Paradise Lost – Draconian Times: Βαραίνει ακόμα

Στη δύσκολη και αμφιλεγόμενη για τη metal δεκαετία του ’90, οι Paradise Lost αποτελούν από τις κραταιότερες δυνάμεις του χώρου, μια μπάντα που αναδείχθηκε σε μια από τις κορυφαίες της σκηνής, σε μια εποχή που πολλοί είχαν καταδικάσει το είδος ως ξεπερασμένο και ετοιμοθάνατο.

Ξεκινώντας το 1990 με το ντεμπούτο τους, ‘Lost Paradise’, το συγκρότημα είχε μια διαρκώς ανοδική πορεία τα επόμενα χρόνια, κυκλοφορώντας τρεις ακόμα δίσκους μέχρι το 1993 (‘Gothic’, ‘Shades of God’, ‘Icon’), τον ένα καλύτερο από τον άλλο, και όλους με μικρές, αλλά καθοριστικές μεταβολές στον ήχο.

Από το σαφώς πιο death καταβολών ντεμπούτο, η σταδιακή εξέλιξη της μπάντας τους έφερε σε πιο ατμοσφαιρικούς, doom και gothic δρόμους. Έτσι, το 1995, μετά από διάλειμμα ενός χρόνου, οι Paradise Lost επωμίζονταν το δύσκολο έργο της ηχογράφησης του συνεχιστή του καταπληκτικού ‘Icon’.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή ο Nick Holmes, ο Greg Mackintosh και η παρέα τους είχαν καταφέρει να ξεπεράσουν τους εαυτούς τους με κάθε νέα κυκλοφορία. Αλλά με ένα δίσκο τέτοιου μεγέθους, η επανάληψη του κατορθώματος αυτού για άλλη μια φορά φαινόταν απίθανη.

Κι όμως, το έκαναν. Στις 12 Ιουνίου 1995 έκανε την εμφάνισή του στα ράφια ένας από τους σημαντικότερους δίσκους της δεκαετίας, ένας σταθμός των gothic και doom ιδιωμάτων, που έμελλε να γίνει πρακτικά συνώνυμο της μπάντας σε όλη τη μετέπειτα πορεία της. Είχαν φτάσει ‘Draconian Times’ για τον κόσμο.

Είναι ίσως ο αρτιότερος, πληρέστερος δίσκος των Paradise Lost. Μόνο το προαναφερθέν ‘Icon’ μπορεί να κοιτάξει στα ίσια το ‘Draconian Times’ και αυτό όχι επειδή το συγκρότημα δεν έχει άλλους καλούς δίσκους (κάθε άλλο), αλλά επειδή εκεί είναι που βρήκαν τη χρυσή τομή ανάμεσα στην ηχητική και τη σκηνή.

Το ‘Draconian Times’ είναι γεμάτο με κομμάτια φτιαγμένα για συναυλίες, κομμάτια που παρασέρνουν και απορροφούν, καταφέρνοντας παράλληλα να διατηρήσει ανέπαφη τη βαριά ατμόσφαιρα των Paradise Lost. Το ιδιαίτερο doom της μπάντας, το gothic metal τους, όπως οι ίδιοι το ονόμασαν και έγινε αργότερα γνωστό, βρίσκει εδώ την ολοκλήρωσή του.

Όλοι μπορούν να το ακούσουν. Όλοι μπορούν να το νιώσουν. Όλοι μπορούν να το τραγουδήσουν. Και παρ’όλα αυτά, η λέξη εμπορικό δεν έρχεται στο νου. Όχι όταν μπορεί κάποιος σχεδόν να νιώσει τον κόσμο γύρω του να σκοτεινιάζει, καθώς οι στοιχειωτικές νότες του δίσκου ξεχύνονται από τα ηχεία.

Το ταιριαστά τιτλοφορημένο ‘Enchantment’ ανοίγει το δίσκο, τραβώντας τον ακροατή και μαγεύοντας τον, κρατώντας τον καθηλωμένο για όλη τη διάρκεια του τραγουδιού, ένα ξόρκι που συνεχίζει και στον υπόλοιπο δίσκο.

Η συνέχεια με το νοσταλγικών τόνων ‘Hallowed Land’ και τα πένθιμα, αλλά και οργισμένα, ‘The Last Time’ και ‘Forever Failure’ κάνουν εμφανές, σχεδόν απτό, το κλίμα του δίσκου, ρίχνοντας μια βαριά σκιά πριν οι ταχύτητες ανέβουν ξανά.

‘Once Solemn’ και ‘Shadowkings’, τραγούδια με πιο μυστηριακή, αινιγματική ατμόσφαιρα, μεταφέρουν τον ακροατή στο δικό του σκιώδη κόσμο, και ακολουθούν το ‘Elusive Cure’ και το ‘Yearn for Change’, πίσω στα πιο γνώριμα συναισθήματα κρυφής επιθυμίας και επικείμενης παραίτησης, ενισχυόμενα ακόμα περισσότερο από το ‘Shades of God’.

Ένας ιδιαίτερος συνδυασμός απελπισίας και απελευθέρωσης πλανιέται πάνω από τα ‘Hands of Reason’ και ‘I See Your Face’, μια διέξοδος από το σκοτάδι που ενέχει την αποδοχή και τον εναγκαλισμό του, πριν το σύντομο και πικρό ‘Jaded’ σημάνει το τέλος του δίσκου και την απότομη επαναφορά στην πραγματικότητα.

Καθ’όλη του τη διάρκεια, το ‘Draconian Times’ αποπνέει μια θλιμμένη μεγαλοπρέπεια, μια ατμόσφαιρα συγκρατημένης οργής, ανεκπλήρωτου πόθου και αποδοχής του αναπόφευκτου. Δεν είναι τόσο θρηνητικό, όσο στωικό και μελαγχολικό.

Είναι σαν να στέκεσαι μόνος στη μέση μιας ατέλειωτης γκρίζας ερήμου κάτω από έναν μαύρο αστροφώτιστο ουρανό, το πάντρεμα μοναξιάς και μεγαλείου.

Είναι doom. Είναι -και ορίζει- gothic metal. Είναι το απόσταγμα της ουσίας των Paradise Lost. Είναι από τις λίγες περιπτώσεις που μπορεί να χρησιμοποιήσει κάποιος τον όρο αριστούργημα.

Γιατί για τέτοιο πρόκειται. Ένα αριστούργημα σκοτεινής, ατμοσφαιρικής μουσικής που θα αποτελεί πάντα σημείο αναφοράς για τη metal.