Αφιέρωμα: Pink Floyd – Meddle

Το 1967 οι Pink Floyd πραγματοποιούσαν το ντεμπούτο τους με το άλμπουμ ‘The Piper at the Gates of Dawn’, με τον Syd Barrett να είναι ο απόλυτος ηγέτης, καθοδηγητής αλλά και περσόνα της μπάντας.

Η αύρα του τους οδήγησε ευθύς αμέσως σε μεγάλη αναγνωρισιμότητα, ο ίδιος όμως, τυφλωμένος από την ξαφνική επιτυχία και τις προσωπικές του εμμονές, γρήγορα άρχισε να καταρρέει, έχοντας ενδώσει πλήρως στη γοητεία των ναρκωτικών, όντας παραδομένος στη δίνη τους.

Η αντικατάστασή του από τον David Gilmour δεν θα αργούσε, αν και στην αρχή είχε τη μορφή συνύπαρξης, μέχρι ο Syd να εκδιωχθεί οριστικά, ανήμπορος να συμπλεύσει με τα άλλα μέλη και τις απαιτήσεις ενός συγκροτήματος που ήδη ανέβαινε τα σκαλοπάτια της επιτυχίας με γρήγορους ρυθμούς.


Η ιστορία πίσω από τα κομμάτια του ‘The Piper at the Gates of Dawn’ των Pink Floyd


Ο Syd αποτελούσε οριστικά παρελθόν το 1968, αλλά το τελευταίο credit που του αποδόθηκε ήταν στο εναρκτήριο κομμάτι του ‘Ummagumma’ (1969), ‘Astronomy Domine’. 

Η προσφορά του όμως στους Floyd ήταν παντοτινή, αφού η περσόνα που είχε χτίσει, αλλά και ο χαρακτήρας του που είχε στιγματίσει τα μέλη τους, πάντα αποτελούσαν έμπνευση για τις επόμενες δουλειές τους.

Οι Pink Floyd έφτασαν στο απόγειό τους μερικά χρόνια αργότερα, το 1973, όταν και κυκλοφόρησαν το ‘The Dark Side Of The Moon’, το οποίο όμως δεν θύμιζε σε τίποτα τα πρώτα τους βήματα…

Δεν ήταν πια η μπάντα του Syd Barrett, αλλά πριν την απόλυτη καταξίωση είχαν μεσολαβήσει μερικά ακόμα albums, με το σημαντικότερο να είναι το ‘Meddle’, που κυκλοφορούσε στις 31 Οκτωβρίου του 1971, και ήταν ο οιωνός όσων θα ακολουθούσαν.

Pink Floyd – Ummagumma: Το καλλιτεχνικό σταυροδρόμι των Pink Floyd

Το ‘Meddle’ είναι ένας από τους σημαντικότερους δίσκους που κυκλοφόρησαν ποτέ οι Floyd, αν και η αναγνωρισιμότητά του είναι μικρή για τους μη-hardcore fans, που -φυσιολογικά- εστιάζουν στην μετά-DSOFM εποχή, όταν δηλαδή η μπάντα είχε καθιερωθεί ως ένα παγκόσμιο μουσικό φαινόμενο.

Ισορροπώντας μεταξύ της προγενέστερης, πιο avant-garde και πειραματικής περιόδου τους και όσων έκαναν στη συνέχεια, το ‘Meddle’ είναι ένα έργο-σταθμός για τους Floyd, αν και η σύνθεσή του δεν ήρθε και με τον πιο εύκολο τρόπο.

Ώρες επί ωρών, ημέρες επί ημερών, πειραματισμοί, έλλειψη συγχρονισμού, είχαν φέρει τους Floyd αντιμέτωπους με μία δύσκολη κατάσταση αναζήτησης έμπνευσης για παραγωγή μουσικής ακόμα και από καθημερινά αντικείμενα.

Δεν ήξεραν τι ακριβώς ήθελαν να κάνουν, αλλά ήξεραν πως ο εξοπλισμός των στούντιο στην Abbey Road δεν ήταν αρκετά σύγχρονος για το εγχείρημά τους, κι έτσι κατέληξαν στην ηχογράφηση σε διαφορετικά στούντιο.

Οι πρώτες ενδεικτικές ηχογραφήσεις πήραν το όνομα ‘Nothings’, μετά μετονομάστηκαν σε ‘Son of Nothings’, κι έπειτα σε Return of the Son of Nothings’, ο οποίος ήταν και ο τίτλος που είχαν στο μυαλό τους κατά τη διάρκεια των τελικών ηχογραφήσεων.

Το μεγάλο συν του ‘Meddle’ είναι ότι σηματοδότησε ένα σημαντικό μεταβατικά στάδιο, στο οποίο οι Floyd ήταν ακόμα μπάντα με όλη τη σημασία της λέξης, σε αντίθεση με μερικά χρόνια αργότερα όταν ο Roger Waters είχε το έρισμα του αδιαφιλονίκητου ηγέτη-κουμανταδόρου της.

Ακροβατώντας μεταξύ εύπεπτων ακουσμάτων και κομματιών που σήμερα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως post rock, και με την δεύτερη μεριά του βινυλίου καλυμμένη από το κομμάτι-πεμπτουσία της progressive rock, είναι ένας από αυτούς τους δίσκους που, μέσα από 6 τραγούδια και 46 λεπτά, έδειξαν πόσο «μακριά» μπορεί να το πάει ένα συγκρότημα.

Ένα συγκρότημα που παίζει σε μερικά σημεία απλοϊκή μουσική και μετά από λίγο προσθέτει τον ήχο του αέρα, ενός σκύλου, ακόμα και των φιλάθλων της Liverpool για να γράψει ένα κομμάτι.

Τι εννοείτε «καλά τα λόγια αλλά δεν έχει track-by-track»;

One Of These Days

Με τον David Gilmour να το έχει χαρακτηρίσει ως «την πιο συνεργατική δουλειά των Pink Floyd», το εναρκτήριο ‘One Of These Days’ είναι η απόδειξη ότι δεν χρειάζεσαι τραγουδιστή όταν μπορείς να κάνεις την κιθάρα σου να μιλήσει κατ’ αυτόν τον τρόπο.

Αν κυκλοφορούσε τώρα, το ‘One Of These Days’ θα χαρακτηριζόταν ως ένα post rock κομμάτι κάτι που δικαιολογεί απόλυτα τις τότε επιρροές των Floyd, που λάμβαναν έμπνευση από διάφορους μουσικούς της εποχής που πειραματίζονταν με τα ηλεκτρονικά στοιχεία.

Ο μόνος στίχος του κομματιού είναι το «One of these days I’m gonna cut you up into little pieces» που τραγουδά ο Nick Mason, με την φωνή του να έχει υποστεί παραμόρφωση ώστε να επιτευχθεί αυτό το «σατανικό» αποτέλεσμα.

Τέλος, ολόκληρο το κομμάτι είναι χτισμένο πάνω σε ένα bass riff που είχε εμπνευστεί ο Roger Waters, και στην έναρξή του, ακούγοντας προσεκτικά, θα ακούσετε δύο μπάσα, ένα που έπαιζε ο Waters και ένα που έπαιζε ο Gilmour.


A Pillow Of Winds

Σε τι άλλο θα μπορούσε να αναφέρεται ένα κομμάτι που έχει τη λέξη «pillow» (=μαξιλάρι) στον τίτλο του;

Φυσικά στον ύπνο. Το ‘A Pillow Of Winds’ περιγράφει τα στάδια του ύπνου μέχρι την ώρα του ξυπνήματος, αλλά δεν παραλείπει και τις αναφορές στο «άλλο μισό» (Sleepy time in my life / With my love by my side / And she’s breathing low / And I rise like a bird / In the haze and the first rays touch the sky).

Αυτή η μελαγχολική, ακουστική μπαλάντα, με την αισθαντική φωνή του David, δεν είναι ακριβώς αντιπροσωπευτικό δείγμα ούτε της παρελθούσας ούτε της μελλοντικής μουσικής των Floyd, ενώ ο τίτλος της, σύμφωνα με τον Nick Mason, είναι εμπνευσμένος από ένα πιθανό «χέρι» στο Mahjong, ένα παιχνίδι καρτών που έπαιζε κατά κόρον η μπάντα στις περιοδείες της.


Fearless

Ακούγοντάς το, το πρώτο πράγμα που σου έρχεται στο μυαλό είναι μήπως έχεις αφήσει ανοιχτό κανένα άλλο link στο YouTube με βίντεο από κερκίδες ποδοσφαιρικού γηπέδου.

Εκτός κι αν γνωρίζεις ότι το σύνθημα που ακούγεται πρόκειται για ένα κομμάτι από το musical ‘Carousel’ των Rodgers και Hammerstein, το οποίο εν τέλει ταυτίστηκε με τους φιλάθλους της Liverpool και έγινε ένα απ’ τα θρυλικότερα συνθήματα του πλανήτη.

Κατά τ’ άλλα, πρόκειται για ένα απαλό κομμάτι, οι στίχοι του οποίου είναι άκρως ενθαρρυντικοί (δηλαδή στίχοι που χρειάζεται το team της Liverpool μπας και ορθώσει ξανά το ανάστημά της μετά από τόσα χρόνια).


San Tropez

Τι θα λέγατε για ένα cocktail, στο Saint-Tropez, μία ζεστή, καλοκαιρινή νύχτα; Προφανώς και θα λέγατε ναι. Ε, το ‘San Tropez’ είναι το καταλληλότερο κομμάτι για να συνοδεύσει αυτήν την όμορφη συγκυρία.

Η σύνθεση και η ερμηνεία του ανήκει εξ ολοκλήρου στον Roger Waters, ο οποίος μάλλον το είχε ρίξει στην jazz εκείνη την εποχή.

Το κομμάτι είναι εμπνευσμένο από τις διακοπές που είχαν πάει τα μέλη της μπάντας στο Saint-Tropez, συνοδευόμενα από τις τότε κοπέλες τους, και πρακτικά αναφέρεται στο πώς είναι μία ιδανική μέρα στο ειδυλλιακό αυτό μέρος.

Fun fact: Ο προτελευταίος στίχους του κομματιού («Making a date for later by phone»), είχε παρερμηνευτεί κατά τη διάρκεια των ’70s στην Ιταλία, με το κοινό να πιστεύει πως λέει «Making a date for Rita Pavone»).

Η Rita Pavone ήταν pop-star της εποχής, ενώ, μάλιστα, είχε ισχυριστεί πολλάκις ότι πίστευε και η ίδια πως ο στίχος ήταν όντως έτσι και αναφερόταν σ’ αυτήν.


Seamus

Το σκυλί που γαβγίζει καθ’ όλη τη διάρκεια του κομματιού λεγόταν Seamus και άνηκε στον Steve Marriott, τραγουδιστή των Small Faces και Humble Pie. Ο David Gilmour είχε αναλάβει χρέη φύλαξής του, αλλά το σκυλί γάβγιζε κάθε φορά που άκουγε μουσική.

Το ίδιο έκανε και όταν ηχογραφούταν το κομμάτι, με αποτέλεσμα τα ουρλιαχτά του να συμπεριληφθούν στο τραγούδι. Η μοναδική ζωντανή ερμηνεία του, έγινε στο επικό live των Pink Floyd το 1971.

Echoes

Γυρίζοντας το βινύλιο απ’ την άλλη μεριά, το μόνο κομμάτι που θα βρει κανείς είναι το ‘Echoes’.

Εδώ έχουμε μία απ’ τις καταπληκτικότερες συνθέσεις που έφερε ποτέ εις πέρας η μπάντα, τόσο μουσικά όσο και στιχουργικά. Μέσα σε 23 λεπτά και 32 δευτερόλεπτα που περιλαμβάνουν εναλλαγές σημείων με επαναλαμβανόμενα μοτίβα, το κομμάτι διαθέτει τρομερή ποικιλομορφία, με «νεκρά» σημεία που γεμίζουν από τους ήχους του αέρα ή περίεργες σειρήνες, και, συνολικά, είναι η πεμπτουσία της progressive rock.

Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι οι Pink Floyd «πήγαν τη μουσική ένα βήμα μπροστά» με το ‘Echoes’, χρησιμοποιώντας μεγάλο όγκο εξοπλισμού, και ηχογραφώντας σε μερικά parts από δύο διαφορετικά σημεία του δωματίου ταυτόχρονα, ώστε να επιτύχουν τα εφέ του, αλλά και πολλών ειδών παραμορφώσεις και πολύπλοκες τεχνικές, που απαιτούσαν -τουλάχιστον- πολλή φαντασία (δείτε αναλυτικά εδώ).

Ο αρχικός τίτλος του ήταν ‘Return To The Sun Of Nothing’ και με αυτόν τον τίτλο παρουσιάστηκε στο κοινό για πρώτη φορά, σε live του 1971, πριν ακόμα κυκλοφορήσει επίσημα.

Όσο για τους στίχους, τους οποίους επιμελήθηκε (ποιος άλλος;) ο Roger Waters, σύμφωνα με τον ίδιο είναι η προσπάθειά του «να περιγράψει τη δυνατότητα που έχουν τα ανθρώπινα όντα στο να αναγνωρίζουν και να ανταποκρίνονται την ύπαρξη των άλλων ανθρώπων με συμπάθεια και όχι με εμπάθεια».


Κάπως έτσι κλείνει το ‘Meddle’, όχι εκκωφαντικά, αλλά θαυμάσια, αφήνοντάς σε με το στόμα ανοιχτό. Είναι ένας δίσκος που μάλλον χρειάζεται κάποιος να έχει ασχοληθεί αρκετά με τους Pink Floyd ώστε να καταλάβει την τεράστια σημασία που είχε για την εξέλιξή τους.

Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν θα είναι Ο δίσκος των Floyd, κυρίως επειδή «χαντακώθηκε» λίγο από την κυκλοφορία του θρυλικού πλέον ‘Pink Floyd: Live in Pompeii’ που κυκλοφόρησε έναν χρόνο μετά, μέσα στο οποίο φιγούραραν δύο ερμηνείες κλάσεις ανώτερες των studio versions – αυτές των δύο κορυφαίων κομματιών του, ‘One Of These Days’ και ‘Echoes’.

Δύο χρόνια μετά το ‘Meddle’, το πεδίο ήταν ορθάνοιχτο, και οι Pink Floyd κατακτούσαν τον κόσμο με το ‘The Dark Side Of The Moon’.