In the Court of the Crimson King: Εν αρχή ην progressive rock

King Crimson - In the Court of the Crimson King / Εξώφυλλο
King Crimson - In the Court of the Crimson King / Εξώφυλλο

Αν υπάρχει κάποιου είδους ιερή γραμματεία στη σύγχρονη μουσική, ένα σύνολο, δηλαδή, έργων, το οποίο δομεί τον κορμό και καθορίζει την ταυτότητά της, τότε τα επιμέρους «ευαγγέλια» θα έπρεπε να είναι συγκεκριμένα έργα τα οποία κυκλοφόρησαν σε καθοριστικές συγκυρίες και άσκησαν επιρροή στην εξέλιξή της.

Η πιο ιδιαίτερη περίπτωση είναι αυτή του progressive. Ο όρος του προοδευτικού ήχου είναι ιδιαίτερα συγκεχυμένος.

Είναι εξ ορισμού ένας αρκετά γενικός προσδιορισμός, μιας και εμπεριέχει οτιδήποτε είναι «προοδευτικό», διαφορετικό, μακριά από τα συμβατικά δεδομένα.

Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο είναι δύσκολο να ορίσει κανείς πότε ακριβώς αρχίζει ένα progressive ιδίωμα.

Στην περίπτωση του progressive rock, ανάλογα με τα στοιχεία που εξετάζονται και τα κριτήρια που τίθενται, μπορεί να βρει κανείς τις απαρχές του είδους στους πρώιμους Pink Floyd, στους δύο πρώτους δίσκους των Colosseum, στο αριστουργηματικό ‘Ars Longa Vita Brevis’ (1968) των The Nice, στους Beatles, στους πατέρες της Canterbury scene, The Wilde Flowers, ακόμα και… στον Bob Dylan!

Στην πραγματικότητα, όμως, το βιβλίο της Γένεσης του progressive rock (σ.σ.: μιας και υπάρχει ήδη η αναλογία με τα θρησκευτικά κείμενα στο τραπέζι) ξεκίνησε να γράφεται στις 10 Οκτωβρίου 1969 και το εναρκτήριο κεφάλαιο φέρει τον τίτλο ‘In the Court of The Crimson King’ και τον υπότιτλο ‘An Observation by King Crimson’


Ήταν καλοκαίρι του 1969 όταν μία ομάδα άγνωστων και άπειρων μουσικών κλείστηκαν στα Wessex Sound Studios του Λονδίνου μαζί με έναν οχτακάναλο recorder.

Οι Robert Fripp (κιθάρες και παραγωγή), Michael Giles (κρουστά), Greg Lake (φωνητικά, μπάσο) και Ian McDonald (πνευστά, πλήκτρα, βιμπράφωνο, mellotron), μπήκαν στο στούντιο για να δώσουν σάρκα και οστά στο μουσικό τους όραμα, το οποίο είχε πλαισιωθεί από τους στίχους του Peter Sinfield.

Το αποτέλεσμα ονομάστηκε ‘In The Court Of The Crimson King’ και έμελλε να γράψει τη δική του ιστορία…

Ταλέντο, τεχνική αρτιότητα, προσεγμένος ήχος, καινοτομία… Και πάνω απ’ όλα ένα κεντρικό όραμα κυριολεκτικά δεκαετίες μπροστά από την εποχή του. Τα στοιχεία που καθιστούν το πόνημα «κλασικό» και του έχουν δώσει δικαίως τον τίτλο του ακρογωνιαίου λίθου της progressive rock μουσικής.

Εκτενείς αυτοσχεδιασμοί, απότομες εναλλαγές ανάμεσα στον ηλεκτρισμένο ήχο και τα υποτονικά μέρη, κομμάτια που εξελίσσονται συναρτήσει του χρόνου και περιέχουν υποενότητες διαφορετικού περιεχομένου, δυστοπικοί-σουρεαλιστικοί στίχοι (κατά διαστήματα τρομακτικά προφητικοί), τεχνική ακρίβεια, ο ήχος του θρυλικού πλέον mellotron.

Όλα δηλαδή τα στοιχεία που κατατάσσουν ακόμα και σήμερα έναν δίσκο στην progressive rock κατηγορία. Και μάλιστα συγκεντρωμένα. Εν έτει 1969… Και φυσικά, όλα αυτά είναι τυλιγμένα μέσα στο εικονικό, αινιγματικό και αποκρουστικό εξώφυλλο του Barry Godber (1946–1970).


