βαθμού με τα ‘My Terracotta Heart’ και ‘There Are Too Many Of Us’, είναι ένα τραγούδι άκρως ατμοσφαιρικό, σχεδόν “flat” και σίγουρα ιδανικό για το κλείσιμο ενός δίσκου που μας ταξίδεψε όσο ελάχιστοι καταφέρνουν πια.

Πολλές φορές, για να βγει ένα καλό αποτέλεσμα δε χρειάζεται πίεση. Πόσο μάλλον όταν είσαι οι Blur, οι – καθόλου τυχαία – εκπρόσωποι μιας ολόκληρης μουσικής σκηνής αλλά και μιας ολόκληρης 10ετίας. “Τα πιο καλά μεθύσια είναι αυτά που ξεκινούν με «για ένα χαλαρό ποτάκι θα πάμε»” και κατ’ αντιστοιχία “Οι πιο ωραίοι δίσκοι ξεκινάνε όταν δεν υπάρχει «πρέπει»”. «Πού κολλάει αυτό;» θα μου πείτε. Για να σας πληροφορήσω ότι το πρώιμο υλικό του δίσκου ηχογραφήθηκε στο Χονγκ-Κονγκ τον Μάιο του 2013, όταν η μπάντα ξέμεινε εκεί λόγω της ακύρωσης ενός φεστιβάλ στο οποίο θα συμμετείχε. Μάλιστα, ο Damon είχε δηλώσει ότι δεν ήξερε αν πρόκειται αυτή η μουσική να καρποφορήσει και να γίνει τελικά δίσκος.

Τι λε ρε Damon;

Μιλάμε για ένα δίσκο αξίας. Οι Blur επέστρεψαν για τα καλά μετά από 12 χρόνια δισκογραφικής απουσίας, με ένα δίσκο που δε χάνει την ποιότητά του σε κανένα σημείο. Ένα δίσκο χωρίς fillers. Και αυτό το εκτιμάμε.

Απολαύστε υπεύθυνα: