Iron Maiden – Brave New World: Εκεί που το παρελθόν και το μέλλον συγκλίνουν

Μια δεκαετία κλυδωνισμών.

Αρχής γενομένης από το ‘No Prayer For the Dying’, οι Iron Maiden βρέθηκαν να ακολουθούν πορεία αντίστροφη αυτής των πρώτων χρόνων τους.

Από μπάντα που κυκλοφορούσε τον ένα δίσκο της χρονιάς μετά τον άλλο, που φαινόταν να απαντά με ηχηρά «ναι» κάθε φορά που οι οπαδοί διερωτώντο αν ήταν δυνατό να ξεπεράσουν την τελευταία τους δουλειά, βρέθηκαν να παραπαίουν χωρίς να ξέρουν ακριβώς τι θέλουν από το μέλλον, ενώ την ίδια στιγμή η δεκαετία του ’90 ανορθωνόταν γύρω τους, φέρνοντας μια κουλτούρα πολύ διαφορετική από αυτήν που τους είχε κάποτε αναδείξει.

Να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Οι Iron Maiden δεν έφυγαν ποτέ.

Ακόμα και ως σκιές των παλιών τους εαυτών, με το ήμισυ της διπλής κιθαριστικής τους μαγείας να έχει αποχωρήσει και στη συνέχεια την απώλεια ενός εκ των καλύτερων λαρυγγιών του χώρου να τους βαραίνει, παρέμεναν μια σπουδαία μπάντα.

Ναι, βρέθηκαν με την πλάτη στον τοίχο, όπως και μεγάλο μέρος της παλιάς φρουράς εξάλλου. Συνέχισαν να δισκογραφούν και να περιοδεύουν ωστόσο, έστω και με μειωμένο κοινό, και εξακολουθούσαν να θεωρούνται μεγάλο όνομα.

Οι δε κυκλοφορίες τους αυτήν την περίοδο μπορεί να μη φτάσουν ποτέ την αίγλη του ’80, αλλά είχαν τις στιγμές τους και τους λάτρεις τους, και ας μην περιλαμβάνεται στους τελευταίους ο γράφων.

Και όχι, δεν ήταν ο Blaze Bayley ο μοναδικός φταίχτης για τα προβλήματα του συγκροτήματος. Το μεγαλύτερο «έγκλημα» του τραγουδιστή ήταν ότι δεν ακουγόταν όπως ο Bruce Dickinson. Κάτι για το οποίο ούτε ευθυνόταν, ούτε μπορούσε να κάνει κάτι.

Αλλά όπως και να το έβλεπε κανείς, οι Iron Maiden έπρεπε να κάνουν ριζικές αλλαγές. Άντεξαν περισσότερα από όσα θα μπορούσαν να αντέξει η πλειοψηφία των συγκροτημάτων, αλλά τα περιθώρια γίνονταν διαρκώς στενότερα.

Η ταμπέλα της παλιάς μπάντας, που συνεχίζει σε πείσμα των περιστάσεων ενώ όλα δείχνουν ότι ο χρόνος της τελειώνει, δεν τους ταίριαζε. Οι Iron Maiden ήταν πάντα η μπάντα για την οποία μόνο η κορυφή ήταν αρμόζουσα.

Ο κόσμος το ήξερε. Το ένιωθε. Δεν τους παράτησε και δεν τους ξέχασε, γιατί πίστευε ότι, ακόμα και μετά από δέκα χρόνια προβλημάτων, οι Βρετανοί τελικά θα έλαμπαν πάλι στο μουσικό στερέωμα.

«Ο κόσμος χρειάζεται τους Iron Maiden – πρέπει να το κάνεις» γράφει στη βιογραφία του ο Bruce Dickinson, μιλώντας για την αντίδραση του προσωπικού του σχήματος όταν τους ανακοίνωσε ότι οι Iron Maiden τον ήθελαν πίσω.

«Πάντα ήθελα τρεις κιθαρίστες» λέγεται ότι είπε ο Steve Harris όταν ο Dickinson ζήτησε την επιστροφή και του Adrian Smith.

Σημαντικό μέρος του κοινού έβλεπε την επανασύνδεση ως κάτι το αναπόφευκτο. Και δικαιώθηκε.

Το μεγάλο ζητούμενο ωστόσο ήταν αν η θηριώδης πεντάδα – τώρα εξάδα – θα μπορούσε να δώσει στους οπαδούς κάτι αντάξιο του ένδοξου παρελθόντος της.

Κάτι που να αφήσει πίσω την παρένθεση της δεκαετίας του ’90, κάτι που να ξεκινήσει το νέο αιώνα με μια νέα Iron Maiden εποχή, μια επιβεβαίωση ότι η μπάντα ήταν εκεί για να μείνει, όχι για να ολοκληρώσει το συνταξιοδοτικό της πλάνο με τις εισφορές των ενθουσιωδών και των αφελών.

Όσοι περίμεναν ένα νέο ‘The Number of the Beast’ ή ‘Powerslave’, μάλλον απογοητεύτηκαν. Αλλά οι πιο ρεαλιστές ανταμείφθηκαν με πιθανότατα τον καλύτερο δίσκο της μπάντας από την εποχή του ‘Seventh Son of a Seventh Son’. Οι Iron Maiden δεν μπορούσαν να ξεπεράσουν τα χρυσά πρώτα χρόνια τους, αλλά μπορούσαν να τους δώσουν τη συνέχεια που τους άρμοζε.