Cover Art

Το αλλόκοτο και αποκρουστικό εξώφυλλο του δίσκου είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στην ιστορία της μουσικής, αντανακλώντας την ιδιαίτερη αισθητική των King Crimson. Το έργο είναι δημιουργία του Barry Godber, ενός προγραμματιστή και φίλου των μελών του συγκροτήματος, ο οποίος πέθανε από ανακοπή καρδιάς το 1970, λίγους μήνες μετά την κυκλοφορία του δίσκου.

Το έργο περιέχει δύο φιγούρες: αυτή στο εξώφυλλο είναι ο Schizoid Man των στίχων, το πρόσωπο του οποίου είναι ένας συνδυασμός του έργου «Nebuchadnezzar» του William Blake και του προσώπου του ίδιου του Godber, όπως το αντίκρισε ο ίδιος στον καθρέφτη του μπάνιου του μία μέρα που ξυριζόταν…

King Crimson - 'ITCOTCK' / εξώφυλλο
King Crimson – ‘ITCOTCK’ / Εξώφυλλο

Η δεύτερη φιγούρα είναι ο Crimson King και βρίσκεται στο εσωτερικο του δίσκου. Έχει τη μορφή ενός ηλικιωμένου με ένα πλατύ και γλυκό χαμόγελο. Αν όμως κανείς καλύψει το στόμα του με την παλάμη του, τα μάτια του εκπέμπουν μία αβάσταχτη μελαγχολία…

King Crimson - 'ITCOTCK' / εσωτερικό
King Crimson – ‘ITCOTCK’ / Εσωτερικό

1. ’21st Century Schizoid Man’

‘Mirrors’

Μερικά δευτερόλεπτα σύντομων, σχεδόν απαρατήρητων μικροθορύβων δίνουν μία μικρή προθεσμία στον ακροατή να στρέψει την προσοχή του στην ακρόαση προτού ξεσπάσει η παρανοϊκή καταιγίδα του ’21st Century Schizoid Man’.

Με το χαρακτηριστικό riff του Robert Fripp, τα ηχητικά εφέ και τα παραμορφωμένα φωνητικά του Greg Lake, το τραγούδι συνδυάζει heavy metal, progressive rock και jazz στοιχεία υπό ένα πειραματικό πρίσμα, χτίζοντας, έτσι, μέσα σε λίγα λεπτά ένα μουσικό προφίλ ταυτόσημο με το συγκρότημα, επίκαιρο μέχρι και σήμερα.

Το ατονικό solo του Fripp που συνοδεύει το κομμάτι θεωρείται ένα από τα ιστορικότερα στην ιστορία της μουσικής, το instrumental μέρος που παρεμβάλλεται ανάμεσα στη δεύτερη και το τρίτη στροφή αποτελεί μία αυτόνομη μουσική οντότητα ονόματι ‘Mirrors’, ενώ μέσα στα 7:20 λεπτά της διάρκειας του, το μέτρο του τραγουδιού εναλλάσσεται ανάμεσα στα 4/4 και τα 6/8, καταλήγοντας στο άμετρο (free time) φινάλε του τραγουδιού.

Στιχουργικά το τραγούδι αποτελεί ένα κολλάζ από εικόνες, υπάρχουν αναφορές στον πόλεμο του Βιετνάμ, ο οποίος βρισκόταν ακόμα σε εξέλιξη όταν ο δίσκος ηχογραφήθηκε, ενώ ο ίδιος ο Robert Fripp δεν δίστασε να συνδέσει το τραγούδι με τον Spiro Agnew, 39ο Αντιπρόεδρο των ΗΠΑ.

Blood rack, barbed wire
Politician’s funeral pyre
Innocents raped with napalm fire
Twenty-first century schizoid man


2. ‘I Talk to the Wind’

Μετά την έντονη και αποπνικτική εμπειρία του ’21st Century Schizoid Man’, το τοπίο γίνεται ξανά ειρηνικό και ήσυχο με το ‘I Talk To The Wind’, το πιο συμβατικό κομμάτι του δίσκου, με την ελαφρώς ψυχεδελική folk μελωδία του φλάουτου του Ian McDonald.

Ο Greg Lake τραγουδά χωρίς τις παραμορφώσεις του πρώτου κομματιού με τη συνοδεία των κρουστών και της κιθάρας, σε ένα… νυχτερινό μουσικό τοπίο.

Οι στίχοι θα μπορούσαν να γίνουν αντιληπτοί ως μία αναλογία του ανέμου με τον Θεό και την πίστη σε κάτι ανώτερο. Ο ήρωας μιλά στον άνεμο με την ελπίδα να εισακουστεί.

Καθώς, όμως, τα λόγια του χάνονται, κατακλύζεται από οργή και αρχίζει να έχει αμφιβολίες…

I talk to the wind
My words are all carried away
I talk to the wind
The wind does not hear, the wind cannot hear
You don’t possess me, don’t impress me
Just upset my mind
Can’t instruct me or conduct me
Just use up my time


3. ‘Epitaph’

‘March for No Reason’
‘Tomorrow and Tomorrow’

Η μελαγχολική και δυστοπική μπαλάντα ‘Epitaph’ είναι ένα μεγαλειώδες έργο που πιστώνεται σε όλα τα μέλη των Crimson.

Η εκτεταμένη χρήση του mellotron, και το ιδιαίτερο drumming του Giles πλαισιώνονται ιδανικά από τις φωνητικές μελωδίες του Greg Lake, ο οποίος είναι καθηλωτικός σε όλη τη διάρκεια του δίσκου – αδιαμφισβήτητα μία από τις πιο λαμπρές στιγμές στην πολυετή και επιτυχημένη καριέρα του.

Ειδικά στη δεύτερη στροφή του τραγουδιού, η εκφραστικότητα του Lake και το βάθος της φωνής του είναι αξεπέραστα, γεγονός που αδίκησε στην πορεία του χρόνου όλους τους μετέπειτα ερμηνευτές των King Crimson μιας και κανείς δεν κατάφερε να πιάσει αντίστοιχα επίπεδα…

Τα συναισθηματικά φορτισμένα στρώματα ήχου που δημιουργούνται από το mellotron του McDonald προκαλούν ένα σφίξιμο στο στήθος σε κάθε ακροάση του τραγουδιού, το οποίο κατάφερε παραδόξως να κερδίσει ένα μέρος του mainstream κοινού, κυρίως χάρη στη μελωδικότητά του.

Στιχουργικά, το τραγούδι πραγματεύεται μία δυστοπική, σχεδόν αποκαλυπτική πραγματικότητα, με τους συγκλονιστικούς και αντιφατικούς στίχους «Upon the instruments of death the sunlight brightly gleams» να κάνουν έμμεση αναφορά στον φόβο για έναν πιθανό πυρηνικό όλεθρο (η «Κρίση των Πυράυλων» στην Κούβα συνέβη λίγα μόνο χρόνια πριν την κυκλοφορία του δίσκου…) και τη ρητορική ερώτηση «Will no one lay the laurel wreath / When silence drowns the screams?» να προμηνύει ποιητικά τον αφανισμό της ανθρωπότητας.

The wall on which the prophets wrote
Is cracking at the seams
Upon the instruments of death
The sunlight brightly gleams
When every man is torn apart
With nightmares and with dreams
Will no one lay the laurel wreath
When silence drowns the screams?

[…]

Between the iron gates of fate
The seeds of time were sown
And watered by the deeds of those
Who know and who are known […]


4. ‘Moonchild’

‘The Dream’
‘The Illusion’

Η δεύτερη πλευρά του δίσκου ανοίγει με το ‘Moonchild’, την πιο ιδιαίτερη και απαιτητική σύνθεση του ‘In The Court Of The Crimson King’.

Το πρώτο μέρος του τραγουδιού, ‘The Dream’, έχει έναν psych folk χαρακτήρα, χτίζεται με τους ήχους του mellotron και διαρκεί περίπου δυόμιση λεπτά, πριν το κομμάτι εξελιχθεί σε ένα αυτοσχεδιαστικό jamming με ambient ατμόσφαιρα (‘The Illusion’).

Μέσα στο δεύτερο μέρος, ο Fripp παίζει ένα σύντομο μέρος του ‘The Surrey with the Fringe on Top’ από το παρθενικό μιούζικαλ ‘Oklahoma!’ των Rodgers & Hammerstein (το οποίο έχει αφαιρεθεί σε ορισμένα remasters, όπως αυτό του Steven Wilson από το 2009), ενώ το πολύπλοκο drumming και η εναλλαγή στα κύμβαλα ride από τον Michael Giles αποτελούν ένα από τα highlights ολόκληρου του δίσκου.