Νέος αιώνας λοιπόν. Και ‘Brave New World’, ένας θαυμαστός καινούργιος κόσμος, που έμοιαζε με τον παλιό, αλλά και διαφοροποιούνταν από αυτόν.

Ναι, κλειδί σε αυτήν τη δισκογραφική ανάσταση ήταν φυσικά η επιστροφή των Bruce Dickinson και Adrian Smith στις τάξεις της μπάντας. Αλλά αυτό από μόνο του δεν θα αρκούσε. Συνδυάστηκε όμως με την επίτευξη ισορροπίας ανάμεσα σε παρόν και μέλλον, ανάμεσα στο κλασικό και στο διαφορετικό.

Ο Steve Harris προσπαθούσε να χαράξει τη μελλοντική πορεία του συγκροτήματος ήδη από το ‘No Prayer For the Dying’, αλλά οι επιλογές του δεν ήταν πάντα ιδανικές, και αυτό έπαιξε το ρόλο του στα προβλήματα του ’90.

Στο ‘Brave New World’ βρήκε επιτέλους τα πατήματα που έψαχνε. Και οι ανανεωμένοι Iron Maiden εισέβαλαν στον 21ο αιώνα, έτοιμοι να κατακτήσουν ξανά τον πλανήτη metal.

Αυτοί οι ανανεωμένοι Iron Maiden είναι πιο ογκώδεις, πιο μοντέρνοι, πιο επικοί, αλλά και ταυτόχρονα εξίσου ενεργητικοί και δυναμικοί με τους παλιούς τους εαυτούς.

Έχουν κρατήσει ένα μέρος από τη σκοτεινότερη ατμόσφαιρα που έφερε ο Blaze Bayley, την έχουν προσαρμόσει στα δεδομένα Bruce Dickinson, και έχουν προτάξει δίπλα της τον παραδοσιακό Iron Maiden χαρακτήρα, τα τραγούδια που απαιτούν να ακουστούν ζωντανά, τους καλπάζοντες ρυθμούς και τους ανεβαστικούς τόνους.

Το ‘The Wicker Man’ διαβεβαιώνει ότι οι Iron Maiden που λάτρεψαν εκατομμύρια οπαδών δεν έφυγαν ποτέ, το ‘Blood Brothers’ μπορεί να κάνει και τις πέτρες να τραγουδήσουν, το ‘Out of the Silent Planet’ θυμίζει ότι η τέχνη δεν ξεχνιέται.

Και ανάμεσά τους οι μεγάλες επικές συνθέσεις, το είδος που θα αποτελέσει τη βάση των επόμενων Iron Maiden κυκλοφοριών.

Το σουρεαλιστικό ‘Dream of Mirrors’, το ανατολίτικο έπος ‘The Nomad’ (κληρονομιά της Bayley περιόδου) και φυσικά το εκπληκτικό ‘Ghost of the Navigator’, κομμάτια που θα μεταφέρουν την μπάντα και το κοινό της στη νέα χιλιετία.

Όχι, δεν είναι ένα νέο ‘The Number of the Beast’ ή το επόμενο ‘Seventh Son of a Seventh Son’. Είναι περισσότερο ένα πάντρεμα των δύο, με μια δόση ‘The X Factor’.

Και όπως κάθε γάμος, έχει τα προβλήματά του. Παραείναι μακροσκελές σε μερικά σημεία, τείνει να επαναλαμβάνεται, κάποιες φορές ακούγεται λίγο διεκπεραιωτικό, και προσωπικά αν διάλεγαν να κλείσουν με το ‘The Nomad’ και αφαιρούσαν το ‘The Thin Line Between Love and Hate’ δεν θα με ενοχλούσε καθόλου.

Αλλά ο γάμος τελικά είναι ευτυχισμένος. Ξεπερνά τα προβλήματα. Έχει αρμονική κατάληξη.

Το ‘Brave New World’ δεν είναι το επόμενο αριστούργημα των Iron Maiden, αλλά όταν ο πήχης είναι στο ύψος των εφτά πρώτων δίσκων ενός τέτοιου συγκροτήματος, κάτι τέτοιο είναι πρακτικά αδύνατο.

Αυτό που έκανε το ‘Brave New World’ ήταν να καταφέρει να υπερσκελίσει μια δεκαετία αβεβαιότητας και να θυμίσει στον κόσμο αυτό το τεράστιο παρελθόν, να θυμίσει ότι το συγκρότημα που το έχτισε είναι ακόμα εδώ.

Με τις βάσεις που έθεσε για το μέλλον υποσχέθηκε ότι η μπάντα θα παραμείνει και θα συνεχίσει για όσο αντέχει, πρότυπο και μέτρο σύγκρισης για ολόκληρο το μουσικό χώρο. Υπόσχεση που τηρήθηκε, στη σκηνή και στο στούντιο, κρίνοντας από την πορεία του συγκροτήματος έκτοτε.

Οι Iron Maiden δεν έφυγαν και δεν θα φύγουν ποτέ.

Το ‘Brave New World’, στην αυγή της χιλιετίας, το απέδειξε περίτρανα.