Το κομμάτι είναι ίσως το πιο αδιάφορο του δίσκου κατά την πρώτη ακρόαση, μιας και βρίσκεται ανάμεσα στα ατμοσφαιρικά μεγαθήρια ‘Epitaph’ και ‘The Court of The Crimson King’, όμως μετά από μερικές ακροάσεις μπορεί κανείς να εκτιμήσει το μελωδικό του μεγαλείο και την άκρως progressive δομή του.

Στιχουργικά γίνονται αναφορές στο έργο ‘Moonchild’ (1917) του αποκρυφιστή Aleister Crowley, με το υπερφυσικό θέμα των στίχων να συνδυάζεται ιδανικά με τη μυστικιστική ατμόσφαιρα και το σκοτεινό μουσικό τοπίο του τραγουδιού.


5. ‘The Court of the Crimson King’

‘The Return of the Fire Witch’
‘The Dance of the Puppets’

Το ‘Moonchild’ λειτουργεί ως ένα ιδανικό πέρασμα προς το τραγούδι που κλείνει τον δίσκο, το διάρκειας 9:25 λεπτών (στο album version) ‘The Court Of The Crimson King’.

Το mellotron είναι ξανά στην πρώτη γραμμή με το θρυλικό πλέον και άκρως αναγνωρίσιμο riff σε Ρε μείζονα, ενώ τα χορωδιακά μέρη που συνοδεύουν τα φωνητικά του Greg Lake εμφανίζονται πρώτη φορά στο δίσκο.

Το drumming είναι για ακόμα μια φορά εντυπωσιακό, το ορχηστρικό πέρασμα με τις μελωδίες των πνευστών (‘The Return of the Fire Witch’) και τα αρπίσματα του Robert Fripp κάνουν το κομμάτι μουσικά πολύπλευρο, ενώ προς το τέλος του τραγουδιού κάνει την εμφάνισή του το αυτοσχεδιαστικό και άμετρο ‘The Dance of the Puppets’ ως reprise του κυρίως θέματος του τραγουδιού με επιπλέον μουσικά στρώματα.

Η ιστορία των στίχων του Peter Sinfield είναι εμπνευσμένη από το έργο «Το Όνομα Του Ρόδου» του Umberto Eco, και διαδραματίζεται σε ένα μεσαιωνικό κάστρο, με την πρώτη στροφή να περιγράφει ένα κελί φυλακής να χρωματίζεται από το φως του ηλιοβασιλέματος κατά τη διάρκεια μίας κονταρομαχίας ανάμεσα σε ιππότες.

Οι εικονοπλαστικοί στίχοι χτίζουν την παραμυθένια ατμόσφαιρα, η εκτενής περιγραφή των χρωμάτων δίνουν ακόμα μεγαλύτερη ζωντάνια στις εικόνες, ενώ δεν λείπουν οι έμμεσες παραπομπές, όπως στο στίχο «Τhree lullabies in an ancient tongue», ο οποίος πιστεύεται πως έχει θρησκευτικό περιεχόμενο, σε συνδυασμό με το γεγονός πως «Πορφυρός Βασιλιάς» είναι μία από τις ονομασίες του Διαβόλου…

The rusted chains of prison moons
Are shattered by the sun.
I walk a road, horizons change
The tournament’s begun.
The purple piper plays his tune,
The choir softly sing;
Three lullabies in an ancient tongue,
For the court of the crimson king.

[…]

On soft grey mornings widows cry,
The wise men share a joke.
I run to grasp divining signs
To satisfy the hoax.
The yellow jester does not play
But gently pulls the strings
And smiles as the puppets dance
In the court of the crimson king


Ο δίσκος θεωρείται δικαίως το σημείο 0 στη χρονολόγηση της progressive rock ιστορίας.

Πρόκειται για ένα μεγαλειώδες έργο, καλαίσθητο και πολύπλοκο μουσικά, πολύπλευρο αλλά με αξιοθαύμαστη συνοχή, ιδέες δεκαετίες μπροστά από την εποχή τους και μυστηριώδεις εικονοπλαστικούς στίχους, για τις άμεσες και έμμεσες αναφορές των οποίων θα μπορούσαν να γραφτούν ολόκληρα βιβλία.

Σήμερα, σχεδόν μισό αιώνα μετά την κυκλοφορία του ‘In The Court Of The Crimson King’, ο θρόνος της progressive rock έχει ακόμα πορφυρό χρώμα…